Όταν ο πατέρας του Scott Joplin άφησε τη Βόρεια Καρολίνα και τις καλλιέργειες όπου δούλευε ως σκλάβος, ένα πράγμα ήταν αυτό που ήθελε να κρατήσει: την ηχώ των νέγρικων ιεροτελεστιών που άκουγε στα χωράφια. Σ’αυτά τα τραγούδια έβρισκε μια ιδιότυπη ψυχική ανάταση, ελπίδα και έβλεπε την πιθανότητα για ένα καλύτερο αύριο.

Στην μετεμφυλιακή Αμερική, η εγκληματική αντίληψη της δουλείας και το εγκατελειμένο σχέδιο της Ανοικοδόμησης πλανώνταν πάνω από τον Αμερικανικό Νότο. Αλλά στο σπίτι του Joplin, το μπάντζο και η μουσική των αγρών έδιναν ζωή στις βραδιές της οικογένειάς του, αποκαλύπτοντας παράλληλα στα παιδιά – ιδιαίτερα στον Scott – τη δύναμη της μουσικής.

Ανάμεσα σε τεράστιες μεταβολές που συνέβησαν στην Αμερικανική μουσική, με αμέτρητα είδη να εμφανίζονται στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα, οι συνθέσεις του Scott Joplin σήμερα χαρακτηρίζονται κλασσικά έργα. Ήταν εκείνη η εποχή που τον ανέδειξε ως τον γίγαντα του ragtime, με επιτυχίες όπως το «Gladiolous Rag», «The Entertainer» και φυσικά το «Maple Leaf Rag» (αγαπημένο του παρόντος αρθρογράφου).

Οι πιανιστικές συνθέσεις του έφτασαν σε όλα τα saloons των Μεσοδυτικών Πολιτειών (που δεν είναι ακριβώς Μεσοδυτικά, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία). Αυτές είναι που έβαλαν το St. Louis στον μουσικό χάρτη. Ωστόσο, τα κομμάτια αυτά έφτασαν και στα σαλόνια της υψηλής κοινωνίας των πρωτευουσών της Ευρώπης. Η μεγάλη φήμη που έδωσαν στο δημιουργό τους, παρά ταύτα, δεν κατάφερε να τον σώσει από την καταστροφή και το περιθώριο, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Ο Scott Joplin γεννήθηκε είτε το 1867 είτε το 1868 (οι πληροφορίες είναι διφορούμενες) στην Texarkana του Τέξας. Πατέρας του ήταν ο Giles και μητέρα του η Florence Joplin. Ο πατέρας του έκανε διάφορα μεροκάματα, ενώ η μητέρα του καθάριζε σπίτια. Εκείνη την εποχή, η οικογένειά του είχε μόλις μετακομίσει σε κάποια από τα παλιόσπιτα που συνήθιζαν να μένουν οι φτωχές εργατικές οικογένειες.

Από τα έξι παιδιά της οικογένειας, ο Scott ήταν αυτός που έδειχνε να έχει ιδιαίτερη κλίση στη μουσική και ένα ιδιαίτερο «αυτί», με τους δασκάλους του να εκτιμούν το ταλέντο του από νωρίς. Η μητέρα του για το λόγο αυτό έκανε παζάρια με τους ιδιοκτήτες των σπιτιών που δούλευε: κανόνιζε να δουλέψει μερικές μέρες χωρίς αμοιβή προκειμένου ο γιος της να κάνει εξάσκηση στα πιάνα των σπιτιών των πλουσίων, ενίοτε και σε άλλα όργανα. Όμως τα πράγματα χειροτέρεψαν απότομα, όταν ο πατέρας του Scott εγκατέλειψε την οικογένεια. Ο έφηβος με το παιδικό πρόσωπο Scott, αναγκάστηκε να βγει στον κόσμο, να πάρει τα τρένα της εποχής για να βρει το δρόμο του σε ένα πολύ δύσκολο περιβάλλον, μακριά απ’το σπίτι.

Ο κόσμος της κωμωδίας έμοιαζε φανταχτερός, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν αποτελούσε και το πιο άνετο περιβάλλον για νέγρους performers. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι έγχρωμοι Bert Williams και George Walker, που έμειναν στην ιστορία για τα κωμικά σκετς τους με βαμμένο το πρόσωπο μαύρο (blackface act) είχαν περιλάβει πολλά ρατσιστικά στοιχεία στις λεγόμενες ρουτίνες τους. Η μουσική που συνόδευε αυτές τις παραστάσεις ήταν το ragtime.

Αντίθετα με την κλασική μουσική, το ragtime δεν είχε ένα παραδοσιακό τρόπο παιξίματος, αφού ο πιανίστας έκανε μια τρελή από φυσιολογικής άποψης κίνηση πάνω στα πλήκτρα, κάτι που πολλοί αποκαλούσαν «κουρελοπαίξιμο».

O Joplin μεγάλωσε όμως μέσα σ’αυτό το είδος και έγινε γνωστός παίζοντας ragtime. Το αυτοσχεδιαστικό στυλ του ταίριαζε απόλυτα και γρήγορα δεν ήταν πια ένας «άγνωστος μεταξύ αγνώστων» σε παραστάσεις που συμμετείχαν και παλαιότεροι πιανίστες. Σε όποια πόλη πήγαινε η άφιξή του γινόταν ευρέως γνωστή.

Το καλοκαίρι του 1893, ο Joplin πήγε στο Σικάγο για την Παγκόσμια Έκθεση. Οι διοργανωτές δεν ήθελαν έγχρωμους να συμμετέχουν επίσημα, ωστόσο του επέτρεψαν να παίζει στα πέριξ του χώρου της έκθεσης. Τα αφεντικά που είχαν μαζευτή εκεί ξετρελάθηκαν με το παίξιμό του και έψαχναν τρόπους που θα επωφεληθούν από το ταλέντο του.

Από τα μέσα του 1890 ο Joplin έγραφε τις δικές του συνθέσεις. Όταν βρισκόταν στη Sedalia του Missouri, τράβηξε την προσοχή του John Stark, ενός ντόπιου επιχειρηματία, που αγόρασε τα πνευματικά δικαιώματα για το «Maple Leaf Rag». Όταν αυτό κυκλοφόρησε το 1899 έγινε αυτό που σήμερα θα χαρακτηριζόταν «viral», αφού τα περίπου 10000 αντίτυπα πουλήθηκαν αστραπιαία (ευτυχώς επόμενες εκδόσεις επέτρεψαν στον Joplin να εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή διαβίωση). Τότε άρχισαν να κυκλοφορούν και άλλες συνθέσεις του, όπως το «Magnetic Rag», το «Weeping Willow» και το εμβληματικό «The Entertainer».

Το χαρακτηριστικό του μουσικό ύφος συνδίαζε έναν παιχνιδιάρικο ρυθμό και μια γλυκιά πιανιστική μελωδία. Κατά μια αρκετά διαδεδομένη ιστορία, ο John Stark φέρεται να είπε για τον Joplin ότι έχει «τη δεξιοτεχνία του Beethoven με το συναίσθημα του σιγοτραγουδίσματος μιας μαύρης μάνας». Ήταν κι αυτός ένας ακόμα τρόπος για να περιγράψει κανείς το εκπληκτικό μίγμα που έκανε ο Joplin, ανακατεύοντας την Ευρωπαϊκή κλασική μουσική με τα φολκλορικά στοιχεία της νέγρικης, με όχημα ένα πιάνο.

Παρά την εμπορική επιτυχία, η ερωτική ζωή του Joplin ήταν γεμάτη δυστυχία από την αρχή. Ένα εξώγαμο παιδί του πέθανε. Το 1904 παντρεύτηκε μια γυναίκα που φέρεται να πέθανε επίσης την ίδια χρονιά. Κατόπιν, βρήκε τον άνθρωπό του στο πρόσωπο της Lottie Stokes, η οποία διαχειριζόταν τα ενοικιαζόμενα δωμάτια ενός σπιτιού για να φέρει ένα έξτρα εισόδημα στην οικογένεια. Ο Joplin είχε συχνά σοβαρά οικονομικά προβλήματα, καθώς δε χαρακτηριζόταν από αυτό που λέμε «επιχειρηματικό πνεύμα», ώστε να προστατεύσει το εισόδημά του και την πνευματική του ιδιοκτησία.

Όταν ο Joplin έφτασε στη Νέα Υόρκη, το 1907, ήταν αρκετά γνωστός για να βρει αμέσως δουλειά. Υπήρχαν κάμποσα φημισμένα καμπαρέ στην πόλη και όλα έδιναν μάχη για να τον πείσουν να ενταχτεί στο πρόγραμμά τους. Όμως, παρά το ενδιαφέρον που υπήρχε για το ragtime, αυτή η μουσική ακόμα τότε θεωρούνταν χαμηλής ποιότητας, με αρκετούς να την αποκαλούν «μουσική του πορνείου». Ο Joplin ωστόσο είχε κατανοήσει ότι η μουσική του και το αντίκτυπό της θα είχαν διάρκεια, κάτι που του επέτρεψε να γίνει ακόμα πιο τολμηρός.

Στη Νέα Υόρκη, ο Joplin έγραψε όμως και μια εμβληματική όπερα, την «Treemonisha» με αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία και κρατώντας τις παραδόσεις της Ευρωπαϊκής μουσικής. Σίγουρα πίστευε ότι αυτό το έργο θα του έδινε και το σεβασμό που του αναλογούσε. Δυστυχώς, το έργο δε γνώρισε επιτυχία, καθώς παίχτηκε μόνο σε μία παράσταση στο Lincoln Theater του Χάρλεμ. Αυτή η αποτυχία κλόνησε τον Joplin.

Δυστυχώς δεν του έμεινε πολύς χρόνος για να μεγαλώσει το έργο του. Λίγο αργότερα διαγνώστηκε με σύφιλη και τελικά πέθανε απομονωμένος, μέσα σε μια ψυχιατρική κλινική, την Πρωταπριλιά του 1917. Ήταν περίπου 50 χρονών.

Ο θάνατός του πέρασε απαρατήρητος από τις περισσότερες αμερικανικές εφημερίδες, συμπεριλαμβανομένων και των New York Times, που πρόσφατα διόρθωσαν το ιστορικό λάθος τους κάνοντας ένα μεγάλο αφιέρωμα σε ένα μουσικό σύμβολο της αμερικανικής ιστορίας. Η συμβολή του ήταν τεράστια στη γέννηση ενός φαινομένου που θα εμφανιζόταν πιο έντονα λίγο μετά το θάνατό του, ένα μουσικό είδος που ονομάστηκε Jazz!!!