Η κλιματική αλλαγή είναι ίσως η μεγαλύτερη απειλή των ημερών μας. Πέρα από καταστροφικές πολιτικές, πολέμους και επεμβάσεις, αυτό το ανθρωπογενές φαινόμενο απειλεί κυριολεκτικά κάθε γωνιά του πλανήτη, τη ζωή των ανθρώπων και των υπόλοιπων έμβιων οργανισμών πάνω σ’αυτόν, με πιθανές ανυπολόγιστες καταστροφικές συνέπειες. Η ανεξέλεγκτη άνοδος της παγκόσμιας μέσης θερμοκρασίας έχει ήδη αρχίσει να επιφέρει βαρύτατο οικονομικό πλήγμα, το οποίο υποφέρουν οι πληθυσμοί όλων των χωρών, από τις πιο αναπτυγμένες ως τις πιο μικροσκοπικές και οικονομικά “ασήμαντες”. Τα επόμενα χρόνια αναμένεται να οδηγήσει σε μια δυστοπική κατάσταση με απώλεια περιουσιών, μαζικές μεταναστεύσεις και φυσικά μέτρα αντιμετώπισης που θα δυσχεραίνουν ακόμα περισσότερο τη ζωή και την ίδια την επιβίωση των φτωχότερων στρωμάτων.

Η αντιμετώπιση του φαινομένου, όπως και η αιτία του, έχει βαθιές ρίζες στο οικονομικό σύστημα, τον τρόπο ανάπτυξης της οικονομίας και της παραγωγής, ενώ η “ανακάλυψή” του βρίσκει πάντα σθεναρές αντιστάσεις άρνησης της αλήθειας από τους ισχυρούς ρυπαντές που “τυχαίνει” να είναι και οι ισχυροί οικονομικοί παίχτες της παγκόσμιας οικονομίας. Είναι ένα πρόβλημα που η ανακάλυψη και η λύση του απαιτούν σεβασμό στα επιστημονικά ευρήματα και ανάπτυξη της σχετικής έρευνας σε επιτακτικό βαθμό, καθώς ακόμα και τα τεχνικά στοιχεία που συμβάλουν στη διαμόρφωση του κλίματος του πλανήτη από την ανθρώπινη δραστηριότητα είναι πολύ πιο πολύπλοκα απ’ό,τι κάποιος μπορεί να φανταστεί.

Μια χαρακτηριστική ιστορία, όσο απίστευτη κι αν ακούγεται σήμερα, έρχεται από το 1969, όταν επιστήμονες έκαναν πρόγνωση για …μείωση της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη, με τον τότε τρόπο παραγωγής. Η αλήθεια είναι ότι τα ευρήματα και τα δεδομένα τους δεν είχαν λάθος, ο τρόπος παραγωγής δεν ήταν φιλικός προς το περιβάλλον, η λογική για το συμπέρασμα ήταν καλά δομημένη, αλλά το ίδιο το συμπέρασμα ήταν λανθασμένο, γιατί έλειπε μια παράμετρος.

Πριν από 50 χρόνια, ο J. Murray Mitchell Jr., κλιματολόγος στην Environmental Science Services Administration, ανακάλυψε ότι για περίπου 30 χρόνια, από το 1940 και μετά, η μέση θερμοκρασία του πλανήτη παρουσίαζε πτώση. Η νεαρή τότε επιστήμη της κλιματολογίας αποτελούνταν περισσότερο από εξέταση των δεδομένων και δεν είχαν ανακαλυφθεί στο βαθμό που γνωρίζουμε σήμερα οι παράμετροι που τα επηρεάζουν. Στο απλό αυτό συμπέρασμα, το οποίο φαινόταν από τα θερμοκρασιακά δεδομένα, συμφωνούσε και ο Βρετανός κλιματολόγος Robert H. Lamb, λέγοντας ωστόσο ότι “πρέπει να μάθουμε τις αιτίες” φοβούμενος μάλιστα ότι σε ένα διάστημα 200 ή 300 χρόνων η παγοκάλυψη στο Βόρειο Ημισφαίριο θα είναι τόσο μεγάλη που δε θα επιτρέπει πολύ απλές μεταφορές σε νευραλγικά σημεία.

Όπως φαίνεται και στο παρακάτω διάγραμμα, το οποίο ο Δρ. Mitchell παρουσίασε εκείνη την εποχή, η μέση θερμοκρασία του πλανήτη όντως παρουσίαζε μια πτώση της τάξης του 0.1 βαθμού Κελσίου από το 1940 ως το 1975.

Την ίδια στιγμή ωστόσο, αμφότεροι οι επιστήμονες διαπίστωναν ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα ήταν βλαβερή για τον πλανήτη, καθώς η βιομηχανία απέθετε δυσθεώρητα ποσά τόνων σκόνης στην επιφάνεια της Γης, ιδίως μετά τη μεγάλη ύφεση, το 1930. Έτσι, αυτό που ήταν το ζητούμενο για εκείνους τους επιστήμονες, ήταν πώς θα μειωθούν οι ρύποι με τη μορφή της σκόνης και όχι πώς η παραγωγή θα εναρμονιστεί με τις φυσικές ανάγκες ώστε να συμβάλει στην αποτροπή της αύξησης της μέσης θερμοκρασίας, το αντίθετο μάλιστα.

Η “πραγματικότητα” ωστόσο αποκαλύφθηκε μέσα από την επίλυση ενός μέρους του περιβαλλοντικού προβλήματος. Όταν τη δεκαετία του 1970, οι ΗΠΑ και άλλες χώρες ξεκίνησαν να μειώνουν τους ρύπους των ενώσεων του θείου, οι οποίες προκαλούσαν όξινη βροχή και ασθένειες του αναπνευστικού, η μείωση της θερμοκρασίας σταμάτησε, με αποτέλεσμα τα τελευταία 45 χρόνια η θερμοκρασία να έχει αυξηθεί κατά περίπου 0.6 βαθμούς Κελσίου. Αυτό σημαίνει ότι η μέση θερμοκρασία του πλανήτη είναι σήμερα περίπου 1.1 βαθμούς πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα με επικίνδυνο ρυθμό αύξησης, που αποτελεί κώδωνα κινδύνου για τη ζωή δισεκατομμυρίων μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες.

Μάλιστα, οι σημερινές συνθήκες αναμένεται να γίνουν άμεσα πολύ πιο δραματικές, καθώς η Κίνα και η Ινδία παράγουν ακόμα μεγάλο μέρος ρύπων των θειικών ενώσεων, που “συγκρατούν” τη μέση θερμοκρασία σε πιο χαμηλά επίπεδα. Υπολογίζεται ότι με την απόσυρση των ρυπογόνων αυτών αιτιών, από τις δύο αυτές χώρες, η μέση θερμοκρασία του πλανήτη θα αυξηθεί άμεσα κατά 0.7 βαθμούς Κελσίου, κάτι που είναι στην ουσία στο χείλος της καταστροφής.

Η διαφαινόμενη ανικανότητα του υπάρχοντος κυρίαρχου οικονομικού μοντέλου να ελέγξει αυτή την καταστροφική πορεία, αποτελεί και ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία που καταδεικνύουν την επιτακτική ανάγκη για αντικατάσταση του. Οι αιτίες και οι λύσεις βασίζονται στην επιστήμη, οι αποφάσεις και η δράση ανήκουν στο πεδίο της πολιτικής.