17 Απριλίου 2011

Γράφει ο Χάρης Παπαδόπουλος

Χθες τα έπινα πάλι σ΄ εκείνο το μπαρ στην Κάτω Τούμπα ακούγοντας σκυλάδικα για να περάσω το σαββατόβραδό μου και να τα πω λίγο με τον εαυτό μου. Ξύπνησα με τις συνηθισμένες καούρες που μου ξύριζαν τον οισοφάγο ενώ η αστάθειά μου μ’ έκανε να μοιάζω περισσότερο με κλόουν. Μέσα σε όλα αυτά μού έλειπε το χαμόγελο της. Μπορεί να μην είχε το ομορφότερο, αλλά σίγουρα είχε τα ωραιότερα δόντια που είχα δει και δάγκωνε υπέροχα. Μέσα στην ζαλούρα μου σκεφτόμουν τα υγρά φιλιά της μέσα στο παλαιότερο μπαρ της πόλης την ώρα που ακούγαμε το «From Her To Eternity» του Cave. Έτσι, σήμερα βρέθηκα για άλλη μια φορά στο υπόγειο του στρατοπέδου να μισοκοιμάμαι παριστάνοντας τον τηλεφωνητή. Άλλη μια ημέρα που έπρεπε να σβήσει από την στρατιωτική μου θητεία.

Εδώ και λίγο καιρό οι τελειόφοιτοι καραβανάδες έχουν ξεκινήσει να ετοιμάζονται για την ορκωμοσία τους που είναι να γίνει σε λίγους μήνες. Έχει φέρει ο διοικητής τριμηνήτες φαντάρους για να βάψουν και να κάνουν μερεμέτια στα κτήρια, να κάνουν την βρομοδουλειά σα να λέμε. Εργατομαστόρια τους λένε πολλοί εδώ μέσα. Ωραίοι άνθρωποι. Αν και οι περισσότεροι δεν μιλούν καθόλου ελληνικά, υπάρχουν λίγοι που τα λένε σε σπαστά ποντιακά και βγάζουμε άκρη στο μεσημεριανό φαγητό. Το φαγητό σήμερα είχε πατάτες, μοσχάρι, σαλάτα αλλά και μπύρα. Άκουγα ιστορίες για τον Πόντο, από μούτρα που δεν είχαν καμία σχέση με αυτά τα τσιμεντένια πρόσωπα αυτής της πόλης. Το φαγητό γι’ αυτούς έμοιαζε περισσότερο για χριστουγεννιάτικο παρά για ένα τυπικό φαγητό Κυριακής στον στρατό. Τα πρόσωπα τους ήταν σκαμμένα κάτι που φανέρωνε την δύσκολη ζωή που είχαν κάνει μα και τα χέρια τους ήταν ροζιασμένα από την πολλή δουλειά, αλλά εγώ πιστεύω πως ήταν από τις αληθινές χειραψίες που είχαν κάνει έως τώρα.

Σήμερα είχα υπηρεσία και μιλούσα με τον αρχιφύλακα για την άδεια που ήταν προγραμματισμένη να πάρω σε λίγες μέρες για το Πάσχα. Θέλω να πάω στην Πτολεμαΐδα να περάσω τις γιορτές δίπλα στην γιαγιά μου μιας και δεν ξέρω αν θα είναι σε αυτόν τον κόσμο για πολύ ακόμα. Οι ώρες δεν έλεγαν να περάσουν από την ανία και από την αφόρητη ζέστη. Ήπια πολλά νερά για να μπορέσω να συνέλθω από το χθεσινό ξενύχτι, να αρχίσει να λειτουργεί το μυαλό μου, να σταματήσουν να με επισκέπτονται αναμνήσεις και να είμαι έτοιμος για το βραδινό γλέντι. Κανονίσαμε να κλέψουμε μερικές μπύρες από το μαγειρείο για να τις πιούμε το βράδυ, κάνοντας τις κλασικές μας κουβέντες, ξέρεις: πώς θα περάσουμε την άδεια μας, τι θα κάνουμε μετά την θητεία που μας φόρτωσαν αλλά και πώς θα ήταν αν είχαμε ζήσει μερικές στιγμές από την ζωή του Κέρουακ.

Οι ώρες περνούσαν βασανιστικά ξοδεύοντας με γρήγορο ρυθμό τα τσιγάρα μου χωρίς να λέω ούτε μια κουβέντα σε κανέναν αλλά και χωρίς πλέον να σκέφτομαι το οτιδήποτε. Δεν ήθελα ούτε να σκέφτομαι ούτε να θυμάμαι. Ενώ καθόμουν στον λόχο και κοιτούσα έξω στον δρόμο, πέρασε ένα κάμπριο αυτοκίνητο. Ο δρόμος οδηγούσε σε ένα μέρος που έκαναν διάφορα πάρτι με αυτές τις ηλεκτρονικές μοδάτες μουσικές, αν και μέχρι τώρα δεν ξέρω ακριβώς τι είναι αυτό το μέρος. Στο αυτοκίνητο ήταν δυο ξανθιές κοπέλες και όταν με είδαν φώναξαν: «λίγες μέρες μείνανε!». Σκέφτηκα αμέσως: «λίγες μέρες για ποιο πράγμα; Για την θητεία ή για μένα;». Όχι φυσικά ότι είχε καμία σημασία έτσι όπως ένιωθα σήμερα. Δεν έκατσα να προβληματιστώ περισσότερο μιας και ένιωθα παραδομένος.

Αργότερα, ήρθε η ώρα να πάω να κάνω το νούμερό μου περιμένοντας να μου τηλεφωνήσει ο αρχιφύλακας για να μου πει τι ώρα θα βρεθούμε να πιούμε. Ήταν πολύ ζεστή η σημερινή μέρα κάτι που με έκανε να μην θέλω να κάτσω καθόλου εδώ μέσα. Με μπόλικο ιδρώτα στο πρόσωπο ακούμπησα το κεφάλι μου στα χέρια μου και έριξα έναν απογευματινό ύπνο. Δεν ξέρω μετά από πόση ώρα με ξύπνησε το τηλεφώνημα που έλεγα:
-Γραφείο ασφαλείας, παρακαλώ
-Έλα Παπαδόπουλε, εγώ είμαι. Πέθανε ο Παπάζογλου.

Αφήστε μια απάντηση

Παρακαλώ αφήστε το σχόλιό σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας