Το σημερινό άρθρο περιέχει μία (πολύ) ελεύθερη μετάφραση ενός εξαιρετικού αποσπάσματος που επιχειρεί να ρίξει φως σε ένα συναίσθημα το οποίο όλοι βιώνουμε συχνά, αλλά σπάνια προσπαθούμε να κατανοήσουμε: τη βαρεμάρα.

Η βαρεμάρα είναι μία έκφραση της σύγχρονης πολυτέλειας (Spacks, 1996). Ήταν κυριολεκτικά ανύπαρκτη μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα, καθώς η κοινωνία έπρεπε μονίμως να επιλύει προβλήματα. Θα έλεγε κανείς ότι δεν υπήρχε καν χρόνος για βαρεμάρα, εφόσον όλοι έπρεπε να διευθετήσουν ζητήματα βιοπορισμού και επιβίωσης. Στο προσκήνιο ήρθε λίγο μετά την έναρξη της Βιομηχανικής Εποχής. Είναι όμως θετικό ή αρνητικό συναίσθημα; Πολλοί ισχυρίζονται πως ο τρόπος αντιμετώπισης της βαρεμάρας είναι αυτός που δίνει πρόσημο στην ποιότητά της (Svendsen, 1999): εάν δούμε τη βαρεμάρα σαν ώθηση για δράση, τότε αυτή μετατρέπεται από ένα άβολο σε ένα κινητήριο συναίσθημα. Αυτήν ακριβώς την άποψη διατύπωσε και ο Nietzsche δεκάδες χρόνια πρωθύστερα. Ο “ανώτερος” (κατά την Σοπενχαουερική έννοια) άνθρωπος είναι αυτός που καταφέρνει να εκτιμήσει τη βαρεμάρα ως ευκαιρία για επιτυχία.

Γιατί όμως βαριόμαστε; Γιατί υπάρχουν στιγμές που όλα κυλάνε καλά και παρόλα αυτά αυτό το αίσθημα στασιμότητας γίνεται αφόρητο; Η απορία αυτή μου γεννήθηκε από την τωρινή μου κατάσταση. Τι μπορεί να συμβαίνει; Μήπως είμαι τεμπέλα; Μήπως είμαι αχάριστη; Μήπως ενθουσιάζομαι γρήγορα με δραστηριότητες και μετά απογοητεύομαι όταν τις γνωρίσω κάπως καλύτερα; Και επειδή είμαι πεπεισμένη ότι δεν είμαι ο μοναδικός άνθρωπος που έχει περάσει από τέτοιες αναζητήσεις, σας παραθέτω κάτι που με βοήθησε να αναθεωρήσω, να θέσω νέους στόχους (και να γράψω αυτό το άρθρο):

  1. Μονοτονία

Η βαρεμάρα είναι παρόμοια με τη νοητική κούραση και χαρακτηρίζεται από επανάληψη και έλλειψη ενδιαφέροντος στις λεπτομέρειες των καθημερινών μας καθηκόντων. Ιδιαίτερα όταν αυτά τα καθήκοντα απαιτούν συνεχή προσήλωση της προσοχής μας (ενδεχομένως λόγω της φύσης της δουλειάς μας), γίνονται προβλέψιμα και κουραστικά πολύ πιο εύκολα. Με λίγα λόγια, πολύ από το ίδιο και το ίδιο πράγμα, σε συνδυασμό με περιορισμένα νοητικά ερεθίσματα μπορεί να μας κάνει να νιώσουμε αποκαρδιωμένοι (Toohey, 2012).

2. Απουσία ροής

Η ροή (ατυχής απόδοση του λεγόμενου flow) είναι μία κατάσταση στην οποία η καλή συγκέντρωση συνδυάζεται με καλή αντιστοιχία των δυνατοτήτων μας και του επιπέδου δυσκολίας των καθηκόντων που μας έχουν ανατεθεί. Με άλλα λόγια, πολύ εύκολα ή πολύ δύσκολα καθήκοντα μας ωθούν στο να χάσουμε γρήγορα το ενδιαφέρον μας.

3. Ανάγκη για νέες παραστάσεις

Βλέπετε, δε λέω κάτι καινούριο. Στασιμότητα, κούραση.. no shit Sherlock. Απλά συμπυκνώνω σε μία λίστα, πολλούς παράγοντες που μπορεί να μη βλέπουμε όταν νιώθουμε παγιδευμένοι σε μία μόνιμη νωθρότητα, με σκοπό να εξετάσουμε μετά, ο καθένας ξεχωριστά, πώς αυτοί οι παράγοντες εκφράζονται στην προσωπική μας καθημερινότητα. Νομίζω δε χρειάζεται να πω περισσότερα για το ότι, εάν έχουμε κολλήσει στην ίδια ρουτίνα όσο θυμόμαστε τον εαυτό μας, είναι επόμενο να βαρεθούμε. Από την άλλη όμως, δεν το θεωρώ απαραίτητα και κάτι που μπορεί να αλλάξει εύκολα τη στιγμή που πολλοί από εμάς είμαστε πολύ καλοί στο να χρησιμοποιούμε δικαιολογίες. Γιατί αρχίζω να πιστεύω πως η βαρεμάρα έχει αδράνεια. Εάν παγιδευτείς σε αυτήν για πολύ καιρό, τείνεις να παραμένεις στην ίδια κατάσταση εκτός εάν επιδράσει επάνω σου μία εξωτερική δύναμη.

Εδώ συμπύκνωσα απλά τα αίτια που θεωρώ ότι ταιριάζουν στη δική μας κουλτούρα και δεν μπαίνουν βαθύτερα σε υπαρξιακά ζητήματα. Εάν θέλεις να μάθεις περισσότερα, μπορείς να πας κατευθείαν στην πηγή του νερού (see what I did there?) και να αυτοψυχαναλυθείς κατά βούληση. Αλλά να πω και την άποψή μου: Βλέπω ότι σαν κοινωνία έχουμε μία τάση να διαλέγουμε το εύκολο. Εύκολο λεξιλόγιο, εύκολη μουσική, εύκολο φαγητό, έτοιμες απόψεις. Δεν είναι λογικό όταν κοιμίζεις το μυαλό σου μόνιμα, κάποια στιγμή να έχει αδρανοποιηθεί σε τέτοιο σημείο που να μην μπορεί πια να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις πιο περίπλοκων καθηκόντων; Είδα αυτό το φαινόμενο πάρα πολύ έντονα σε εμένα. Όταν πέρασα την περίοδο να αποστηθίζω για το σχολείο – όπου η πειθαρχία επιβραβευόταν κιόλας -, ψιλοζορίστηκα στο Πανεπιστήμιο, όπου έπρεπε να αναπτύξω κριτική σκέψη και να αμφισβητήσω. Ωστόσο επειδή και στη σχολή υπήρχε σε μεγάλο βαθμό η παπαγαλία, το αγνόησα. Τώρα όμως, στην έρευνα, που δεν αναπαράγεται γνώση, αλλά δημιουργείται, είμαι σε ένα σημείο που δεν πατάω 100% στα πόδια μου. Αυτό βέβαια εκφράζεται και σε άλλους τομείς. Επομένως, μέσα από την αναζήτηση της εξόδου από τη βαρεμάρα, σίγουρα έχω οδηγηθεί σε διάφορες συνειδητοποιήσεις, αλλά έχω θέσει και την εξής ερώτηση στον εαυτό μου και σε παροτρύνω να το κάνεις και εσύ: Πόσο σκέφτεσαι για αυτά που συμβαίνουν γύρω σου;

Προηγούμενο άρθροΈνα μεγάλο συμπαντικό μυστήριο
Επόμενο άρθροΠρος αναζήτηση νερού στη Σελήνη
Νυχτερινό πετούμενο, καθήμενο σε μία κολώνα φωτισμού έξω από τα κεντρικά του Publica κάποιο καλοκαιρινό βράδυ, εμπνεύστηκε και είπε να μοιραστεί τις σκέψεις του με τα λοιπά πλάσματα της αστικής πανίδας. Παρότι θρώσκει άνω, είναι κουκουβάγια και στον ελεύθερό του χρόνο αρέσκεται να φιλοσοφεί. Όταν δεν το κάνει, συνήθως ζωγραφίζει, τραγουδάει, βλέπει επεισοδιάκια ή προγραμματίζει: οτιδήποτε προκειμένου να μην ξεμυτίσει από τη φωλιά του.