Για να μπορέσει κανείς να κατανοήσει την τέχνη αυτό που χρειάζεται είναι μάλλον να βρει έναν τρόπο για να «επικοινωνήσει» με τον δημιουργό της. Πολλές φορές διαφορετικές καλές τέχνες «ενώνουν τις δυνάμεις τους» για να μπορέσουν να αναδείξουν στο ευρύ κοινό τη δύναμη και την ουσία του κάθε έργου. Αυτήν ακριβώς την τεχνική αποφάσισα λοιπόν να χρησιμοποιήσω στην προσπάθειά μου να παρατηρήσω με έναν τρόπο πιο αναλυτικό μια μορφή τέχνης στην οποία δεν είχα και ούτε έχω ιδιαίτερες γνώσεις, τη ζωγραφική.

Η μέθοδος, λοιπόν, ήταν απλή: προκειμένου να μπορέσω να παρατηρήσω τη λεπτομέρεια «κλασικών» έργων της παγκόσμιας εικαστικής κληρονομιάς, αποφάσισα να συνδιάσω την προσέγγισή μου με μια μορφή τέχνης που γνωρίζω καλύτερα, τη μουσική. Η διαδικασία πιστεύω με βοήθησε, μου άρεσε κι έτσι αποφάσισα μερικά από αυτά τα «παντρέματα», τουλάχιστον όπως εγώ αποφάσισα αυθαίρετα να δημιουργήσω, να τα μοιραστώ σ’αυτό το άρθρο. Η μικρή αυτή συλλογή περιλαμβάνει έργα τεράτων της Τέχνης, αμφότερων των μορφών που παρουσιάζονται κι έτσι προκαλεί εύκολα την οποιαδήποτε συζήτηση πάνω στις επιλογές μου.

Όπως καταλαβαίνει, λοιπόν, κανείς, το άρθρο αυτό δεν έχει σκοπό να παρουσιάσει τη γνώση κάποιου ειδικού επί της τέχνης ή των τεχνών γενικότερα, αλλά να δημοσιοποιήσει μια προσωπική εμπειρία, η οποία μπορεί να είναι χρήσιμη. Η χρησιμότητά της έγκειται στο γεγονός ότι πολλές φορές η τέχνη δεν είναι εύπεπτη με την πρώτη επαφή μαζί της, χρειάζεται τριβή και για να συμβεί αυτό πολλές φορές χρειάζεται κάποιος να ανοίξει μια πόρτα που ανοίγει το δρόμο της επικοινωνίας με τον καλλιτέχνη. Το συγκεκριμένο πείραμα έδειξε ότι ο συνδιασμός δύο διαφορετικών μορφών μπορεί να αποτελέσει αυτό το κλειδί αλλά και την πυξίδα για να οδηγηθεί κανείς σε ένα δεύτερο επίπεδο επικοινωνίας από αυτό της πρώτης παρατήρησης.

1. Wassily Kandinsky, Zarte Spannung (Delicate Tension) – George Gershwin, Rhapsody in Blue

Θα πω την αλήθεια: το έναυσμα για όλη αυτή τη διαδικασία αποτέλεσε αυτός ο πίνακας του Kandinsky. Σε μια από τις άπειρες αναζητήσεις μου στο διαδίκτυο είχα ξεκινήσει μια μέρα να παρατηρώ το έργο του και «κόλλησα» κυριολεκτικά σ’αυτό το κομμάτι. Είναι ένας πίνακας που με ξεκουράζει πνευματικά, μου δίνει τη δυνατότητα να χάνομαι μέσα στην πολύπλοκη προοπτική του, ενώ η απλότητα του φόντου της ακουαρέλας δίνει μια αίσθηση ότι όλη αυτή η πολύπλοκη σκέψη-κατασκευή κάπου αιωρείται. Θα μπορούσα να πω ότι όλη η σύνθεση μου θυμίζει κάτι διαστημικό, με αστρικά αντικείμενα γύρω της και αμέτρητες λειτουργίες επάνω της. Ωστόσο ο πίνακας δημιουργήθηκε το 1923, πολύ πριν από τα πρώτα διαστημικά προγράμματα και νομίζω ότι μόνο κάτι τέτοιο δεν είχε στο νου του ο δημιουργός του.

Αυτή την παρατήρηση χρειαζόμουν μια μουσική για να τη συνδέσω, ένα κομμάτι που να κολλάει στο «ταξίδι» που κάνει το βλέμμα μου σε κάθε γωνία του. Αυτό που ήρθε και «κόλλησε» εξαιρετικά ήταν η «Rhapsody in Blue» του George Gershwin. Η «Ραψωδία» του Αμερικανού συνθέτη είναι αντίστοιχα μοντέρνα για την ίδια εποχή, όσο και ο πίνακας του Kandinsky και ίσως αυτό είναι ένα στοιχείο που συνδέει τα δύο έργα και δημιουργεί στα δικά μου αισθητήρια όργανα την αίσθηση ύπαρξης μιας σχετικής αρμονίας μεταξύ τους. Το έργο που αρχικά γράφτηκε για πιάνο και στη συνέχεια συμπεριέλαβε συμφωνική ορχήστρα (με το επικό εισαγωγικό glissando από το κλαρινέτο) είναι ένα κονσέρτο που υπάρχει μια διαρκής συνομιλία, σε πιο έντονες και πιο ήρεμες φάσεις, που όμως δε χωρίζονται σε μέρη, μεταξύ του σολίστα και του ορχηστρικού συνόλου. Αυτές οι φάσεις μπορούν να οδηγήσουν το βλέμμα πάνω στον πίνακα, σε φαινομενικά πιο απλά μέρη, συνήθως τα «συνοδά» εξωτερικά, ως τα πιο πολύπλοκα, που βρίσκονται κυρίως στον πυρήνα του κεντρικού συμπλέγματος. Τα μελωδικά αργά ορχηστρικά κομμάτια προσθέτουν κίνηση σε όλα τα δισδιάστατα στοιχεία του χαρτιού, που μοιάζουν έτοιμα να περιστραφούν γύρω από έναν ξεκάθαρο κεντρικό άξονα κι έτσι δεξιοστρόφως να ετοιμάσουν την πορεία τους προς μία μεγαλύτερη διάσταση, έξω από τη φωτεινή ακουαρέλα.

Μετά από αυτή την εμπειρία, ένιωθα ότι μπορώ να δω καλύτερα κάθε άλλο μεγάλο έργο της ζωγραφικής (ίσως να το νιώσετε κι εσείς) κι έτσι ακολούθησαν αρκετά παραδείγματα, μερικά από τα οποία είναι τα παρακάτω!

2. Vincent van Gogh, La Nuit étoilée (The Starry Night) – Antonín Dvořák, Serenade for Strings in E major

Ο πίνακας προφανώς δε χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις, καθώς πρόκειται για ένα από τα πιο πολυπροβλημένα έργα της ζωγραφικής σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Ο δημιουργός του, επίσης, αποτελεί έναν ιδιότυπο ποπ αστέρα, έναν μύθο που συνδέεται με τη σχιζοφρενική ζωή του. Έτσι, είναι αρκετά στερεοτυπικό να πω ότι αυτός είναι ο πίνακας που με έχει εντυπωσιάσει όσο κανένας άλλος, όταν μου δόθηκε η ευκαιρία να τον δω από κοντά. Η αλήθεια είναι ότι η επαφή με τους πίνακες του van Gogh μέσα από σελίδες βιβλίων, αφίσες ή ψηφιακά και η αίσθηση της παρατήρησής τους εκ του σύνεγγυς αποτελούν δύο εντελώς διαφορετικές εμπειρίες, κάτι που συμβαίνει στα περισσότερα έργα κάθε μορφής τέχνης, αλλά έχω την αίσθηση ότι σ’αυτή την περίπτωση αυτή η διαφορά είναι λίγο μεγαλύτερη.

Όταν επισκέφθηκα το MoMA στη Νέα Υόρκη, όπου εκτίθεται η «Έναστρη Νύχτα» είχα μπει αγχωμένα για μερικές ώρες στο κέντρο της αμερικανικής μητρόπολης, λίγες ώρες πριν την πτήση μου για την επιστροφή στην Ευρώπη. Μπαίνοντας στο μουσείο κατευθύνθηκα κατ’ευθείαν στον όροφο που βρισκόταν ο συγκεκριμένος πίνακας, ώστε να ξεκινήσω από εκεί (από πάνω προς τα κάτω για όσους έχουν βρεθεί) την περιήγησή μου. Μπροστά στη θέα του όμως κάθε αίσθηση του χρόνου σταμάτησε να υπάρχει, τίποτα δεν είχε σημασία. Δεν ξέρω πόση ώρα κάθησα μπροστά σ’αυτό το αριστούργημα, χαζεύοντας την πινελιά του van Gogh που είναι ζωντανή μέχρι σήμερα σε όλους τους πίνακές του, νομίζοντας ότι ο καλλιτέχνης είναι εκείνη την ώρα μπροστά σου και δημιουργεί. Η έντονη αποτύπωση της εντύπωσης του δημιουργού από την εικόνα που αποτυπώνει, που δίνει και το όνομά της στο ρεύμα του ιμπρεσιονισμού, είναι ξεκάθαρη στο μέγιστο βαθμό σ’αυτόν τον πίνακα. Είναι πολύ εύκολο από την αίθουσα ενός μουσείου της Νέας Υόρκης να νιώσεις ξαφνικά ότι είναι νύχτα, πατάς το χώμα και το χορτάρι της γαλλικής υπαίθρου, σε μια εποχή που τα ανθρώπινα φώτα δεν αποδυναμώνουν τη λάμψη των ουράνιων σωμάτων και ο χορός του γαλαξία μας αποτυπώνεται σ’αυτό που το ανθρώπινο μυαλό αντιλαμβάνεται σαν ουράνιο θόλο.

Αυτή η αίσθηση χρειάζεται τη δική της μουσική στο βάθος για να ολοκληρωθεί. Αν και το έργο έχει το δικό του «soundtrack», το τραγούδι «Vincent» του Don McClean με τον χαρακτηριστικό στίχο «Starry starry night» να επαναλαμβάνεται στην αρχή του κάθε κουπλέ, αυτή η μελωδία δεν ανήκει σ’αυτό το σκηνικό, αλλά περιγράφει σε πιο μεγάλο χρονικά πλαίσιο την πορεία του καλλιτέχνη. Η αίσθηση της παρατήρησης του νυχτερινού έναστρου ουρανού, με την κίνηση των σωμάτων του και την παρουσία όλων των στοιχείων που διεγείρουν τις πέντε αισθήσεις σε μια νυχτερινή υπαίθρια εμπειρία αποτυπώνεται κατά τη γνώμη μου από μία μουσική που έχει γραφτεί ακριβώς γι’αυτή την ώρα της ημέρας, μια σερενάτα! Μία από τις καλύτερες του είδους, με έντονα τρυφερά συναισθηματικά στοιχεία στο δεύτερο μέρος της είναι αυτή που έγραψε ο Dvořák το 1875 για σύνολο εγχόρδων σε Μι μαντζόρε.

Η μελωδία που μοιάζει περισσότερο με γλίστρημα πάνω σε έναν ειδυλιακό χώρο, που πάντα θα είναι για τον άνθρωπο ο ουρανός, έχει τη δυνατότητα να αποτυπώσει αυτά τα μαγευτικά φαινόμενα της φύσης που είδε ο ζωγράφος 14 χρόνια αργότερα και συγκινήθηκε και τα έδωσε σ’εμάς για να συγκινούμαστε και να ανατριχιάζουμε στους αιώνες. Ο συνδιασμός αυτών των δύο έργων, κατά τη γνώμη μου, κάνει κάθε λέξη να μοιάζει ασήμαντη μπροστά στη δύναμη να δημιουργήσουν συναισθήματα ορατά, μέσω των σωματικών επιπτώσεων που δημιουργούν στον παρατηρητή τους, κάτι που πολύ συχνά επιχειρώ!

3. Joan Mirò, Personajes y Perro ante el Sol (Figures and Dog in Front of the Sun) – Arturo Márquez, Danzon No.2

Το έργο του Mirò είναι εύκολο να παρεξηγηθεί λόγω του «παιδικού» ύφος του, των «απρόσεχτων» και καμπυλωδών γραμμών του, της έντονης αφαίρεσης και των επίσης έντονων, πολλές φορές μάλιστα αταίριαστων χρωμάτων, που θυμίζουν παιδική παλέτα. Αυτή η παρεξήγηση είναι ακόμα πιο επικίνδυνο να συμβεί αν κάποιος έχει έναν πίνακα του Mirò πάνω από το εποχιακό παιδικό του κρεβάτι, όπως συνέβη στον γράφοντα με τον συγκεκριμένο πίνακα που παρουσιάζεται σ’αυτή την παράγραφο. Είναι δύσκολο να κρίνουμε πράγματα που συνδέονται με την παιδική μας ηλικία, καθώς αυτά εκ των προτέρων περικλύουν μια έντονη δόση νοσταλγίας και τρυφερότητας, που αρκετές φορές δεν είναι ο στόχος του δημιουργού τους. Ωστόσο, μία σκηνή που παρουσιάζει δύο ανθρώπινες φιγούρες κι έναν σκύλο κάτω από έναν υπέρλαμπρο, λόγω και του παρουσιαζόμενου μεγέθους του, ήλιο, είναι κάτι που σίγουρα δημιουργεί μια αίθηση ψυχικής ανακούφισης.

Ο συγκεκριμένος πίνακας του Mirò παίζει με τις έντονες αντιθέσεις των χρωμάτων στο μεσογειακό καλοκαίρι, ή σε οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου μπορεί κανείς να βρεθεί σε μια αντίστοιχη κατάσταση λόγω των κλιματικών συνθηκών. Το έντονο κόκκινο χρώμα του ήλιου δίνει αυτή τη θερμότητα που χρειάζεται ολόκληρο το σκηνικό, δεν είναι σαν τον ήλιο σε άλλους πίνακες, άλλων καλλιτεχνών, άλλης γεωγραφικής προέλευσης, που το χρώμα του άστρου μας είναι πολύ πιο χλωμό. Το έντονο χρώμα, που πλησιάζει τις ερυθρές αποχρώσεις περισσότερο προς τις τελευταίες ώρες της ημέρας είναι αυτό που δημιουργεί και τις πιο έντονες σκιές, τις πιο βαθιές αποχρώσεις, πολλές φορές και τις πιο έντονες εντυπώσεις. Αυτές οι αποχρώσεις και οι σκιές φαίνονται πάνω στο σχέδιο του Ισπανού ζωγράφου, ακόμα κι αν μπερδεύονται αυθαίρετα μέσα στις παράξενες σιλουέτες που ορίζουν τις φιγούρες των τριών έμψυχων όντων του πίνακα.

Για να μπορέσει κανείς να συνδιάσει τα παραπάνω στοιχεία με μια μελωδία του παγκοσμίου ρεπερτορίου είναι δύσκολο να συσχετίσει τον πίνακα με κάποιο κομμάτι από την κλασική δυτικοευρωπαϊκή μουσική. Το κλίμα που αυτή δημιουργήθηκε αποτυπώνεται στο ρυθμό της, στις κλίμακες που ακολουθεί, στα διαστήματα της μελωδίας της. Χρειάζεται κάτι αντιστοίχως πιο «παιχνιδιάρικο», αυστηρά σε μείζονα κλίμακα, με γλυκά περάσματα και αρκετό staccato είτε στην κυρίαρχη μελωδία είτε στη συνοδεία της. Αυτά τα στοιχεία τα βρήκα στο Danzon No. 2 που δεν είναι τυχαίο ότι είναι έργο ενός Μεξικανού συνθέτη, του Arturo Marquez, που προέρχεται δηλαδή από μια χώρα που αυτές οι εικόνες δεν είναι καθόλου άγνωστες, ούτε στη φύση, ούτε στους ανθρώπους, ούτε ακόμα και στους σκύλους!

Ο συνδιασμός αυτής της εξαιρετικά δυνατής σε συναίσθημα μουσικής και της τεχνοτροπίας του Mirò που κάνει οτιδήποτε να μοιάζει οικείο, δημιουργούν ένα εκπληκτικό πάντρεμα, που μοιάζει τόσο εύπεπτο που ίσως ο καθένας να νιώσει ότι μπορεί να το ξαναδημιουργήσει από τις δικές του σκέψεις, αν δεν μπερδευτεί νομίζοντας ότι το έχει ήδη κάνει!

4. Pablo Picasso, Guernica – Joaquín Rodrigo, Concierto de Aranjuez: 2. Adagio

Ο Pablo Picasso ήταν μια ιδιοφυία! Γνωρίζω ότι κομίζω γλαύκα εις Αθήνας με αυτή τη διαπίστωση, αλλά είναι δύσκολο να εκφραστούν οι σκέψεις ύστερα από την αφασία που δημιουργεί η επαφή με ένα από τα πιο εμβληματικά έργα τέχνης του 20ου αιώνα, συνδεμένου εκρηκτικά με ένα από τα πιο σημαντικά ιστορικά γεγονότα του. Τον Απρίλη του 1937, μετά από πρόσκληση των Ισπανών εθνικιστών, Γερμανικά και Ιταλικά φασιστοναζιστικά αεροπλάνα ίπτανται πάνω από τη βάσκικη πόλη της Γκουέρνικα (ή Γκέρνικα) και την ισοπεδώνουν στην κυριολεξία, προκαλώντας μία από τις πιο αποτρόπαιες εγκληματικές ενέργειες που στιγμάτισαν την ιδεολογία του μίσους αλλά και την ανθρώπινη ιστορία. Ένας κομμουνιστής ζωγράφος αποφάσισε να βάλει το στίγμα του, ώστε αυτό το γεγονός να αποτελέσει χάρτη στην πανανθρώπινη συνείδηση και έβαλε μπρος τα πινέλα του για να απαντήσει στη θηριωδία.

Η ιδιοφυία του Picasso έγκειται στον τρόπο που τα κατάφερε. Οι τεράστιες διαστάσεις του πίνακα της Guernica βάζουν τον παρατηρητή μέσα στο ίδιο το σκηνικό, στη δυστοπία που δημιουργεί η απόλυτη κυριαρχία του θανάτου σε κάθε μεριά του καμβά, όπως συνέβη και σε κάθε μεριά της μικρής βάσκικης πόλης. Το σκηνικό είναι σχεδόν κινηματογραφικό, με την έντονη σκηνή, όπου συντελείται η απόλυτη ύβρις απέναντι στο ανθρώπινο είδος, να περνάει βασανιστικά αργά μπροστά από τα μάτια του θεατή, που νομίζει ότι μπορεί, αλλά νιώθει ακόμα πιο αδύναμος και ακόμα πιο δυστυχισμένος κατανοώντας ότι δε μπορεί να τη σταματήσει. Αυτή η κινηματογραφική «αργή κίνηση» γίνεται ακόμα πιο βαριά στην κυριολεκτική ακινησία ενός πίνακα που όμως έχει τόσο έντονο το μπλέξιμο μεταξύ όλων των τραγικών έμψυχων στοιχείων του, που αντιλαμβάνεσαι εύκολα ότι τα πράγματα βρίσκονται σ’αυτή τη στιγμή που ενώ τη βλέπεις να εξελίσσεται μπροστά σου δε μπορείς να τη σταματήσεις και η θηριωδία σε υποβάλλει.

Στο σινεμά συνήθως αυτές οι σκηνές συνοδεύονται από μια ήρεμη, αργή μουσική, εκτός βέβαια αν είναι Hollywood, που τότε παίζουν όλα τα πνευστά του πλανήτη για να ακουστεί το surround. Στον πίνακα χρειάζεται κάτι αντίστοιχο, μια απόλυτα λυπητερή, μινόρε μελωδία, χωρίς ίχνος αισιόδοξης κατάστασης, αντίστοιχη ενός διαρκούς κλάμματος, σπαραχτικού κλάμματος που παρακολουθεί τη βουβή κραυγή των θυμάτων, που συνοδεύει τη συνείδηση του αναντίστρεπτου χαρακτήρα της καταστροφής. Αυτή η μουσική, σε απόλυτα ισπανικό ύφος, είναι το Concierto de Aranjuez του Rodrigo, όπου η κιθάρα γίνεται ο αφηγητής της πιο λυπητερής ιστορίας.

Ο Rodrigo έγραψε το κονσέρτο δύο χρόνια αργότερα και το συνέδεσε με μια μεσαιωνική ιστορία βασιλιάδων, καθώς μόνο έτσι δε θα είχαν πρόβλημα οι νικητές του εμφυλίου, το φασιστικό κράτος των Φρανκιστών. Ωστόσο, για κάποιο λόγο, στη συλλογική συνείδηση των Ισπανών, έχει μείνει ως ένας ύμνος στη θηριωδία της Guernica και θεωρώ ότι δεν είναι τυχαίο ότι χωρίς να το γνωρίζω αυτό (πριν το ψάξω), ασυναίσθητα την ίδια εντύπωση δημιουργούσε και σ’εμένα, ταιριάζοντας γάντι με τον πίνακα του Picasso. Το πάντρεμα αυτών των δύο, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι απλά διδακτικό όσο αφορά την τέχνη, αλλά όσο αφορά και την παγκόσμια ιστορία, την ιδεολογική συνείδηση που πλάθεται σε κάθε μέρος του πλανήτη, όχι σε μια στιγμή, αλλά στο πέρασμα των χρόνων.

5. Giorgio de Chirico, The Song of Love – Manos Hatzidakis, Gioconda’s Smile: Portrait of My Mother

Ο πίνακας του de Chirico είναι ακριβώς αυτό που λέει το όνομά του, ίσως και κάτι παραπάνω, όχι απλά ένα τραγούδι αλλά ένας ύμνος στην αγάπη. Προσωπικά, για κάποιο λόγο, η αγάπη που αποτυπώνεται σε αυτόν τον πίνακα δεν είναι ο έρωτας, αλλά ένα από τα πιο δυνατά συναισθήματα που ακολουθούν τον άνθρωπο από τη στιγμή της γέννησής του και καθ’όλη τη διάρκεια της διαδρομής του στο ταξίδι της ζωής, η αγάπη για τη μητέρα. Δεν υπάρχει πρόσωπο που να συμβολίζει περισσότερο την απόλυτη αφοσίωση, την αστείρευτη δοτικότητα, από αυτό που συμβολίζουν οι γονείς, με τη μητέρα να έχει το «προνόμιο» της τρυφερής αγκαλιάς, είτε όταν αυτή έρχεται για να σε βάλει στη ζεστασιά της, είτε όταν δημιουργείται η ανάγκη να την κλείσεις μέσα στα δικά σου χέρια, προστατεύοντας την προστασία που σου δίνει. Η παρουσία του καρφωμένου γαντιού πάνω στον τοίχο σκιαγραφεί, ακόμα κι αν κάποιος ορθολογιστής το θεωρήσει στερεοτυπικό, την παρουσία αυτής της μητρικής φιγούρας.

Για κάποιον που έχει μεγαλώσει στον ελληνικό χώρο και άρα η μητρική φιγούρα συνδέεται και με το παρελθόν πριν από τη δική του ζωή, ο συμβολισμός του κλασικού αρχαιοελλγηνικού αγάλματος μπορεί να δέσει απόλυτα με το κοινό καθημερινό αντικείμενο που βρίσκεται καρφωμένο δίπλα του, ενώ η μπάλα, σύμβολο της παιδικής ηλικίας είναι τοποθετημένη μπροστά τους, στο έδαφος που ορίζει ο παρατηρητής, όχι στον τοίχο που έχει φτιαχτεί για να προβάλονται αυτά που οι άλλοι έχουν φτιάξει για εκείνον. Ο de Chirico φρόντισε όλα αυτά να τα βάλει και υπό τη σκέπη ενός βαθύ μπλε καλοκαιρινού μεσογειακού ουρανού, με την παρουσία του ήλιου να κυριαρχεί στις σκιές των αντικειμένων και την απουσία από πόρτες και παράθυρα στις γύρω κατασκευές να δημιουργούν την αίσθηση της ζέστης που αποπνέει και το σκηνικό αλλά και τα δημιουργούμενα συναισθήματα. Προσωπικά, το γεγονός ότι η γενέτειρα πόλη του de Chirico είναι η ίδια μ’αυτήν της μητέρας μου, με έκανε όλα τα παραπάνω να τα συνδέσω σε ένα μεγαλύτερο βαθμό, φτάνοντας στο σημείο να νομίζω ότι ο πίνακας έγινε για εκείνη.

Ένα τέτοιο μεσογειακό σκηνικό χρειάζεται και την αντίστοιχη μεσογειακή μουσική για να το ρουφήξει κανείς. Το καλύτερο παράδειγμα τέτοιας ορχηστρικής μουσικής, που θυμίζει όσο τίποτ’άλλο αυτές τις σκηνές, έφτιαξε ο Μάνος Χατζηδάκις, που αν και το ονόμασε «Το Χαμόγελο της Τζοκόντας» σίγουρα συνδέεται με εικόνες πολύ πιο οικείες σ’εμάς από το χλωμό αινιγματικό έργο του da Vinci. Το κομμάτι «Πορτραίτο της Μητέρας μου» έγινε λοιπόν λες και ήρθε να κολλήσει πάνω σ’αυτό τον πίνακα, σε τέτοιο βαθμό που προσωπικά σκέφτηκα «δε μπορεί να σκεφτόταν κάτι άλλο» την ώρα που το έγραφε, με τις συμπτώσεις να παραείναι πολλές όταν διαπιστώνει κανείς ότι το έργο εκτίθεται στη Νέα Υόρκη, την ίδια πόλη όπου ο Μάνος έγραψε το κορυφαίο μουσικό του έργο.

6. Michelangelo Merisi da Caravaggio, Presa di Cristo nell’orto (The Taking of Christ) – Antonio Vivaldi, The Four Seasons: Summer, III: Presto

Ο Caravaggio είναι ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς εκπροσώπους του ιταλικού ζωγραφικού μεσαίωνα. Η τελειότητα που πρέπει να πλησιάζει ένα «θεόπνευστο» έργο, προκειμένου να υπάρχει και ο αντίστοιχος σεβασμός στα θρησκευτικά θέματα, καθώς και το φως που έρχεται από απροσδιόριστο μέρος για να φωτίσει μόνο τα πρόσωπα των πρωταγωνιστών κάθε σκηνής, κρύβοντας οτιδήποτε δεν είναι απαραίτητο στην αφήγηση, είναι τα βασικά χαρακτηριστικά κάθε πίνακά του. Η προσωπική μου επαφή με τους πίνακές του ήταν ίσως μία από τις πρώτες που είχα με έργα καλλιτεχνών του παγκόσμιου στερεώματος κι αυτό έχει μια σημασία και για την έμπνευση να τον εντάξω μέσα σ’αυτή τη λίστα, αλλά και στον τρόπο που συνέδεσα, από τότε ακόμα, τους πίνακές του με συγκεκριμένη μουσική σχολή.

Αυτή η επαφή συνέβη το 1997, όταν στο πλαίσιο της «Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης», ένα από τα τρία πιο σημαντικά γεγονότα που συνέβησαν στη Θεσσαλονίκη ήταν η φιλοξενία της έκθεσης των έργων του Caravaggio στο Κυβερνείο (αλλιώς γνωστό ως Παλατάκι, πριν ακόμα φτάσει στην τραγική κατάσταση που βρίσκεται σήμερα). Είναι γεγονός ότι μεγαλώνοντας έχω παρατηρήσει ότι τα έργα σε οποιαδήποτε τέχνη, που θεωρώ κορυφαία, έχουν δημιουργηθεί πιο κοντά στη δική μου εποχή, ελπίζοντας ότι πριν ολοκληρώσω το ταξίδι μου σ’αυτό τον κόσμο θα έχω φτάσει στην απόλαυση του «σήμερα». Ωστόσο, τότε, οι πίνακες του Caravaggio έμοιαζαν αξεπέραστοι και κορυφαίοι, με κύριο στοιχείο που με εντυπωσίαζε την τελειότητα και πιστότητα της απεικόνισης των ανθρώπινων φιγούρων, που αρκετές φορές νομίζεις ότι πρόκειται για φωτογραφίες.

Την ίδια εποχή, λόγω και του ωδείου, η μουσική με την οποία ερχόμουν σε επαφή ήταν το Μπαρόκ και ο συνθέτης που θεωρούσα κορυφαίος ήταν ο Vivaldi, με την αντικειμενικά ευκολοθαύμαστη δημιουργία των «τεσσάρων εποχών». Αυτός νομίζω είναι και ο λόγος που στο συγκεκριμένο πίνακα, που αφηγείται μια πολύ συγκεκριμένη και γνωστή θρησκευτική σκηνή, μου ταίριαξε απόλυτα ένα από τα πιο γνωστά μέρη των «τεσσάρων εποχών», η γνωστή «Καταιγίδα» ή το 3ο μέρος από το «Καλοκαίρι». Η σχεδόν αγχωτική παρουσία των συνεχόμενων μικρών μουσικών κλασμάτων αποτυπώνει και τον πανικό εκείνης της στιγμής, που μέσα σε ένα συνωστισμό, με την παρουσία Ρωμαίων στρατιωτών και όλων των μαθητών του Χριστού, ο Ιούδας πετιέται για να δώσει το φιλί που όρισε το μεγαλύτερο θρησκευτικό έγκλημα, την προδοσία του Θεού από τον ίδιο τον άνθρωπο, που αν δεν υποφέραμε από την εκκλησιαστική καταπίεση αιώνων θα μπορούσε να είναι ένα θέμα εξαιρετικών θεατρικών τραγωδιών. Η μουσική σκιαγραφεί τα συναισθήματα όλων των προσώπων, που βρίσκονται σε υπερδιέγερση, μέχρι και τον πανικό, εκτός φυσικά από τον ίδιο τον Θεάνθρωπο, που πρέπει να βρίσκεται σε μια χαρακτηριστική ηρεμία και μπορεί να τραβήξει την προσοχή μας μόνο στα σημεία που τα κλάσματα γίνονται μεγαλύτερα (δηλαδή οι νότες έχουν μεγαλύτερη διάρκεια).

Ο πίνακας και συνολικά το έργο του Caravaggio είναι ίσως ό,τι πιο μπαρόκ έχω συναντήσει στην επαφή μου με τη ζωγραφική και δε θα μπορούσα να τον αντικρύσω με το έργο κάποιου άλλου συνθέτη, παρά μ’αυτό του συμπατριώτη του, Vivaldi.

7. Salvador Dalí, The Persistence of Memory – Edward Elgar, Cello Concerto in E minor

Ο Dalí είναι ένας ζωγράφος ονειρικός. Αυτά που έβαζε πάνω στον καμβά του, ενώ αντιστοιχούσαν σε πραγματικά αντικείμενα της πραγματικής ζωής, ή έστω σε πολύ διακριτές φιγούρες, δε μπορείς εύκολα να καταλάβεις ποιος είναι ο λόγος της θέσης τους εκεί και για ποιο λόγο είναι με συγκεκριμένο τρόπο διαφορετικά από τον πραγματικό κόσμο. Η πρώτη επαφή μπορεί να μοιάζει απλά με ένα πείραμα, με ένα παιχνίδι με τις καταστάσεις της ύλης, ωστόσο η συμπεριφορά έμψυχων ή άψυχων αντικειμένων, ακόμα και συναισθηματικών μορφασμών, είναι τα στοιχεία που δίνει ο ζωγράφος για να περιηγηθείς στη σκέψη του, η οποία μόνο αφηρημένη δεν είναι στο τέλος. Ίσως ο πιο εμβληματικός πίνακάς του είναι «Η Εμμονή της Μνήμης» που πολλοί τον αναγνωρίζουν από τα «λιωμένα ρολόγια».

Σε ένα σχετικά άδειο και επιτηδευμένα απόλυτα άψυχο τοπίο, με μόνη έμβια παρουσία τα μικρά έντομα, που συνδέονται συνήθως με τη σήψη, ο χρόνος λυγίζει πάνω από οτιδήποτε νεκρό, είτε αυτό είναι ένα δέντρο είτε μια φαντασιακή φιγούρα ανθρώπινου προσώπου. Επιχειρώντας μια αφαίρεση, καθοδηγούμενος και από τον τίτλο, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο χρόνος, που θεωρείται πανδαμάτωρ, δε μπορεί να αντέξει το συναγωνισμό με τη μνήμη, λυγίζει μπροστά στην παρουσία του νεκρού, που υπέταξε, αλλά δεν κατάφερε να εξαφανίσει. Για κάποιον που αναλύει τη ζωή και το θάνατο σε βάθος – και ο Dalí μάλλον ήταν ένας από αυτούς – αυτό είναι ένα αισιόδοξο σενάριο, δοσμένο βέβαια με μια εξαιρετική κυνικότητα, που χαρακτηρίζει το σύνολο του έργου του.

Πάνω σ’αυτό το θέμα είχα μια προσωπική εμπειρία, όπου πλέκεται και ένα από τα κλασικά έργα της μουσικής του 20ου αιώνα. Ακούγοντας το Κονσέρτο για Τσέλο του Elgar, που θεωρείται το κορυφαίο έργο για Τσέλο από ειδικούς και μη, μια ιστορία σχηματίστηκε στο μυαλό μου, που θα μπορούσε να είναι το θέμα ενός μυθιστορήματος ή το σενάριο μιας ταινίας. Η ιστορία θέλει ένα ζευγάρι να ζει και να απολαμβάνει τη ζωή μέχρι τη στιγμή που ένας από τους δύο αποχωρεί από τον κόσμο, σκορπώντας τη θλίψη στο σύντροφό του. Αυτός που μένει πίσω, ωστόσο, δεν αποδέχεται τη μοίρα και θέτει τον εαυτό του σε μια ψυχολογική κατάσταση παρατεταμένης, συνειδητής και επιτηδευμένης άρνησης, επιχειρώντας να συνεχίσει τη ζωή του με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, όπως συνέβαινε και υπό την παρουσία του αγαπημένου του προσώπου. Ζει σε μια παράνοια, με παράδειγμα να παραγγέλνει για 2 άτομα στο εστιατόριο, να αφήνει κενό χώρο δίπλα του στο παγκάκι εκεί που βλέπει τον κόσμο να περνάει ή ένα ηλιοβασίλεμα, μοιραζόμενος κάθε στιγμή με μια παρουσία που δε βρίσκεται πια κοντά του. Ο τίτλος που είχα σκεφτεί για αυτή την ιστορία, η οποία προφανώς και δε θα είχε happy end, γιατί δε γίνεται να έχει happy end μια τέτοια ιστορία, ήταν Dueto Solo, με την έννοια ότι ο πρωταγωνιστής έπαιζε Solo ένα έργο που ήταν γραμμένο για δύο.

Ψάχνοντας να βρω αν υπήρχε κάτι αντίστοιχο με αυτό τον τίτλο, καθώς δε μου φαινόταν και τόσο πρωτότυπος, έπεσα πάνω σε μια ταινία του 1986, το «Duet for One». Η εκπληκτική σύμπτωση ήταν ότι η ταινία αφηγείται την τραγική ζωή της Jacqueline du Pré, που ως σήμερα θεωρείται ότι έδωσε την κορυφαία και αξεπέραστη ερμηνεία του Κονσέρτου του Elgar και πέθανε από σκληρυνση κατά πλάκας το 1987. Αυτός ο παράξενος «κύκλος» των γεγονότων συνέδεσε άρρηκτα το κομμάτι αυτό με την παραπάνω ιστορία και αυτή η ιστορία συνδέεται απόλυτα με αυτή την «Εμμονή της Μνήμης» που παρουσιάζει στον πίνακά του ο Dalí. Τι άλλο θα μπορούσε να ταιράξει καλύτερα αυτά τα δύο έργα; Το μόνο ερώτημα είναι ποιο από τα δύο φτιάχτηκε για να συνοδεύσει το άλλο…

8. Henri de Toulouse-Lautrec, Femme à sa toilette – Georges Bizet, Carmen Suite No.2: 2. Habanera

Ο Toulouse-Lautrec έβαλε πάνω στους πίνακές του μία από τις περιόδους που υπήρξαν άλματα στη σεξουαλική απελευθέρωση. Η μη συντροφική ερωτική διέγερση απενεχοποιήθηκε στη Γαλλία του 19ου αιώνα, με αποτέλεσμα και τα βαθιά ερωτικά συναισθήματα να μπορέσουν να μπουν σε μια διαφορετική, πιο καθαρή και ελεύθερη βάση, που ο εχθρός τους ήταν πια ο ίδιος τους ο εαυτός και όχι τα διάφορα κοινωνικά πρότυπα και οι προκαταλήψεις τις εποχής. Οι ίδιοι άνθρωποι, ωστόσο, που συμμετείχαν στη μία διαδικασία, αυτή την οργιώδη και επιφανειακή, είχαν συνήθως και τα πιο βαθιά πάθη που χαρακτηρίζουν τα αγνά συναισθήματα. Αυτή η αντίθεση είναι δύσκολο να κατανοηθεί ακόμα και στην εποχή μας, λόγω και των κατάλοιπων που περνάνε από γενιά σε γενιά, αλλά και ενός ιδιόμορφου πουριτανισμού που εμφανίζεται πάνω σε ιδιαίτερες οικονομικές συνθήκες.

Ο πίνακας της «Γυναίκας στην Τουαλέτα της» (με την τουαλέτα να έχει συνυποδηλώτική χρήση, το χώρο στο διαμέρισμά της αλλά και το φόρεμά της – οι μεταφράσεις μάλιστα ποικίλουν) δείχνει ακριβώς αυτό. Η γυναίκα που είναι καθισμένη στο πάτωμα, άτσαλα πάνω στο φόρεμά της, με ένα βλέμμα που μοιάζει περισσότερο με αυτό το αφηρημένο του ανθρώπου που σκέφτεται, χωρίς να προχωράει το ντύσιμο ή γδύσιμό της, είναι η ενσάρκωση της αντίθεσης που προκαλεί αυτή η απελευθέρωση. Πρόκειται για μια νεαρή χορεύτρια, με όμορφες αναλογίες, που ρόλος της είναι να σαγηνεύει το πλήθος και λόγω των φυσικών προσόντων της μπορούμε να υποθέσουμε ότι το πετυχαίνει εύκολα, που ωστόσο έχει σκοτούρες στη δική της ζωή, ένα σαράκι που την αναγκάζει να καθίσει στο πάτωμα, να βάλει τα χέρια πάνω στα πόδια και κοιτάζοντας αφηρημένα μπροστά να αφεθεί στα όσα η ίδια νιώθει. Ο Toulouse-Lautrec μια τέτοια γυναίκα, από «κοινή» την ανεβάζει πολλά επίπεδα και τη φέρνει σε μια πιο σύγχρονη κατάσταση, που δεν μη όντας πια ιδιοκτησία πατέρα και συζύγου, προβληματίζεται από τα δικά της πάθη και συναισθήματα, μοιάζοντας μάλιστα μπερδεμένη μέσα σ’αυτό.

Την ίδια περίπου εποχή μια τραγική ηρωίδα, ανεξάρτητη, μυθικά γοητευτική, θύτης και θύμα των συναισθημάτων της κάνει την είσοδό της στην οικουμενική καλλιτεχνική παράδοση. Η ισπανίδα Κάρμεν γίνεται όπερα και ο Bizet μέσα από τα πάθη της βγάζει το παράπονό του για τη δική του «καθωσπρέπει» και «πεπατημένη» συναισθηματική ζωή. Η εμβληματική Habanera της είναι κατά τη γνώμη μου η πιο χαρακτηριστική προοικονομία του δράματος που ακολουθεί και για το λόγο αυτό δεν είναι ένα ανάλαφρο τραγούδι (έχω τσακωθεί για το χαρακτήρα της Habanera, δεν κάνω πλάκα). Πόσο καλύτερα να το πει στον στίχο; «Η αγάπη είναι ένα ανέμελο πουλί, ποτέ, ποτέ της δε γνώρισε το Νόμο, αν δε μ’αγαπάς εγώ σ’αγαπώ κι αν σ’αγαπώ φυλάξου»!

Το δράμα, τα λόγια και η σκέψη της Κάρμεν μπορούν να μπουν πολύ εύκολα στο μυαλό της κοκκινομάλλας χορεύτριας που και ο ρυθμός του χορού της μπορεί κάλλιστα να ακολουθεί αυτόν μιας Habanera. Θύτης και θύμα μαζί, αδύναμη προσωρινά, εκεί που αντιμετωπίζει τον εαυτό της, στην επόμενη παράσταση θα μπορούσε να υποδηθεί η ίδια την Κάρμεν.

9. Robert Delaunay, Champs de Mars: La Tour Rouge (Champs de Mars: The Red Tower) – Pyotr Ilyich Tchaikovsky, Piano Concerto No. 1 in B-Flat Minor

Ο Delaunay είναι ένας αρκετά ιδιαίτερος ζωγράφος, καθώς αποτέλεσε τον πυρήνα μιας μικρής ομάδας που δημιούργησε ένα σύντομο χρονικά ρεύμα στο Παρίσι, το οποίο ο ποιητής Guillaume Apollinaire ονόμασε Ορφισμό (από τον Ορφέα) και θεωρείται κομμάτι του Κυβισμού. Σε μια σειρά από πίνακές του ασχολήθηκε με την αποτύπωση ενός από τα πιο εμβληματικά μνημεία της ανθρωπότητας, σύμβολο μιας εποχής, ενός περάσματος σε ένα επόμενο στάδιο υλικοτεχνικής εξέλιξης, του Πύργου του Άιφελ. Ο Πύργος που από πολλούς θεωρήθηκε και θεωρείται ακόμα και σήμερα άσχημο σιδερένιο κατασκεύασμα είναι κατά τη γνώμη μου ένα από τα πιο καλαίσθητα ανθρώπινα δημιουργήματα, που δίνει χαρακτήρα σε μια ολόκληρη πόλη, στιγματίζοντας τη συμβολή της στον κόσμο.

Στο συγκεκριμένο πίνακα, που ονομάζεται «Πεδίον του Άρεως: Ο Κόκκινος Πύργος», ο Delaunay έχει δώσει μια οπτική του Πύργου όπως αυτός φαίνεται από πάρα πολλές μεριές της γαλλικής πρωτεύουσας, προβάλλοντας στην άκρη των δρόμων, ανάμεσα στα κτήρια. Τα κτήρια δημιουργούν το περίγραμμα, πάντα με αφηρημένο τρόπο και φυσικά απλά γεωμετρικά σχέδια, ενώ το φωτεινότερο φόντο με κομμάτια από πράσινο και καμπύλες είναι το τεράστιο Πεδίο του Άρεως που στην άκρη του δεσπόζει το δημιούργημα του Gustave Eiffel.

Αυτή η εικόνα χρειάζεται τη δική της μουσική και η αλήθεια είναι ότι την εποχή της κατασκευής του Πύργου η γαλλική μουσική περνούσε μια εξαιρετικά ρομαντική φάση, εκφράζοντας άλλα πράγματα που χαρακτήριζαν την Παριζιάνικη κοινωνία του τέλους του 19ου αιώνα και όχι την εξαιρετικά επαναστατική και καινοτόμα μηχανική, καθώς και τα επαναστατικά άλματα της επιστήμης στα γαλλικά ινστιτούτα. Ωστόσο, αυτό το νέο στοιχείο υπάρχει στη μουσική της εποχής, ακόμα κι αν αυτή έρχεται από άλλη χώρα, που τότε – σε αντίθεση με σήμερα – διατηρούσε άριστες σχέσεις με τη Γαλλία, χαρίζοντας στην Πόλη του Φωτός και ένα από τα πιο όμορφα αξιοθέατά της, τη Γέφυρα του Αλέξανδρου του 3ου.

Η χώρα προφανώς είναι η Ρωσία, που σήμερα υπάρχουν έξυπνοι νεο-Γάλλοι που αμφισβητούν ακόμα και την ευρωπαϊκότητα του πολιτισμού της. Κάποιος με στοιχειώδεις γνώσεις, ωστόσο, δεν αμφιβάλλει ούτε στιγμή από πού προέρχεται αυτό το κόμπλεξ, που σε καμία περίπτωση δε χαρακτηρίζει τη συμβολή της Γαλλίας στον παγκόσμιο πολιτισμό. Ωστόσο, αν υπάρχει κάποιος εκπρόσωπος του ρώσικου πολιτισμού που δεν αφήνει καμία αμφιβολία για την ευρωπαϊκότητά του, αυτός είναι ο Tchaikovsky!

Το Κονσέρτο για Πιάνο Νο. 1 του Tchaikovsky, αν δεν είναι το κορυφαίο, είναι ένα από τα κορυφαία έργα του, ενώ κατά την ταπεινή μου άποψη είναι το κορυφαίο Κονσέρτο για Πιάνο που έχει γραφτεί ως σήμερα. Αυτό το έργο ταιριάζει εξαιρετικά με την εικόνα, ή καλύτερα σύνολο εικόνων, που παρουσιάζει ο Delaunay στον πίνακά του. Το «σύγχρονο Παρίσι» μιας χρυσής εποχής, 100 χρόνια μετά τη Γαλλική Επανάσταση, που δίνει τα φώτα του σε όλο τον κόσμο, είναι μια πόλη μυθική, όσο μυθική είναι και η μουσική του Tchaikovsky, χωρίς καμία υπερβολή στη ρομαντικότητα, με καθετί να είναι κορυφαίο, πραγματικό, χειροπιαστό και προσιτό για αυτόν που βρίσκεται μέσα στο χώρο που όλα συμβαίνουν και γίνεται την ίδια στιγμή κοινωνός και αν τα καταφέρει και δημιουργός ή διαμορφωτής τους. Το Παρίσι εκείνης της εποχής έδωσε τον Πύργο του Άιφελ, δημιούργησε τις βάσεις για τα καλλιτεχνικά άλματα που εξέφρασε ο Delaunay και άλλαξε τον κόσμο με τέτοιο τρόπο που ο Tchaikovsky να γράψει το εκπληκτικό του έργο! Όλα μαζί σε μία σύνθεση μας δίνουν μια έντονη μυρωδιά από αυτόν τον οργασμό και τα 20 λεπτά του 1ου μέρους του Κονσέρτου είναι αρκετά για να θέλουμε να κάνουμε ένα ταξίδι στο χρόνο.

10. Eugène Delacroix, La Liberté guidant le peuple (Liberty Leading the People) – Ludwig van Beethoven, Symphony No: 9 in D Minor, «Choral»: IV. Presto

Για το τέλος άφησα μια κορυφαία στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας. Ένα από τα γεγονότα που στιγμάτησαν όχι απλά την ιστορία, αλλά την εξέλιξη του ανθρώπου ως είδους, τη διαδικασία της σκέψης του και τον τρόπο διαμόρφωσης των κοινωνικών του σχέσεων στη Γη, ήταν η Γαλλική Επανάσταση. Για όσους δεν το γνωρίζουν η Γαλλική Επανάσταση δεν ήταν μια διαδικασία που έγινε σε μια χρονιά, το 1789, αλλά γινόταν ξανά και ξανά για περίπου έναν αιώνα, μέχρι την Παρισινή Κομμούνα του 1871. Αυτός που κατάφερε ίσως καλύτερα από κάθε άλλον να περιγράψει αυτή την αιώνια διαδικασία μέσα στα όρια ενός καμβά ήταν ο Delacroix που το 1830 δημιούργησε τον πίνακα «Η Ελευθερία Οδηγεί τον Λαό» για να υμνήσει την Επανάσταση του Ιούλη του ίδιου έτους, για την οποία υπάρχει και το σχετικό μνημείο στη Βαστίλη.

Ο πίνακας είναι κάτι παραπάνω από επικός. Η Ελευθερία δεσπόζει, στη μορφή μιας γυναίκας που οι πάντα ρομαντικοί Γάλλοι όχι απλά της έδωσαν όνομα, Marianne, αλλά την έκαναν και σύμβολο της Δημοκρατίας τους. Πίσω της, όρθιος, ο οπλισμένος λαός, αλλά και κάτω από τα πόδια της στα συντρίμια, ο λαός που έδωσε τη ζωή του για να μπορέσει αυτή να σταθεί πάνω στα σώματά τους, ανεμίζοντας την τρικολόρ σημαία, σύμβολο της δημοκρατικής συνύπαρξης διαφορετικών τάξεων σε μία κοινωνία, την πεμπτουσία δηλαδή των αστικοδημοκρατικών επαναστάσεων. Αν και ξεχωρίζουν συγκεκριμένες συμβολικές μορφές, αστοί, χορικοί, εργάτες και φυσικά ένα παιδί με δύο όπλα στα χέρια του, καθώς και η μορφή εκείνου που ξεπροβάλει από τα πρώματα βλέποντας στην όψη της την ελπίδα, η Ελευθερία κρατάει ένα όπλο που πολλά ίδια βλέπουμε να χάνονται στη σκόνη του βάθους του πίνακα. Η σκηνή θυμίζει χαρακτηριστικές σκηνές από το χώρο γύρω από το Δημαρχείο του Παρισιού, το Hôtel de Ville και ο Delacroix το κάνει αυτό ξεκάθαρο, τοποθετώντας την Παναγία των Παρισίων με αντίστοιχο τρόπο και προοπτική με αυτόν που φαίνεται το ιστορικό μνημείο από το συγκεκριμένο σημείο.

Αυτή η μεγαλειώδης σκηνή της ανθρώπινης ιστορίας θα μπορούσε να συνδεθεί με το κορυφαίο μουσικό έργο που το είδος μας κατάφερε να δημιουργήσει ως σήμερα. Στον προσδιορισμό του τελευταίου, πάρα πολλοί πολύ ειδικότεροι από εμένα έχουν εκφραστεί, βρίσκοντας σύμφωνη και με μηδενικές αμφιβολίες και τη δική μου σκέψη. Η 9η Συμφωνία του Beethoven είναι ό,τι καλύτερο έχει υπάρξει ως μουσική δημιουργία στο πέρασμα των αιώνων, το τελευταίο χωρωδιακό κομμάτι της, δε, γνωστό ως «Ωδή στη Χαρά», όσο χιλιοπαιγμένο κι αν είναι, όσο κι αν έχει χρησιμοποιηθεί από οποιονδήποτε με τρόπους που αποτελούν ύβρι για τη χρήση του, είναι ένα απόλυτο εγκώμιο σε ένα από τα πιο δύσκολα για να περιγραφούν συναισθήματα. Η χαρά της πραγματοποιήσιμης ελπίδας όχι ενός ανθρώπου, ούτε καν ενός λαού, αλλά των λαών όλης της Γης, που συμβολίζεται σ’αυτόν τον πίνακα, ακούγεται μέσα από τη μελωδία του Beethoven που συνομίλισε με την «κόρη των Ηλυσίων» και του είπε τα μυστικά της.

Αντί επιλόγου…

Η διαδικασία συγγραφής του συγκεκριμένου άρθρου δεν ήταν μια απλή υπόθεση. Το πείραμα το οποίο περιγράφεται, μετά από την απόφαση κοινοποίησής του, ήταν τελικά μόνο η βάση πάνω στην οποία αναπτύχθηκαν οι σκέψεις που επιγραμματικά αποτυπώνονται στις λίγες παραγράφους που αφορούν κάθε συνδιασμό. Η διαδικασία να αποτυπωθεί συγκεκριμένα με λέξεις και όχι γενικά και αφηρημένα αυτό που αντιλαμβάνομαι από κάθε έργο, ήταν κάτι που βοήθησε να καταλάβω ακόμα καλύτερα όχι απαραίτητα τι θέλει να πει ο δημιουργός του, αλλά το τι εγώ μπορώ να βγάλω από αυτό με βάση τις δικές μου εμπειρίες. Για το λόγο αυτό, αν στην εισαγωγή εξηγώ ότι ο λόγος της δημοσιοποίησης είναι να το επιχειρήσουν κι άλλοι για να έρθουν αντιστοίχως σε επαφή με αυτές τις μορφές τέχνης, στο τέλος μπορώ να πω ότι αν κάνει κανείς ένα βήμα παραπέρα, προσπαθώντας να εκφράσει τη σκέψη του πάνω σε αυτά, νιώθει ότι έχει βγάλει ένα κομμάτι και από το δικό του εαυτό – και αυτό ίσως είναι η πεμπτουσία της καλλιτεχνικής επικοινωνίας, πέρα από τον δημιουργό μέσα από το έργο να καταφέρνει να εκφράζεται και ο ακροατής-παρατηρητής, αυτό που ονομάζεται κοινό. Αυτή είναι η δύναμη της μεγάλης, διαχρονικής τέχνης!

Αφήστε μια απάντηση

Παρακαλώ αφήστε το σχόλιό σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας