Κάθε προσπάθεια να αναλυθεί η απόφαση της αποστολής ανθρώπων στη Σελήνη ξεκινάει προφανώς με το παγκόσμιο πολιτικό περιβάλλον του μεγαλύτερου μέρους του 20ου αιώνα. Άλλοι το ονομάζουν Ψυχρό Πόλεμο, βάζοντας κάτω από αυτό τον τίτλο και τους επιμέρους “αγώνες”, την κούρσα των εξοπλισμών και την κούρσα του διαστήματος. Το σίγουρο είναι ότι ο ανταγωνισμός και ενίοτε συναγωνισμός δύο μεγάλων υπερδυνάμεων ήταν κινητήριος δύναμη για να εκτοξευτεί η ανθρωπότητα κυριολεκτικά προς τον ουρανό.

Ωστόσο, αναλύοντας περισσότερο το ίδιο το γεγονός της προσελήνωσης, θα ήταν λάθος κάποιος να θεωρήσει ότι αυτό το επίτευγμα ήρθε μόνο ως απάντηση στα επιτεύγματα των Σοβιετικών, ενώ την ίδια στιγμή τεράσια σημασία έχει να μην παραλείψει κανείς τις συνθήκες που κυριαρχούσαν στην ίδια την Αμερική εκείνη την εποχή.

Οι ΗΠΑ βγήκαν από τον πόλεμο με τη σφραγίδα του νικητή και χωρίς μεγάλες απώλειες, καθώς το έδαφός τους δεν επλήγη καθόλου, όντας μακριά από τα μέτωπα. Εκτός των άλλων, η στρατηγική επιλογή της ανάπτυξης της τεχνολογίας της πυρηνικής βόμβας, με το Manhattan Project στο Los Alamos, τους έδινε ένα υπερόπλο που κανένας άλλος δεν κατείχε εκείνη τη στιγμή στον κόσμο. Είναι σχεδόν κοινό μυστικό ότι η Χιροσίμα και το Ναγκασάκι δεν ήταν “αναγκαία κακά”, αλλά η επισφράγηση αυτής της παντοδυναμίας.

Παράλληλα με την ανάπτυξη των πυρηνικών όπλων, που προς μεγάλη έκπληξη αρκετών οι Σοβιετικοί κατάφεραν να κατασκευάσουν ήδη το 1949, η ανάπτυξη των πυραυλικών συστημάτων ήταν αυτή που οδήγησε και τις δύο χώρες στη δυνατότητα να εκτελούν διαστημικές αποστολές, με πλήρωμα ή χωρίς. Ωστόσο, η κούρσα του διαστήματος δεν ήταν κάτι που οι αμερικανοί έβλεπαν με καλό μάτι κι αυτό ήταν ίσως κι ένας βασικός λόγος που υστέρησαν σε σχέση με τους Σοβιετικούς, κυρίως στα πρώτα μεγάλα διαστημικά βήματα.

Οι δύο χώρες είχαν αντίθετες ιδεολογίες και μάλιστα είχαν αντίθετες οικονομικές πολιτικές ανάπτυξης, όχι μόνο για ιδεολογικούς λόγους, αλλά ακόμα και για πρακτικούς. Από την μια οι ΗΠΑ, έχοντας τη βιομηχανία τους άθικτη κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, έστρεψαν άμεσα το ενδιαφέρον τους στην ανάπτυξη μέσα από τη ραγδαία αύξηση του καταναλωτισμού. Η αμερικανική ζωή άλλαξε, με τις μικρομεσαίες οικογένειες να αποκτούν για πρώτη φορά πλήρη ηλεκτρική οικοσυσκευή, αυτοκίνητο, τηλεόραση και εν συνεχεία δεύτερο αυτοκίνητο, δεύτερη τηλεόραση, καινούρια σπίτια. Ήταν η εποχή που η ευμάρεια πουλήθηκε ως “αμερικανικό όνειρο” και όλα έμοιαζαν ρόδινα ώστε οι άνθρωποι εκείνης της κοινωνίας να …αναπαραχθούν και να ονομάσουν εκείνη την περίοδο Baby Boom.

Η ανάπτυξη καταναλωτικών αγαθών έγινε ταυτόσημο του αμερικανικού τρόπου ζωής και ιδεολογικό όπλο, απέναντι σε κοινωνίες που έστηναν από την αρχή κρατικές δομές με στόχο να παράγουν αγαθά μέσα από ένα διαφορετικό σύστημα ελέγχου της παραγωγής και ξεκινώντας ασφαλώς από υποδεέστερη θέση. Για το λόγο αυτό, η “σπατάληση” πόρων για ένα ζήτημα όπως το διάστημα, που έχει ακριβώς την αντίθετη ιδελογική ουσία από την ατομική κατανάλωση, ήταν μια ιδέα που δε μπορούσε να βρει πολλούς θιασώτες, σε αντίθεση με τους εξοπλισμούς που θεωρούνταν απαραίτητη για την προστασία αυτού του βιοτικού επιπέδου.

Από την άλλη μεριά η Σοβιετική ένωση ήταν αναγκασμένη, αλλά και ιδεολογικά σύμφωνη, να αναπτύξει μια οικονομία που θα στηρίζεται στην ανάπτυξη της βάσης της βιομηχανίας, την ανάπτυξη δηλαδή των παραγωγικών μηχανημάτων και όχι των καταναλωτικών αγαθών. Με τον τρόπο αυτό και με τις αποφάσεις για την πορεία της οικονομίας να μην ορίζονται “άναρχα” αλλά να αποφασίζονται κεντρικά, ήταν πιο εύκολο να αναπτύξει εκείνα τα εργαλεία που χρειαζόταν για να γίνει η πρώτη υπερδύναμη έξω από τη Γη.

Παρ’όλα αυτά, οι πρώτες επιτυχίες της Σοβιετικής Ένωσης ανάγκασαν τους Αμερικανούς να αλλάξουν άποψη. Με κυριότερα γεγονότα την εκτόξευση και επιτυχή πορεία του Sputnik το 1957, αλλά ακόμα περισσότερο τη διαστημική πτήση του Yuri Gagarin το 1961, ο τότε Αμερικανός Πρόεδρος, πρώην λαύρος μαχητής κατά του διαστημικού προγράμματος, πήρε την απόφαση να στείλει ανθρώπους στη Σελήνη. Θα μπορούσε λοιπόν να πει κανείς ότι ο Sputnik γέννησε τη NASA και ο Gagarin το Apollo.

Ήταν όμως εύκολες αυτές οι αποφάσεις στην Αμερική; Κάθε άλλο. Κατ’αρχήν, μιλώντας για εκείνη τη γενιά που έζησε τη μεταπολεμική ευμάρεια, το γεγονός ότι η αύξηση του ατομικού πλούτου δε συνοδευόταν από την αύξηση του μορφωτικού επιπέδου, δεν επέτρεπε σε μεγάλες μάζες να αντιληφθούν ότι έχουν συμφέρον από μια συλλογική κατάκτηση. Όμως αυτό είναι μόνο ένα κομμάτι της Αμερικής.

Οι ΗΠΑ ήταν κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα και συνεχίζει να είναι μια χώρα με τεράστιες αντιθέσεις που χαρακτηρίζουν κυρίως μια μεγάλη αντίθεση στο βιοτικό επίπεδο. Μπορεί εκατομμύρια λευκών να είδαν τη ζωή τους να αλλάζει μετά τη Χιροσίμα, αλλά αυτό δεν αφορούσε τους πάντες.

Πολύ βασικό στοιχείο της αμερικανικής κοινωνίας του 1950 και του 1960 είναι ο ρατσισμός. Σχεδόν οι μισές ΗΠΑ, όλο αυτό το κομμάτι που ονομάζεται “Νότος” δεν έλεγε ακόμα να αποδεχθεί το αποτέλεσμα του Αμερικανικού Εμφυλίου, έχοντας στην πράξη ρατσιστικούς νόμους, αποκλείοντας από αυτή την ευμάρεια τους έγχρωμους, πιστεύοντας φυσικά ότι η πίτα ναι μεν μεγαλώνει, αλλά δεν πρέπει να μεγαλώνει για όλους, γιατί τότε το κομμάτι που θα αντιστοιχεί στον καθένα θα είναι μικρότερο.

Η Αμερική εκείνης της εποχής έβραζε από τους αγώνες των νέγρων για ίσα δικαιώματα στη δουλειά, στη μόρφωση, ακόμα και την καθημερινότητα, όπου έπρεπε να υπόκεινται τεράστιες διακρίσεις που η προέλευσή τους χανόταν στη γέννηση του Ομοσπονδιακού Κράτους και την αντίληψη της “φυσικής” δουλείας των Αφρικανών. Προφανώς, το διαρκώς και πιο ισχυρό κίνημα των Νέγρων, που είχε και ριζοσπαστικές τάσεις, ήταν ένα από τα πρώτα που αντιμάχηκε σθεναρά την προοπτική αποστολής ανθρώπων στη Σελήνη και γενικά της αμερικανικής προσπάθειας για να κερδηθεί η κούρσα του διαστήματος.

Για εκείνους τους ανθρώπους το γεγονός ότι ζούσαν σε άθλιες συνθήκες ζωής ήταν προφανώς πιο σημαντικό από την εθνική υπερηφάνια που μοίραζε η μη κυματίζουσα αστερόεσσα που κάρφωσαν δυο λευκοί στη Σελήνη. Προφανώς πίστευαν ότι το κρατικό χρήμα δεν δαπανάται με σκοπό τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του ισχυρότερου κράτους του πλανήτη, αλλά με σκοπό την επικράτηση της άρχουσας τάξης του σε διεθνές επίπεδο. Προφανώς δεν είχαν άδικο.

Την ίδια στιγμή, πέρα από την έγχρωμη Αμερική, ένα άλλο κομμάτι που τάχθηκε ενάντια σε αυτή την πολιτική επικράτησης στο διάστημα ήταν τα παιδιά που γεννήθηκαν στην κοινωνία του Baby-Boom, αυτή η γενιά που ονομάστηκε Babyboomers. Τα “παιδιά των λουλουδιών” αν και είχαν τη δυνατότητα να μεγαλώσουν σε πολύ καλές συνθήκες, να σπουδάσουν σε πολύ υψηλής ποιότητας εκπαιδευτικά ινστιτούτα και προγράμματα, ήταν όσο μορφωμένα χρειαζόταν για να μην “πείθονται” από το αμερικανικό όνειρο. Ήταν αρκετά παιδευμένα ώστε να καταλαβαίνουν ότι ο δικός τους πλούτος παράγεται μέσα από πολέμους στην Κορέα και στο Βιετνάμ και αντιλαμβανόταν ότι η μάχη για επικράτηση στο διάστημα είναι μια συνέχεια της μάχης για επικράτηση στη Γη. Δεν ήταν εχθροί της επιστήμης, ήταν όμως φίλοι της ειρήνης. Είναι χαρακτηριστικό ότι το μεγαλύτερο γεγονός εκείνης της γενιάς, το φεστιβάλ του Woodstock, έλαβε χώρα μόλις μερικές βδομάδες μετά την προσεδάφιση των πρώτων ανθρώπων στη Σελήνη.

Έτσι, η απόφαση της αμερικανικής ηγεσίας να εκτελέσει τέτοιου είδους προγράμματα, χωρίς να μειώνει φυσικά τον καταναλωτικό κύκλο μέσα από τον οποίο κέρδισε η άρχουσα τάξη της και συγκρατούνταν το “αμερικανικό όνειρο”, έμοιαζε παράδοξη και είχε ακόμα και τους πιο παράδοξους εχθρούς. Αυτός ήταν ίσως και ένας από τους λόγους που τα τεράστια ποσά για αποστολές πρεστίζ, όπως η αποστολή ανθρώπων σε άλλους κόσμους, κόπηκαν μόλις 3 χρόνια μετά την πρώτη αυτή επιτυχία και η διαστημική εξερεύνηση πήρε χαρακτήρα περισσότερο επιστημονικό, λιγότερο ανταγωνιστικό, με τη σταδιακή απόσυρση μάλιστα της ΕΣΣΔ και από αυτή τη μάχη αλλά και από τον παγκόσμιο χάρτη.

Σήμερα, 50 χρόνια μετά από εκείνα τα θρυλικά γεγονότα, τα πράγματα δε μοιάζουν πολύ διαφορετικά. Ένας μεγαλομανής Αμερικανός Πρόεδρος, βλέποντας άλλες χώρες και κυρίως την Κίνα να στρέφονται προς τη Σελήνη, θέλει να επιβεβαιώσει την αμερικανική κυριαρχία και έξω από τη Γη. Όπως ο Kennedy ίδρυσε το Συμβούλιο του Διαστήματος και όρισε Διευθυντή τον Αντιπρόεδρο Johnson, έτσι κι ο Trump επανίδρυσε το Συμβούλιο του Διαστήματος ορίζοντας διευθυντή τον Αντιπρόεδρο Pence. Όπως ο Kennedy όρισε την αποστολή στη Σελήνη στο τέλος της δυνητικής δεύτερης θητείας του, έτσι κι ο Trump όρισε την επιστροφή ανθρώπων στη Σελήνη στο τέλος της πιθανής δικής του δεύτερης θητείας, το 2024.

Την ίδια στιγμή, ο αμερικανικός πληθυσμός δε βλέπει απαραίτητα με καλό μάτι αυτή την εξέλιξη. Προφανώς, δεν υπάρχουν πολλοί που πιστεύουν ότι δεν είναι χρήσιμο ή δεν είναι θεμιτό να συμβεί μια επιστροφή ανθρώπων στη Σελήνη, με τη διενέργεια της αντίστοιχης επιστημονικής έρευνας που πρόκειται να συμβεί. Όμως, βλέποντας ότι οι πόροι για τέτοιους στόχους δεν αντλούνται από αμυντικά προγράμματα για παράδειγμα, αλλά από πόρους που αφορούν άλλους τομείς της έρευνας, όπως η περιβαλλοντική έρευνα, καθώς και από κατάργηση κοινωνικών δομών, με επίκεντρο την κοινωνική ασφάλιση, δε μπορούν προφανώς να συναινέσουν σε αυτή την προοπτική. Την ίδια στιγμή, οι Rednecks που φοβούνται ότι πληρώνουν πολλούς φόρους για άχρηστες επιστημονικές αηδίες είναι πολύ λιγότερο απ’ό,τι την περίοδο του “αμερικανικού ονείρου”.

Το βέβαιο είναι ότι η ανθρωπότητα, προκειμένου να συνεχίσει απρόσκοπτα το ταξίδι της σε κόσμους μακρύτερους, με τη χρήση μηχανημάτων αλλά και την αποστολή των ίδιων των μελών της, χρειάζεται να λύσει και το δικό της πρόβλημα: πώς να αναπτύσσει την οικονομία της με τρόπο τέτοιο που μια σημαία που κυματίζει στη Σελήνη να σημαίνει περισσότερο φαΐ και περισσότερα δικαιώματα για κάθε μέλος των κοινωνιών μας στη Γη. Τότε, θα μπορούμε να πατήσουμε γερά στα πόδια μας και να κάνουμε ακόμα πιο γιγάντια άλματα, σε κόσμους που σήμερα περιγράφουν μόνο τα βιβλία επιστημονικής φαντασίας.