Πριν λίγες ημέρες είχα μια πολύ ευχάριστη έκπληξη. Στη σειρά των βιβλίων που έχω για διάβασμα ήρθε η ώρα για ένα δώρο που δέχθηκα πριν λίγο καιρό, ένα βιβλίο στη μορφή κόμικ, ή σωστότερα graphic novel, με τον τίτλο LOGICOMIX. Όταν το πήρα στα χέρια μου είχα μια γενική άποψη περί τίνους πρόκειται, για την περιπέτεια της μαθηματικής λογικής, αλλά η ανακάλυψη της ποιότητάς του ήταν από τα πιο όμορφα αναπάντεχα πράγματα που μου έχουν συμβεί τελευταία.

Το έργο είναι μια προσπάθεια 4 βασικών δημιουργών να πουν μια ιστορία, την ιστορία για την αναζήτηση της αλήθειας, η οποία μοιάζει με μια τραγωδία που ζητάει λύτρωση. Ο κεντρικός συντελεστής είναι ο συγγραφέας Απόστολος Δοξιάδης, που έχει σπουδάσει μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Columbia και στο Παρίσι, ενώ έχει σκηνοθετήσει έργα για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Βασικός συνομιλιτής του και επίτημος προσκεκλημένος της ομάδας των συντελεστών που βρίσκεται στην Αθήνα είναι ο Χρίστος Παπαδημητρίου, κάτοχος της έδρας C. Lester Hogan στο University of California, Berkeley. Το ήμιση της επιμέλειας της εικονογράφησης έχει αναλάβει ο Αλέκος Παπαδάτος, που ορμώμενος από τη Θεσσαλονίκη, σπούδασε Οικονομικά στην πόλη του και εν συνεχεία στη Σορβόννη. Στο Παρίσι μυήθηκε και στην τέχνη της εικονογραφίας, πριν επιστρέψει στην Ελλάδα όπου εργάστηκε σε ελληνικές εφημερίδες. Το άλλο μισό ανήκει στην Annie Di Donna, Γαλλίδα που γεννήθηκε στην Αλγερία και σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Grenoble. Η Annie βρέθηκε στην Ελλάδα καθώς παντρεύτηκε τον Αλέκο Παπαδάτο, με τον οποίο ίδρυσε το 1991 στην Αθήνα το στούντιο Spicy Toons. Θα έλεγε κανείς ένα δυνατό lineup για να γίνει μια σοβαρή δουλειά, με φροντίδα στο περιεχόμενο που θέλει να παρουσάσει.

Πριν την ανάλυση αυτού του περιεχομένου, είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η επιτυχία του εγχειρήματος μπορεί να μετρηθεί με κάποιους αντικειμενικούς δείκτες και μάλλον ανταποκρίνεται στις προσδοκίες που θα είχε κανείς από τους συντελεστές του. Είναι ένα από τα σπάνια παραδείγματα ελληνικών έργων που έχουν καταφέρει να βρεθούν στο No 1 Bestseller των New York Times. Έτσι, αφού το έργο έκανε διεθνή πορεία, εγώ είχα την τύχη να το διαβάσω σε 2 διαφορετικές εκδόσεις, στα γαλλικά και εν συνεχεία στα αγγλικά.

Ξεκινώντας από αυτό το γεγονός, την ανάγνωση σε δύο διαφορετικές γλώσσες, μπόρεσα να έχω μια αίσθηση της διαφορετικής λήψης των εννοιών που περιγράφονται μέσα στο βιβλίο. Όχι με την έννοια της κατά λέξη μετάφρασης, αφού αμφότερες οι μεταφράσεις θαρρώ ότι ήταν αρκετά εύκολο να ελεγχθούν από τους συντελεστές, αλλά στον τρόπο που ο εγκέφαλος του αναγνώστη εκλαμβάνει και (ίσως ενστικτωδώς) αντιλαμβάνεται τα γραφόμενα. Η αδυναμία των ανθρώπινων γλωσσών να αποτυπώσουν τις αλήθειες των μαθηματικών είναι και ένα θέμα που βρίσκεται στο επίκεντρο της αναζήτησης που εξιστορείται μέσα στο βιβλίο, δηλαδή η αναζήτηση μιας νέας γλώσσας που θα ευνοεί την αποτύπωση της λογικής και θα μειώνει τον κίνδυνο της παρερμηνείας ενός νοήματος “καθαρίζοντάς” το από έννοιες που συνοδεύουν και φορτίζουν τις λέξεις των γνωστών γλωσσών.

Η εξιστόρηση γίνεται μέσα από μια ομιλία του Bertrand Russell σε ένα Αμερικανικό Πανεπιστήμιο, μόλις 3 μέρες μετά την εισβολή της Ναζιστικής Γερμανίας στην Πολωνία και την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Russell, διηγούμενος όλη την προσωπική του περιπέτεια εξιστορεί παράλληλα και την ιστορία της αναζήτησης της μαθηματικής λογικής στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα. Τέρατα της λογικής που ήρθαν σε επαφή μαζί του με αρκετούς από αυτούς να αποτερατώνονται πριν το άδοξο τέλος της ζωής τους, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα αν χάθηκαν μέσα στους λαβύρινθους που προσπαθούσαν να χαρτογραφήσουν και παράλληλα δίνοντας ένα τραγικό τόνο στην όλη αναζήτησή τους.

Η αφήγηση του Russell διακόπτεται από τη συζήτηση των συντελεστών, που συναντιούνται στην Αθήνα, είτε για να εξηγηθούν περισσότερο κάποια σημεία που ο αναγνώστης δεν είναι δυνατό να γνωρίζει εκ των προτέρων, είτε και για να αναδειχθούν πλευρές για τις οποίες δεν υπάρχει μία και μόνη απάντηση στο πώς πρέπει να παρουσιαστούν. Μια τεχνική πολύ έξυπνη, που θα μπορούσε να χωρέσει μόνο μέσα σε μια ταινία, ίσως ένα θεατρικό έργο, σίγουρα σε ένα graphic novel, αλλά σε καμία περίπτωση σε ένα βιβλίο με τη συνηθισμένη μορφή της παρουσίασης και ανάλυσης επιστημονικών θεωριών.

Η επιλογή της μορφής είναι ένα ρίσκο, το οποίο μάλιστα αναφέρεται από τις πρώτες κιόλας σελίδες, καθώς το κόμικ μοιάζει αρκετά χυδαίο για να μπορέσει να προσεγγίσει τις ιδέες των μεγαλύτερων διανοητών στη μαθηματική σκέψη των αρχών του 20ου αιώνα. Ωστόσο, το ρίσκο αυτό χειρίζονται με τεράστια δεξιοτεχνία οι συντελεστές, καθώς πέρα από το να παρουσιάσουν τις ιδέες, βρίσκουν έναν τρόπο που αυτές θα μπορέσουν να γίνουν αντιληπτές από ένα αρκετά ευρύ – ωστόσο κατά ένα βαθμό απαραιτήτως μορφωμένο – κοινό. Ίσως κάθε άλλη προσπάθεια να αποδοθεί η σημερινή αντίληψη για τις ιδέες εκείνης της εποχής και την εξέλιξή του να μη μπορούσε να γίνει με τόσο μεστό τρόπο. Το αποτέλεσμα μπορεί να κριθεί ως και αριστουργηματικό.

Ωστόσο, η ιστορία η ίδια, που είναι μια πραγματικότητα και όχι μυθοπλασία, έχει ένα αδιέξοδο, το οποίο προσπαθεί να λύσει η επιστήμη και στην σύγχρονη της αφήγησης εποχή, αλλά και στις μέρες μας. Αυτό το αδιέξοδο παρουσιάζεται ως μια τραγωδία. Η τραγωδία που περιγράφει την περιπέτεια αναζήτησης της αλήθειας δένεται αριστοτεχνικά με την ίδια την τραγωδία, που ταιριάζει γάντι και στο γεωγραφικό χώρο που εξελίσσονται οι συζητήσεις των συντελεστών και συμπρωταγωνιστών στην αφήγηση. Η Ορέστεια επιλέγεται για να δοθούν οι απαραίτητες συγκρίσεις με την ιστορία που αφηγείται ο Αισχύλος και οι συνομιλιτές μένουν να ψάχνουν τη χρυσή τομή, αντίστοιχη μ’αυτή της Αθηνάς.

Εκεί είναι αλήθεια ότι τα πράγματα μπλέκονται λίγο. Για κάποιο λόγο, ενώ η διέξοδος στο δράμα παρουσιάζεται, αυτή μόνο ψελίζεται, κάποιος μπορεί και απλά να την προσπεράσει. Ενώ λοιπόν αρχικά τη “λύση της Αθηνάς” φαίνεται να δίνει ο Russell, που μέσα από την αναζήτηση της αλήθειας έχει μπερδέψει όλο το κοινό του και ακόμα και τον ίδιο τον εαυτό του ως προς την απάντηση ενός σχετικά απλού ερωτήματος: της αναγκαιότητας συμμετοχής των ΗΠΑ στον Πόλεμο, την πραγματική απάντηση τη δίνει ο Χρίστος Παπαδημητρίου, που αποκαλύπτει ότι ο deus ex machina σ’αυτή την ιστορία είναι ουσιαστικά ο deus cum machina, ο θεωρούμενος ως Πατέρας της Πληροφορικής και των Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, Alan Turing. Ωστόσο, υπάρχει ακόμα ένα σημείο, που αφορά την αντίληψη του Turing, που συγκρούεται με αυτή που ο Russell αποχαιρετά το κοινό του. Αυτή η αντίληψη, με καθαρό ιδεολογικό υπόβαθρο απλά υποσημαίνεται από την Annie Di Donna, που αναφέρει ότι το “δημοκρατικό” Βρετανικό Κράτος βρήκε τρόπο να σκοτώσει ουσιαστικά τον Turing γιατί ήταν ιδεολογικός εχθρός του. Όμως εκεί οι συντελεστές είτε δεν ήθελαν, είτε δε μπορούσαν να αναλύσουν ΚΑΙ αυτή την ιστορία. Ίσως το βιβλίο του Χρίστου Παπαδημητρίου “Τιούριγκ, Μαθήματα Αγάπης” να δίνει απαντήσεις και σε αυτά τα ερωτήματα, αλλά αυτό είναι μια επόμενη προσωπική αναζήτηση.

Το συμπέρασμα είναι ότι όποιος διαβάσει το Logicomix έχει τη δυνατότητα να έρθει σε επαφή με τεράστιες, σχεδόν τερατώδεις, ιδέες, που σχημάτισαν την ανθρώπινη σκέψη λίγο πριν την είσοδό της σε μια εποχή που την απλοποίηση των προβλημάτων ακολούθησε η σωστή περιγραφή τους και η ανάθεση της επίλυσής τους στις μηχανές, που δε μιλάνε ανθρώπινη γλώσσα και για το λόγο αυτό αναγκαζόμαστε να μιλήσουμε τη δική τους, τη γλώσσα της λογικής.

Σε όποια ανθρώπινη γλώσσα κι αν διαβάσετε το Logicomix, πέρα από το γεγονός ότι θα μάθετε πολλά πράγματα, είναι σίγουρο ότι θα περάσετε και μερικές απολαυστικότατες ώρες, καθώς και το αισθητικό αποτέλεσμα, μορφής και περιεχομένου, είναι κάτι παραπάνω από άριστο.