Έριξα πολλή σκέψη στον τίτλο αυτού το άρθρου, που στην πραγματικότητα είναι η απάντηση στην ερώτηση που έθετα στον εαυτό μου τα τελευταία χρόνια και είναι επί της ουσίας «τι έπαθε η Γαλλία;». Τελικά, αποφάσισα να δώσω αυτή την τολμηρή απάντηση στην παράξενη και ασυνήθιστη ερώτηση. Τα συναισθήματα δεν έχουν σημασία, υπάρχει μόνο μια αλήθεια, η Γαλλία, όπως την ξέραμε με όλους τους συμβολισμούς της για ολόκληρο τον κόσμο, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τις πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες, επισήμως δεν υπάρχει πια. Ήταν μια μακρά διαδικασία και μια μακρά επιβεβαίωση, από τις προεδρικές εκλογές της περασμένης χρονιάς, που όμως τώρα μπορούμε να επιβεβαιώσουμε, ότι η χώρα που φώτισε τον κόσμο μπήκε σε μια επικίνδυνη και σκοτεινή εποχή. Το σύνολο της ανθρωπότητας μπορεί να θρηνίσει γι’αυτό.

Το έθνος που φώτισε τον κόσμο

Αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί η Γαλλία και η πρωτεύουσά της, το Παρίσι, είναι τόσο ελκυστική για να επισκευτεί κανείς; Σκεφτήκατε γιατί υπάρχει ο Πύργος του Άιφελ, τόσο πολλά μουσεία, μια απίστευτη αρχιτεκτονική, αστική ιστορία, πολιτισμικοί θρύλοι, ανθρωπογενής ομορφιά σ’αυτή τη γωνιά του πλανήτη μας που ήταν κάποτε το κέντρο του πολιτισμού ενός είδους που κατάφερε να επιβληθεί σ’αυτόν; Υπάρχουν λίγα παραδείγματα στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού που αποτελούν πραγματικές θεμελιώδεις αλλαγές. Σ’αυτή την πολύ μικρή λίστα μπορεί να μπει η Αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία, ο Ολλανδικός Καπιταλισμός, η Βιομηχανική Επανάσταση, η Αμερικανική Επανάσταση, η Ρώσικη Επανάσταση και φυσικά ό,τι γνωρίζουμε ως Γαλλία από τα μέσα του 18ου αιώνα, μια χώρα που η ισχυρή πολιτική διαπάλη ήταν παρούσα διαρκώς, διαμορφώνοντας την ταυτότητά της, η οποία χαρακτηρίζει όχι μόνο την κοινωνία, αλλά και την υλική και άυλη πολιτισμική της κληρονομιά.

Σε πολλές περιπτώσεις συνήθιζα να λέω ότι η Γαλλία δεν είναι μια χώρα ή ένα έθνος, αλλά ένα ιδανικό για την ανθρωπότητα. Αν κάποιος προσπαθήσει να είναι κυνικός δε θα καταφέρει να ξεχωρίσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτού του ευρωπαϊκού κράτους σε σχέση με άλλα. Αλλά αν σκεφτεί κανείς λίγο παραπάνω και προσπαθήσει να συγκρίνει το ενδιαφέρον που έχει κάθε ευρωπαϊκή κοινωνία, τότε εύκολα θα ανακαλύψει ότι η Γαλλία είναι μακράν πιο ενδιαφέρουσα από όλες τις γύρω της χώρες, όσο αφορά την κοινωνική της εξέλιξη, η οποία πολλές φορές περιέχει τη λέξη «Επανάσταση». Η Γαλλία ήταν η αρένα μιας διαρκούς βαθειάς πολιτικής μάχης. Η Γαλλική Επανάσταση, ένα από τα κορυφαία γεγονότα της ιστορίας του είδους μας, ήταν μια διαδικασία που χαρακτηρίστηκε από ένα καθαρό ανέβασμα της έκφρασης μιας νέας και μιας παλιάς πολιτικής σκέψης, η οποίες αντιπροσώπευαν το παρελθόν και το μέλλον των ανθρώπινων κοινωνιών εκείνη την εποχή. Ο επόμενος, 19ος αιώνας, κράτησε τα ίδια χαρακτηριστικά, με επαναστάσεις να συμβαίνουν η μία μετά την άλλη, ώστε να βρουν το αποκορύφωμά τους στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πολιτική μάχη της Παρισινής Κομμούνας, το 1871. Τέλος, στον 20ο αιώνα, αυτή η μάχη ενσαρκώθηκε από τον περίφημο Μάη του ’68, όπου το κίνημα μπορεί να μην ήταν ιδεολογικά καθαρό, για ακόμα μια φορά, όμως ήταν όσο πιο πολιτικό γινόταν, με την ιδεολογική διαπάλη να συμβαίνει τόσο εντός των γραμμών του, όσο και εκτός. Ένα έθνος πολιτικά διαμορφωμένο δεν κοιμήθηκε ποτέ… έστω μέχρι πριν λίγο καιρό.

Μπορεί κανείς να βρει αυτή τη γαλλική ιδιοσυγκρασία της πολιτικής διαπάλης σε ένα πολύ δυνατό σύνθημα, που ήταν γραμμένο στους τοίχους του Παρισιού κατά τη διάρκεια της Κομμούνας. Το σύνθημα ήταν «Mort aux voleurs» (Θάνατος στους κλέφτες) και δεν αποτελούσε την έκφραση κάποιας αγάπης προς την ατομική ιδιοκτησία, αλλά ήταν μια καταπληκτική δήλωση της ανάγκης να πεταχτούν έξω από όποιο κίνημα οι λούμπεν απολίτικες μάζες. Σ’εκείνες τις μέρες της μεγάλης αναταρραχής, πολλοί προερχόμενοι κυρίως από φτωχότερα στρώματα προσπάθησαν να επωφεληθούν και κλέβοντας να έχουν ίδιο συμφέρον. Το πολυσυλλεκτικό πολιτικό κίνημα των Κομμουνάρων όμως δεν πολέμησε μόνο την τότε άρχουσα τάξη, αλλά φέρθηκε σε αυτά τα τροκτικά όπως έπρεπε σε έναν ακόμα αντίπαλό του.

Αυτή η ιστορία δημιούργησε ένα εξαιρετικό έδαφος για να στηθεί μια χώρα που μπορούσε να φιλοξενήσει κάθε πολιτική ιδεολογία, με μια μοναδική ανεκτικότητα η οποία βοήθησε ώστε για δεκαετίες ή ακόμα και αιώνες, να εισρέουν όλοι οι ιδεολογικοί πρόσφυγες της οικουμένης, κυρίως στο Παρίσι, μεταμορφώνοντας την προτεύουσα σε έναν τόπο όπου ανθούσε η πολιτική σκέψη και με τη σειρά της βοηθούσε τη σύγχρονη φιλοσοφία αλλά ακόμα και την επιστημονική σκέψη να κάνει τεράστια βήματα προς τα εμπρός. Αυτό αντιπροσωπεύει η Γαλλία σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Καμία άλλη χώρα δεν είχε ποτέ ένα τέτοιο προνόμιο, την ίδια στιγμή που ήταν μια πυξίδα, ένα ιδανικό, ώστε να φτιαχτούν άλλες κοινωνίες, από ανθρώπους που εμπνέονταν και σε πολλές φορές είχαν μορφωθεί σ’αυτό το ξεχωριστό έδαφος.

Το έθνος που έσβησε τα φώτα του

Το έχω ξαναγράψει δημόσια ότι κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα και κυρίως μετά το μεγαλειώδες ξέσπασμα του Μάη του 68 και κυρίως μετά τη «σοσιαλιστική άνοιξη» του ’80 υπήρχαν κάποιοι παράγοντες που ώθησαν τη Γαλλία προς έναν ιδεολογικό και εθνικιστικό συντηριτισμό. Δεν είναι σύμπτωση ότι το ακροδεξιό κόμμα του Le Pen, που κάποτε λεγόταν «Εθνικό Μέτωπο», ξεκίνησε να κερδίζει δημοτικότητα στα τέλη της δεκαετίας του ’80, κατάφερε να περάσει στο δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών στις αρχές του νέου αιώνα και κατέστη μια υπολογίσιμη πολιτική δύναμη κατά τη δεκαετία του 2010. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα του Γκωλικού εθνικισμού και του μετασχηματισμού του παραδοσιακά συνδεμένου με την αριστερά συνδικαλιστικού και γενικότερα λαϊκού κινήματος.

Η Γαλλία στον αιώνα μας δεν είναι πια η χώρα που μπορεί να φιλοξενήσει έναν Camus και έναν Chartre, που μπορεί να δώσει την ευκαιρία σε κάποια Marie Curie προερχόμενη από μια άλλη χώρα να λάμψει στις επιστήμες, σε μια εποχή που κάτι αντίστοιχο δε συνέβαινε μάλιστα πουθενά. Εν ολίγοις, η Γαλλία δεν είναι πια ξεχωριστή. Μαζί με αυτή την ώθηση της ιδεολογικής αντιπαράθεσης «στο υπεριώδες πολιτικό φάσμα», η μεγάλη πολιτική διαμάχη μετατράπηκε σε μια «απολιτική». Δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη γι’αυτό από την εκλογή του Emmanuel Macron ως προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας. Ένας πολιτικός έγινε λαϊκό ίνδαλμα από τα μίντια μερικές βδομάδες πριν τις εκλογές, ακόμα κι αν είχε ήδη διατελέσει ως ένας σχεδόν μη δημοφιλής υπουργός νωρίτερα, σε μια αποτυχημένη κυβέρνηση, υπό τον François Hollande. Ένα «απολιτικό» κίνημα πήρε την εξουσία και ο κύριος αντίπαλός του έμοιαζε να είναι η ακροδεξιά, ο ρατισμός και ο φασισμός της γαλλικής πολιτικής. Έφτασε η στιγμή που η μόνη απάντηση αυτού του σπουδαίου έθνους στο φασισμό ήταν… ένας τραπεζίτης από το City του Λονδίνου.

Αυτή η συνταγή, του «νέου» που στην πραγματικότητα ήταν «πιο παλιό και από το πιο παλιό», ήταν προφανώς αποτυχημένη ως προς το σκοπό να καταλαγιάσει την οργή ενός λαού που έβλεπε τη ζωή του να χειροτερεύει για δεκαετίες, μετά τα «ένδοξα 30», εκείνες τις 3 δεκαετίες που ακολούθησαν τον ΒΠΠ. Ήταν προφανές ότι η «σημαντική δύναμη από τα δεξιά» θα αποτελούσε την επόμενη επιλογή του οργισμένου λαού. Ωστόσο, αυτό το ακροδεξιό κόμμα δεν ήταν ικανό να αναλάβει αυτή την ευθύνη. Είναι γεγονός ότι ακόμα κι αυτοί οι υπερπόθυμοι φασίστες πολιτικοί μπορούν να είναι αρκετά ανίκανοι να πραγματοποιήσουν τα καταστροφικά όνειρά τους όταν έρχεται η κατάλληλη ώρα. Πάντως, δυστυχώς, αυτή η ανώριμη και «απολιτική» οργή ήταν πάντα εκεί, με τις προοδευτικές δυνάμεις να παραμένουν ανίκανες να την αξιοποιήσουν ιδεολογικά, καθώς είχαν από καιρού εγκαταλείψει τη σοβαρή ιδεολογική διαπάλη. Η Ιστορία επαναλαμβάνεται, λοιπόν, ως φάρσα και ως εφιάλτης. Όποιος δε διαβάζει το βιβλίο του προηγούμενου αιώνα και την οργή των μικροαστών είναι καταδικασμένος να τον ξαναζήσει.

Ένα «απολιτικό» κίνημα δημιουργήθηκε μέσα σε μερικές βδομάδες και κέρδισε δημοφιλία από τα μίντια. Αρχικά ήταν τόσο ανώριμο που θα μπορούσε κανείς μόνο να γελάει, καθώς έμοιαζε με ανέκδοτο. Ωστόσο, η μιντιακή κάλυψη το βοήθησε να γίνει πιο ισχυρό …και πιο επικίνδυνο, για το λαό. Ένα «απολιτικό» κίνημα»το οποίο έκρυψε το πολιτικό του χρώμα κάτω από ένα «κίτρινο γιλέκο», κατέλαβε και σχεδόν παρέλυσε τους …δρόμους μιας χώρας σε κάθε αντιπαραγωγική ώρα, τα σαββατοκύριακα, με βάση ένα και μόνο αίτημα: «να μην περάσει η αύξηση της φορολογίας των καυσίμων». Με μια μικρή ιστορική ανάλυση μπορεί κανείς να δει κατ’ευθείαν τη φύση αυτού του αιτήματος, που δεν έχει καμία σχέση με την πάλη της εργατικής τάξης, αλλά μια επιφανειακή ανάγκη των μικροαστών, των καταναλωτών του καπιταλισμού που βρίσκονται υπό οικονομική ασφυξία. Ξέρετε κάποιο άλλο μικροαστικό κίνημα στην ιστορία που κέρδισε την εξουσία σε ισχυρές καπιταλιστικές χώρες; Δυστυχώς η ιστορία ξέρει και δυστυχώς η ιστορία επαναλαμβάνεται.

Σ’αυτό το «απολιτικό» κίνημα, ομάδες ακόμα πιο δεξιές κι από το «Εθνικό Μέτωπο» παίζουν πολύ καλά το καθαρά πολιτικό τους παιχνίδι. Εκτός αυτού, στηρίζονται γενικώς από όλες τις πολιτικές πτέρυγες που δε βρίσκονται στην εξουσία, τον «αριστερό» Melenchon, την ακροδεξιά πτέρυγα της Le Pen και τον πρώην «σοσιαλιστή» πρόεδρο Hollande. Δεν είναι κάτι καινούριο στην Ευρώπη, που υποφέρει από την ανοδική δημοτικότητα των φασιστικών κομμάτων. Όλα αυτά τα κινήματα των «αγανακτισμένων» που έχαιραν της μιντιακής εύνοιας πριν λίγα χρόνια φιλοξενούσαν τέτοια γκρουπούσκουλα και έδωσαν την ευκαιρία στα φασιστικά κόμματα να κερδίσουν ισχύ, να μπουν στους θεσμούς της διακυβέρνησης και σχεδόν να φτάσουν στην κυβερνητική εξουσία, όπως συνέβη τη δεκαετία του 1930.

Αυτή η αφήγηση είναι τουλάχιστον απογοητευτική και προφανώς συνοδεύεται από ισχυρότατη απαισιοδοξία, όχι μόνο για τη Γαλλία, αλλά για το μέλλον της ανθρωπότητας. Ωστόσο, ο κόσμος που συμμετέχει αυτά τα σαββατοκύριακα στις πορείες στους γαλλικούς δρόμους δεν αποτελείται μόνο από φασίστες, ούτε όλοι αυτοί είναι εχθροί της δημοκρατίας, τουλάχιστον όχι περισσότερο από την αντιδημοκρατική κυβέρνηση που έχουν απέναντί τους. Το πρόβλημα είναι ακριβώς εκεί, είναι τόσο πολιτικά ανώριμοι, τόσο μικροαστοί και τόσο οργισμένοι που είναι έτοιμοι να επαναλάβουν τον εφιάλτη, θα γίνουν οι συγγραφείς και οι ηθοποιεί του δράματος αυτής της καινούριας σκοτεινής ιστορίας. Το πρόβλημα είναι ότι τώρα βρίσκονται στη Γαλλία, στη γη του φωτός του σύγχρονου πολιτισμού μας και η ελπίδα δε φαίνεται να έρχεται από αλλού.

Αυτές τις μέρες, αυτή η ανυσηχητική κατάσταση, το χαμένο όνειρο της Πόλης του Φωτός που έγινε Πόλη του Πολιτικού Σκότους, που είναι αδύνατο να κρυφτεί πίσω από τις φωτιές που καίνε τους δρόμους της στα περίφημα Ηλύσια Πεδία, είναι η καμπάνα που τελικά χτυπάει για όλους μας, όπου κι αν βρισκόμαστε. Μπορώ τώρα να το γράψω καθαρά, εκείνη η ατάκα από την Casablanca που έλεγε «θα έχουμε για πάντα το Παρίσι» δεν ανταποκρίνεται πια στην πραγματικότητα. Έχουμε ανάγκη να βρούμε και να χτίσουμε ξανά εκείνη τη Γαλλία που φώτισε τον κόσμο, είτε αυτό θα γίνει στη Γαλλία είτε αλλού. Γιατί η Γαλλία πέθανε και τώρα έχουμε ανάγκη να φωνάξουμε όσο ποτέ άλλοτε: Ζήτω η Γαλλία!

Αφήστε μια απάντηση

Παρακαλώ αφήστε το σχόλιό σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας