Και η πρώτη τρομακτική σκέψη που έρχεται στο μυαλό μας είναι: “Και αν δεν είμαι οι σκέψεις μου, τι είμαι;”. Τρομακτική, γιατί οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μάθει να αυτοπροσδιοριζόμαστε από τις σκέψεις μας. «Ήθελα να μαλώσω το παιδί μου, ενώ δεν έκανε κάτι τόσο κατακριτέο, άρα μάλλον δεν έχω υπομονή». «Τα πήγα καλά στο project που μου ανέθεσαν, άρα είμαι αρκετός για την προαγωγή και τη δικαιούμαι». Εάν ξαφνικά κάποιος μας πει ότι δεν είμαστε ούτε οι σκέψεις μας, ούτε τα συμπεράσματα που βγάζουμε βασιζόμενοι σε αυτές, κλονίζεται η αίσθηση της ταυτότητάς μας. Εν μέρει δικαίως, διότι θα περιμέναμε να χαρακτηριζόμαστε από τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα. Αλλά ίσως και αυτή να μην είναι όλη η αλήθεια.

Απεικόνιση της συνείδησης από τον παρακέλσιο γιατρό του 17ου αιώνα, Robert Fludd

Οι περισσότερες σκέψεις μας δεν έχουν καν υπόσταση μέχρι να παρατηρήσουμε την ύπαρξή τους. Κυρίως, γιατί είναι ιδέες. Νευρολογικά, αποτελούν ηλεκτρομαγνητικά κύματα που μεταφέρουν πληροφορία, αλλά δεν έχουμε καταφέρει καν να συμφωνήσουμε, στο αν ως σκέψη ορίζουμε τη διάδοση των κυμάτων ή την πληροφορία που αυτά μεταφέρουν. Ο σκοπός, η προέλευση και η χρησιμότητά των σκέψεων, δεν μπορούν να οριστούν μέχρι αυτές να περάσουν στο κομμάτι της συνειδητότητας. Το αν οι αυθαίρετες ιδέες μας θα περάσουν στη σφαίρα της συνειδητής σκέψης εξαρτάται από διάφορους παράγοντες:

  • Επείγον: “Πέρασα έξω από ένα κήπο με κολοκύθες και θυμήθηκα ότι η κουμπάρα μου μού ζήτησε να φτιάξω κολοκυθόπιτα για τους αρραβώνες της κόρης της που είναι αύριο”. Ο εγκέφαλός μας φαίνεται να έχει έναν ενδιαφέρον μηχανισμό: τη στιγμή που λαμβάνει μία εντολή την καταχωρεί ανάλογα με την προτεραιότητά της και την ανασύρει όταν κρίνει ότι μπορεί να την φέρει εις πέρας. Αυτό εξυπηρετεί την αποφυγή του burn out. Φανταστείτε να είχαμε επί μονίμου βάσεως αντίληψη όλων των υποχρεώσεων μας!
  • Ενοχικότητα: “Είδα σήμερα το γείτονα – που συνεχίζει να με ενοχλεί με τη μουσική του ενώ του έχω ζητήσει να παίζει χαμηλότερα τις ώρες κοινής ησυχίας- να χτυπάει το πόδι του και σκέφτηκα πως του άξιζε. Αισθάνομαι όμως άσχημα για τη χαιρεκακία μου”. Ο εγκέφαλος αντιδρά κατ’ αυτόν τον τρόπο, για να μας προσανατολίσει ξανά στον αξιακό μας κώδικα που μας έχει κάνει αποδεκτούς στην κοινωνία που βρισκόμαστε.
  • Ανάγκη: Μπορεί κάθε ώρα να βλέπουμε διαφημίσεις φαγητού, αλλά θα ασχοληθούμε με εκείνη που θα τύχει να συμπέσει με τη στιγμή λίγο πριν αρχίσουμε να πεινάμε πολύ. Σε πολλές περιπτώσεις, ακόμα και το ίδιο το ερέθισμα της διαφήμισεις μπορεί να επιταχύνει την αίσθηση της πείνας! Ο εγκέφαλος προνοεί ώστε να καλυφθούν οι σωματικές μας ανάγκες και να εξασφαλιστεί η επιβίωσή μας.

Μόλις κάποιες σκέψεις περάσουν στη σφαίρα της συνειδητότητας λοιπόν, το μυαλό προσθέτει τη δική του ερμηνεία. Η ερμηνεία αυτή είναι συνήθως αρνητική, γιατί ο εγκέφαλός μας προσπαθεί και πάλι να μας προφυλάξει από όλα τα ενδεχόμενα κακώς κείμενα. Κοινώς, ο εγκέφαλος δεν μπορεί να επαναπαυθεί σε μία κατάσταση ασφάλειας, γιατί οφείλει να επαγρυπνεί για τον κίνδυνο. Ο βαθμός στον οποίο το κάνει, εξαρτάται τόσο από τη γενετική μας προδιάθεση, όσο και από τις εμπειρίες μας.

Ο Γάλλος φιλόσοφος René Descartes είπε κάποτε: “Cogito ergo sum”, “Σκέφτομαι άρα υπάρχω”. Δεν αποτύπωσε τις σκέψεις σαν το περιεχόμενο της ύπαρξής μας, αλλά σαν το επακόλουθο της ύπαρξής μας. Το μεγαλύτερο μέρος της αρνητικής διάθεσης ή αυτοεικόνας μας, δεν οφείλεται στις ίδιες τις σκέψεις μας αλλά στα συμπεράσματα που αυθόρμητα έχει μάθει να εξάγει ο εγκέφαλός μας. Εδώ, χρειάζεται να πούμε ότι, στην πραγματικότητα, το μόνο που είμαστε είναι παρατηρητές των σκέψεών μας. Ωστόσο, σχεδόν πάντα, το στρες της καθημερινότητας δεν μας επιτρέπει να αποστασιοποιηθούμε ως παρατηρητές και μας οδηγεί στην ταύτιση με το περιεχόμενο των σκέψεών μας. Έτσι, λανθασμένα πιστεύουμε ότι είμαστε το ίδιο το ηλεκτρομαγνητικό κύμα, και όχι ο δέκτης του. Πώς έρχεται αυτός ο ισχυρισμός να ακουμπήσει στην πραγματικότητα; Εάν δεν είμαστε υπεύθυνοι για το περιεχόμενο των σκέψεων που παράγουμε, πώς προσδιοριζόμαστε; Τι ξεχωρίζει εσένα από εμένα; Ο τρόπος που δρούμε με γνώμονα τις σκέψεις μας. Η διαδικασία αυτή μάλιστα γίνεται πιο περίπλοκη όταν ρόλο στην αντίδρασή μας μπορούν να παίξουν εξατομικευμένοι παράγοντες, όπως για παράδειγμα, ο βαθμός στον οποίο κάποιος νιώθει ενοχές.

Η Παναΐλα και ο Σάββας είναι ζευγάρι. Ο Σάββας κρύβει από την Παναΐλα ότι η μαμά του τον πιέζει να της κάνει εγγόνια, γιατί πιστεύει ότι αυτό θα στρεσάρει την Παναΐλα και ενδεχομένως να κάνει κακό στη σχέση. Η Παναΐλα προσπαθεί να κρύψει από τον Σάββα ότι η μαμά της την πιέζει να της κάνει εγγόνια, για τους ίδιους λόγους που το κανει και ο Σάββας, αλλά ταλαιπωρείται από σκέψεις ενδεχόμενης ανειλικρίνειας, γιατί από μικρή ηλικία υπήρξε σε καταστάσεις που η απόκρυψη γεγονότων την οδήγησε σε απώλεια προσώπων.

Η Παναΐλα και ο Σάββας

Το μυαλό της, από το φόβο της εγκατάλειψης, υπεργενίκευσε την ερμηνεία της ανειλικρίνειας για να την προστατεύσει από κάθε ενδεχόμενη απώλεια. Έτσι, φοβάται ότι αν κρύψει αυτήν την ιστορία από το Σάββα, θα τον χάσει. Οι σκέψεις αυτές στρεσάρουν την Παναΐλα και την οδηγούν σε εκρήξεις που για το Σάββα είναι ανεξήγητες. Ο Σάββας ξεκινάει να πιστεύει ότι η Παναΐλα είναι ανισόρροπη. Το συζητάνε και η Παναΐλα στρεσάρεται ακόμα περισσότερο όταν αντιλαμβάνεται ότι ο μηχανισμός αυτός δε λειτουργεί, αλλά παράλληλα, είναι και ο μόνος που γνωρίζει. Ο κύκλος διαιωνίζεται και η σχέση χαλάει, φαινομενικά ανεξήγητα.

Και οι δύο, ήρθαν αντιμέτωποι με το ίδιο ερέθισμα. Είχαν ακόμη και την ίδια πρωταρχική αντίδραση. Η μετέπειτα επεξεργασία ήταν διαφορετική. Έτσι, το ένα άτομο θα χαρακτηριστεί (Από το ίδιο; Τον περίγυρό του;) πιθανότατα ως νευρωτικό, ενώ το άλλο ως ισορροπημένο. Για εμένα λοιπόν, αυτή είναι η ερμηνεία της ταυτότητας του κάθε ατόμου. Όχι οι σκέψεις του, αλλά οι πράξεις του. Οι σκέψεις απαιτούν έναν παρατηρητή, διαφορετικά δεν είναι τίποτα παραπάνω από έναν καταιγισμό ενέργειας περιορισμένο μέσα στη συνείδηση.

Η ιστορία δεν βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Η επιλογή του φύλου ήταν τυχαία, αν και έρευνες δείχνουν ότι οι γυναίκες είναι πιο πιθανό να αναπτύξουν ενοχικές συμπεριφορές μέσα σε μία ερωτική σχέση [1].

[1] Valor-Segura, I., Expósito, F. & Moya, M. Sex Roles (2014) 70: 496. https://doi.org/10.1007/s11199-014-0351-2