Μία πολιτική αφήγηση, έντονα διδακτική, με πολύ εύστοχους συμβολισμούς είναι η ταινία Pride, του Matthey Warchus. Το Pride γυρίστηκε το 2014 και προβλήθηκε στο φεστιβάλ των Καννών, ενώ ήταν υποψήφια για καλύτερη ταινία στις Χρυσές Σφαίρες και τα Βραβεία BAFTA. Το βρετανικό φιλμ αναφέρεται σε μια πραγματική ιστορία που έλαβε χώρα στη Βρετανία της δεκαετίας του ’80, όταν το LGBT κίνημα έκανε τα βήματά του μέσα σε ένα πολιτικό σκηνικό που χαρακτηριζόταν από την άγρια αντιλαϊκή επίθεση της πολιτικής της Thatcher, που έστελνε στην κυριολεξία εκατομμύρια εργάτες στον τάφο.

Το κομμάτι της πολιτικής αντιπαράθεσης και τα αιτήματα των απεργιών που φούσκωναν από φυσική ανάγκη επιβίωσης δεν είναι το προκείμενο. Όχι πως δεν είναι σημαντικό, αλλά η ταινία αποφασίζει να αναλύσει ένα μέρος ή μια πλευρά των κοινωνικών αγώνων, προσφέροντας πολύτιμα μηνύματα σε όσους αποτελούν κομμάτι τους στις μέρες μας. Εξηγεί πώς η πραγματική ιδεολογία της εργατικής τάξης, αυτή που της επιτρέπει να επιβιώσει σε ένα εκμεταλλευτικό σύστημα και να διεκδικήσει την προοπτική της για μια καλύτερη ζωή, δε μπορεί να έχει δύο μέτρα και δύο σταθμά όσο αφορά τις αντιλήψεις των αντιπάλων της, εν προκειμένω το ρατσισμό, αν θέλει να είναι νικηφόρα.

Η ταινία ξεκινάει στο Pride του Λονδίνου το 1984. Εκείνη τη χρονιά ο πρωταγωνιστής συνειδητοποιεί κάτι που λίγοι έβλεπαν. Η αστυνομία, που συνήθιζε να τουλουμιάζει τις διαδηλώσεις του LGBT κινήματος, είναι ιδιαίτερα “χαλαρή” σε αυτή την κινητοποίηση. Ο λόγος είναι ότι έχει δουλειά αλλού. Είναι απασχολημένη με το να ματώνει τις τεράστιες και ηρωικές απεργίες των μεταλλωρύχων, στη δυτική βρετανία, που βλέπουν τη ζωή τους να καταστρέφεται και την πείνα τους να θεριεύει.

Τότε ο Mark Ashton παίρνει την απόφαση να οργανώσει μέσα στο LGBT κίνημα μία καμπάνια υποστήριξης των απεργών, μαζεύοντας χρήματα και άλλα είδη που ήταν υπερπολύτιμα για να μπορέσουν να κρατήσουν τη στάση τους οι μεταλλωρύχοι.

Το πρώτο εμπόδιο βρίσκεται μέσα στο κίνημα των LGBT. Αν και για λόγους οικονομίας χρόνου φαίνεται να βρίσκει γρήγορα την ομάδα που στελεχώνει το υπο-κίνημά του, υπό το όνομα LGSM (Lesbians and Gays Support the Miners), υπάρχουν τα στοιχεία που δείχνουν ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν καθόλου εύκολο να συμβεί.

Τα άτομα της gay κοινότητας δεν έχουν όρεξη να υποστηρίξουν των αγώνα μαζών που παραδοσιακά βρίσκεται στην προκατάληψη απέναντί τους. Πρόκειται για φτωχές μάζες και αμόρφωτες, που αν και αντιλαμβάνονται την ανάγκη του αγώνα για την επιβίωση, παραμένουν πιστές σε παραδοσιακές αρχές, στη θρησκεία. Ωστόσο, ανακύπτει άμεσα το ερώτημα αν είναι σωστή η στάση του Mark ή όλων εκείνων που έχουν υποστεί τα πάνδεινα από αυτές τις μάζες στην καθημερινότητά τους. Είναι μεγαλείο να υποστηρίξουν φαινομενικούς εχθρούς τους;

Πολύ γρήγορα προκύπτει ότι η ευκολία με την οποία μέλη του LGBT κινήματος απορρίπτουν τη συμπόρευση με το εργατικό κίνημα, πέρα από τα στενά πλαίσια που οριοθετούν τα δικά τους αιτήματα, προκύπτει και από ενός είδους ελιτισμό. Είναι εύκολο στο φιλελεύθερο Λονδίνο να λες ελεύθερα την άποψή σου, να οργανώνεσαι και να ζεις τη ζωή σου με τον τρόπο που θες, ακόμα κι αν έχεις εχθρούς, να έχεις μυαλό ανοιχτό για να αντιλαμβάνεται τη διαφορετικότητα. Ωστόσο, δεν είναι το ίδιο εύκολο στα χωριά των μεταλλείων και αυτό πολλά από τα μέλη του LGBT κινήματος το αγνοούν.

Η ταινία το δείχνει με τον πιο παραδειγματικό τρόπο, αφού οι πρωταγωνιστές ανακαλύπτουν ότι η αδυναμία τους να πετύχουν κάτι ουσιαστικό προέρχεται κατά βάση από το γεγονός ότι δεν έχουν καμία επαφή με τους ίδιους τους απεργούς. Δε γίνεται να υποστηρίζουν κάποιον που δεν έχουν συναντήσει ποτέ απλά επειδή συγκινούνται από τον αγώνα του. Τότε ξεκινάει η μάχη να έρθουν σε επαφή με τους μεταλλωρύχους.

Προφανώς και είναι μάχη, γιατί πρέπει από εκεί που προσπαθούν να γίνουν “δεκτοί” σε μια κοινωνία μέσα στην οποία ζουν ξαφνικά να κάνουν κάτι πολύ δυσκολότερο, να κερδίσουν αυτή την αποδοχή από μία κοινωνία που θεωρεί τη ζωή τους de facto παρα φύσιν. Με τον τρόπο αυτό αναδεικνύεται ήδη ένα ερώτημα το οποίο απαντιέται καθ’όλη τη διάρκεια της ταινίας. Είναι ικανοί οι αμόρφωτοι εργάτες να αντιληφθούν τα αιτήματα ενός κινήματος που αναπτύσσεται κυρίως από μικροαστικές ως και αστικές μάζες; Είναι άραγε περισσότερο ικανοί από την παραδοσιακή αστική τάξη που είναι θεωρητικά πιο μορφωμένη και ζει σε συνθήκες που τίποτα δεν την εμποδίζει να δει ορθολογικά αυτά τα ζητήματα;

Η πρώτη δυσκολία ξεπερνιέται χάρη στη συμβολή ενός ατόμου, της Siân James που αποφασίζει να απαντήσει σε ένα τηλεφώνημά τους και να δεχτεί τη βοήθεια που προσφέρουν. Στη συνέχεια γίνονται οι πρώτες ενδιαφέρουσες επαφές, με πρώτη την επίσκεψη του Cliff Barry, ηγέτη του τοπικού συνδικάτου στο Λονδίνο.

Όταν ο Barry συναντάει τα μέλη του LGSM τους λέει ότι είναι η πρώτη φορά που βλέπει gay άτομα. Ένας από αυτούς του απαντάει ότι είναι η πρώτη φορά που βλέπει μεταλλωρύχο. Αυτή η στιχομυθία προστίθεται στη λίστα των στοιχείων που δείχνουν ότι τα δύο κινήματα προέρχονται από εντελώς διαφορετικούς κόσμους και συμβάλει στο να δείξει ότι τις περισσότερες φορές αυτή είναι η αιτία που δε μπορούν να συμβαδίσουν με αιτήματα που έχουν ίδιο σκοπό και βεβαίως τον ίδιο εχθρό, ένα εκμεταλλευτικό σύστημα που θέλει τους ανθρώπους σκυφτούς, είτε επειδή αναγκάζονται να δουλεύουν, είτε επειδή θέλουν να ζήσουν ακόμα και την προσωπική τους ζωή με τρόπο πέρα από αυτόν που θεωρείται “πεπατημένος”.

Όταν ο Barry αποφασίζει να μιλήσει μέσα σε ένα gay bar για να τους ευχαριστήσει για τη βοήθειά τους, δεν είναι καθόλου ευπρόσδεκτος. Τα φτωχά και παλιομοδίτικα ρούχα του, το επίσης μπανάλ κούρεμά του δεν ταιριάζουν καθόλου στην αισθητική αυτών των ανθρώπων. Μήπως όμως έχουν μάθει να αποτραβιούνται σ’αυτή την αισθητική γιατί είναι κι αυτή μία άλλη ασφάλεια; Το μήνυμά του θα μπορούσε να έχει και πολύ πιο αρνητική ανταπόκριση, αλλά ο σκηνοθέτης και ελπίζουμε η πραγματικότητα, το κάνουν να αλλάζει τη στάση της κοινότητας απέναντι στον παλιομοδίτη και παραδοσιακό εργάτη. Μία πρώτη μάχη έχει κερδηθεί στο κοσμοπολίτικο Λονδίνο.

Η αντίστοιχη μάχη όμως πρέπει τώρα να κερδηθεί στην Ουαλία, όπου τα πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα. Αυτό το αντιλαμβάνονται όλα τα μέλη του LGSM από τη στιγμή που φτάνουν στο χωριό Onllwyn, όπου η απεργία είναι σε εξέλιξη. Δε μπορούν να πιστέψουν στα μάτια τους από τις συνθήκες της φτώχιας που επικρατούν. Ο μοναδικός που γνωρίζει αυτό τον κόσμο, ο ιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου που μαζεύονται στο Λονδίνο, δεν πήγε μαζί τους, γιατί φοβόταν να βρεθεί σε εκείνα τα μέρη.

Αντικρίζοντας τους μεταλλωρύχους αντιλαμβάνονται ότι είναι πιο δύσκολο να “αποκαλυφθούν” στους “φίλους” τους, σ’αυτούς δηλαδή που αποφάσισαν να στηρίξουν, απ’ότι στους εχθρούς τους, τους μπάτσους, τους νεοναζί και άλλου τύπου καθάρματα του Λονδίνου. Ο Mark Ashton παίρνει την απόφαση να μιλήσει. Αυτά που λέει δε βγάζουν κανένα νόημα, γιατί είναι γενικότητες μπροστά στον αγώνα για την επιβίωση. Η αποδοχή του μηνύματός του είναι πολύ χειρότερη από την αντίστοιχη του Barry στο Λονδίνο.

Εκεί φαίνεται ότι τα προβλήματα των δύο ομάδων δεν είναι τα ίδια. Ωστόσο έχουν τον ίδιο εχθρό και την ίδια αιτία, κάτι που δεν αντιλαμβάνονταν εύκολα ούτε και οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές που ξεκίνησαν την καμπάνια. Ο εχθρός μπορεί να είναι ο ίδιος, αλλά μια απεργία διαρκείας δε μπορεί να στηρίζει αιτήματα τα οποία δεν αντιλαμβάνεται πλήρως ο απεργός ώστε να κάνει τις απαραίτητες θυσίες. Δεν είναι απλός ακτιβισμός.

Ωστόσο, μέσα από τη συντονισμένη προσπάθεια έμπειρων συνδικαλιστών μεταλλωρύχων καθώς και των γυναικών που ήταν μέλη της επιτροπής της απεργίας, η επαφή μεταξύ των δύο ομάδων βοήθησε να σπάσουν στερεότυπα. Η ευκολία με την οποία έσπαγαν τα στερεότυπα είναι χαρακτηριστικό ότι ήταν ανάλογη της εμπειρίας των αγώνων του κάθε ατόμου και όχι της ηλικίας του. Το νεαρό της ηλικίας δε σημαίνει απαραίτητα και πιο ορθολογική ή ελεύθερη σκέψη.

Τα εύστοχα μηνύματα, με το σπάσιμο του “ανδρισμού” των ντόπιων από το χορό ενός ομοφυλόφιλου που σαγήνευε τις γυναίκες του χωριού, έντυσαν με ένα γιορτινό κλίμα τον τρόπο με τον οποίο αντιλήψεις σαθρές μπορούν να σπάσουν και να γκρεμιστούν με την πιο απλή ανθρώπινη κίνηση.

Ωστόσο, σ’εκείνο το σημείο ξεκινάει η αφήγηση της πραγματικά αγωνιστικής στάσης και των δύο πλευρών. Ο αγώνας δεν είναι κάτι εύκολο, αλλιώς θα τον έκαναν όλοι. Το σαμποτάζ απέναντι στην απεργία και την οργάνωσή της και η φθορά από τη διάρκειά της έφεραν τα πράγματα σε μια κρίσιμη καμπή στον κρύο Ουαλικό χειμώνα. Τα τρόφιμα λιγόστευαν, τα χρήματα της υποστήριξης δεν έφταναν ενώ η πολιτική της Thatcher είχε έναν και μόνο σκοπό, να εξαφανίσει ολόκληρα χωριά και επαρχίες, με μια συγκαλυμμένη ταξική γενοκτονία, καθώς οι συγκεκριμένοι αναλώσιμοι εργάτες δεν ήταν πια τόσο απαραίτητοι στους εκμεταλλευτές τους. Εκεί ο Mark Ashton αποφάσισε ότι χρειάζονται περισσότερα από τη gay κοινότητα του Λονδίνου.

Η απάντηση είναι αρκετά χαρακτηριστική και έρχεται με ένα χορικό. Οι παρευρισκόμενοι στη σκηνή, δηλαδή σχεδόν όλος ο πληθυσμός του χωριού, τραγουδούν το Bread and Roses του John Denver. Ο αγώνας για ψωμί, για την επιβίωση, συνοδεύεται από τον αγώνα για μια ζωή που ο κάθε άνθρωπος είναι χαρούμενος και τη ζει με πλήρη αξιοπρέπεια και ελευθερία, που συμβολίζεται από τα τριαντάφυλλα.

Όλα αυτά γίνονται ωστόσο κάτω από τη διαρκή αμφισβήτηση των LGSM από μερίδα των ντόπιων. Κατά “τρομερή” σύμπτωση, αυτοί οι ντόπιοι είναι που “τρυπάνε” την ίδια απεργία από μέσα, οργανώνοντας προβοκάτσιες, με τη συμβολή των μέσων ενημέρωσης, προσπαθώντας να κόψουν αυτό το δεσμό. Τα κίνητρά τους κάποιος μπορεί να πει ότι είναι απλά επιφανειακά ρατσιστικά, όμως είναι κάτι παραπάνω. Η διέξοδος σε τέτοιες ιδεολογίες δίνεται μόνο σε αυτούς που ψάχνουν τη νίκη του προσωπικού, πολλές φορές πρόσκαιρου, συμφέροντος πάνω από το συλλογικό. Ο καριερίστικος όπως και ο εργοδοτικός συνδικαλισμός δε νοιάζεται για το διακύβευμα, την πραγματική νίκη, ακόμα κι αν μιλάει συνέχεια γι’αυτήν με “ρεαλισμό”. Δυστυχώς, το ίδιο συμβαίνει και με τις συμβιβασμένες μάζες, σε όλες τις εκμεταλλευτικές κοινωνίες.

Η κίνηση των ξεπουλημένων συνδικαλιστών τελικά πετυχαίνει μέσα από ένα μπαράζ προβοκάτσιας. Εκεί που μπορούν να αξιοποιηθούν τεράστιες κοινωνικές δυνάμεις για την πραγματική νίκη της απεργίας, αυτοί καταφέρνουν τη λήξη της. Ουσιαστικά η άρνηση της βοήθειας από το LGSM με πρόφαση δημοσιεύματα που “έκαναν κακό” στο προφίλ των απεργών οδήγησαν στην αδυναμία της συνέχισής της. Είναι χαρακτηριστικό των σοσιαλδημοκρατικών ηγεσιών των συνδικάτων να τραβούν τις απεργίες όσο συμφέρει και να τις “τρυπάνε δημοκρατικά” όταν αυτές γίνονται πραγματικά επικίνδυνες για το σύστημα.

Η ήττα λυγίζει τον πρωταγωνιστή, που αποφασίζει να παρατήσει και το εργατικό και το LGBT κίνημα. Όχι για πολύ, ευτυχώς. Την ίδια στιγμή ένα από τα κεντρικά πρόσωπα, γόνος αστικής παραδοσιακής οικογένειας, αποφασίζει να σπάσει τους δεσμούς με το σπίτι του. Οι “αγαπημένοι” του γονείς ποτέ δε δέχτηκαν την ταυτότητά του, παρά το γεγονός ότι βρίσκονταν σε συνθήκες για να καταλάβουν πολλλά περισσότερα από τους κατά τ’άλλα “αμόρφωτους” εργάτες της Ουαλίας.

Στις 29 Ιούνη του 1985 ο πρωταγωνιστής επιστρέφει στο βιβλιοπωλείο για το Pride του Λονδίνου, ένα χρόνο μετά την αρχή της ταινίας. Από εκεί ξεκινάνε όλοι ως ομάδα LGSM για να διαδηλώσουν όπως κάθε χρόνο, αυτή τη φορά κρατώντας όμως κόκκινες εργατικές σημαίες, έχοντας σκοπό να αναδείξουν αυτό τον αγώνα τους σε συνδιασμό με τα δικά τους αιτήματα.

Στο συγκεκριμένο σημείο, αν και σε γρήγορο ρυθμό, γίνεται η ίδια διαπάλη από την άλλη μεριά. Οι φορείς του LGBT κινήματος δε θέλουν τους εργάτες. Στο Pride έχουν να αντιμετωπίσουν τους οπαδούς του “no politics” που επιθυμούν η πορεία να γίνει “γιορτή”. Ωστόσο, ευτυχώς την απάντηση δίνουν οι ίδιοι οι Ουαλοί εργάτες, που έρχονται καραβιές με τα λεωφορεία για να συστρατευθούν με το LGBT κίνημα, με αυτούς που τους βοήθησαν.

Οι LGSM τίθενται επικεφαλής της πορείας του Pride μαζί με τα συνδικάτα και η μπατσαρία από χαλαρό καλοκαιρινό περίπατο ντύνεται για να πάρει θέση μάχης, όπως κάνει κάθε φορά που ο λαός βρίσκεται σε καλή θέση για να διεκδικήσει το πραγματικό δικαίωμα στην αξιοπρεπή ζωή.

Τελικά, το μικροαστικό κίνημα του Pride τσάκισε, έστω προσωρινά, τις παθογένειές του και κέρδισε πολύ περισσότερα, έναν ολόκληρο λαό στο πλευρό του, με τον οποίο έχουν ίδιο εχθρό και προβλήματα με κοινή αιτία. Το 1985 οι σημαίες στην κεφαλή του λονδρέζικου Pride ήταν κόκκινες. Η ζωή, έστω προσωρινά, έμοιαζε να είναι πολύχρωμη.