Ήρθε η ώρα να πω μια ιστορία, μια ανασκόπηση που τριγυρίζει συνέχεια το κεφάλι μου τις τελευταίες μέρες. Ουσιαστικά αποτελεί την απάντηση σε ένα “γιατί”, που αφορά την αναζήτηση της αιτίας της γέννησης πρωτόγνωρων συναισθημάτων, έπειτα από γεγονότα που ίσως δε θα έπρεπε να έχουν και τόση μεγάλη σημασία στην καθημερινότητά μου.

Διανύω την 4η δεκαετία της ζωής μου, νιώθω συνεχώς όλο και πιο ώριμος, όχι όσο αφορά τη “σοβαρότητα” που συνοδεύει την αύξηση των κεριών στη γενέθλια τούρτα, αλλά όσο αφορά τη σημασία που δίνω στην ίδια τη ζωή, στο νόημά της. Οι αλλαγές τα τελευταία χρόνια μου δείχνουν ότι τελικά δε σταματάμε να αλλάζουμε ποτέ, το ίσα ίσα μεγαλώνοντας αλλάζουμε όλο και πιο πολύ και όλο και πιο γρήγορα – κι αυτή είναι μια αρκετά αισιόδοξη διαδικασία. Ωστόσο, υπάρχουν μερικά πράγματα που παραμένουν σταθερά και δε φεύγουν από τη ζωή μας, απλώς αλλάζει η ποιότητά τους, μαζί με εμάς ή παράλληλα με εμάς.

Ένα από τα πράγματα που μας ακολουθεί στη ζωή είναι η παράξενη “αγάπη” για μια ποδοσφαιρική ομάδα. Είναι πολύ παράξενη γιατί δεν έγινε με κάποια αντικειμενικά κριτήρια. Όταν πρόκειται για ομάδες που κερδίζουν τίτλους, ή έχουν πολυάριθμους οπαδούς στο χώρο που μεγαλώνει κανείς, τότε υπάρχει μια εξήγηση. Όμως υπάρχει ένα άλλο γεγονός, που δεν είναι παραδοσιακό στο ποδόσφαιρο, καθώς μετράει μόνο λίγες δεκαετίες, αυτό της υποστήριξης μιας ομάδας που αγωνίζεται σε μια άλλη χώρα, που βρίσκεται σε μια πόλη που ποτέ δεν επισκέφθηκες και δεν πρόκειται άμεσα να επισκεφθείς. Τι μπορεί να σε κάνει να υποστηρίζεις με πάθος έναν τέτοιο σύλλογο χωρίς να έχεις πάρει μυρωδιά από το γήπεδο, τα χαρακτηριστικά των υποστηρικτών του; Γιατί να επιλέξεις να ταχτείς ως υποστηρικτής του;

Αυτά είναι ερωτήματα που κάποιοι τα απαντούν “εύκολα”. Το βρίσκουν όλο αυτό ψεύτικο και υποκριτικό. Όμως, αν αφήσουμε στην άκρη την όποια ανάγκη να πειστούν αυτοί, που δεν αποτελεί πραγματική ανάγκη, συνεχίζει να αποτελεί ερώτημα για ποιο λόγο να υποστηρίζεις μια ομάδα που βρίσκεται τόσο μακριά και πολλές φορές να ταυτίζεσαι μ’αυτήν. Να στεναχωριέσαι, να αγχώνεσαι και στο τέλος να δακρύζεις. Αυτά τα ερωτήματα θέλω να απαντήσω με αυτή την ιστορία. Γι’αυτό θα πω την ιστορία όπως ακριβώς είναι, χωρίς να με νοιάζει να βγάλω το “οπαδόμετρο”. Έτσι κι αλλιώς η σχέση του καθενός με την ομάδα που υποστηρίζει είναι μια υπόθεση αυστηρά για δύο, τον οπαδό και την ομάδα.

1996

Τη δεκαετία του 1990 δεν είχαμε τη δυνατότητα να βλέπουμε αγώνες από όλη την Ευρώπη. Τουλάχιστον δεν την είχαμε στο βαθμό που υπάρχει σήμερα και σίγουρα όποιος δεν είχε το νεόφερτο Filmnet θα έπρεπε να αρκεστεί σε στιγμιότυπα που μετέδιδαν οι αθλητικές εκπομπές της κρατικής ή ιδιωτικής ελεύθερης τηλεόρασης. Κάπως έτσι έμπαινε και η Premier League στα σπίτια μας, πέρα από κάποια μαγνητοσκοπημένα παιχνίδια. Ήταν λοιπόν 11 Μαΐου του 1996, όταν ετοιμαζόμουν να πάω στο πάρτι για τα 9α γενέθλιά μου, τα οποία ήταν 2 μέρες νωρίτερα, καθώς όμως έπεφταν καθημερινή δε μπορούσε το πάρτι να γίνει Πέμπτη και μετατέθηκε για το Σάββατο. Εκείνο το Σάββατο όμως ήταν και ο τελικός του Κυπέλλου Αγγλίας, ένα κλασικό ντέρμπι, ανάμεσα στη Liverpool και τη Manchester United, στο θρυλικό παλιό Webley.

Εκείνη ήταν μια εποχή που μεσουρανούσε η United του Ferguson με ηγέτη τον Cantona, με σήμα κατατεθέν το σηκωμένο γιακά του. Μάλιστα ήδη είχαν αρχίσει να εμφανίζονται σιγά σιγά στην Ελλάδα και εμφανίσεις ξένων ομάδων και ποδοσφαιριστών, οι περισσότερες φυσικά “μαϊμού”, μιας και η τιμή για να αγοραστεί η αυθεντική εμφάνιση ήταν πολύ μεγάλη για τα οικονομικά δεδομένα εκείνης της ελληνικής κοινωνίας. Αν υπήρχε μία φανέλα που μπορούσε κανείς να τη δει εύκολα και συχνά στο δρόμο, αυτή ήταν σίγουρα του Cantona, το νούμερο 7 της Manchester United.

Παρ’όλα αυτά, σε εκείνο τον τελικό, κάτι μου έλεγε ότι δεν ήθελα να υποστηρίξω την ομάδα του Γάλλου. Οι αντίπαλοι μου άρεσαν περισσότερο. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν και λίγο θέμα ονόματος. Ηχητικά το Λίβερπουλ πάντα μου έμοιαζε να ακούγεται πιο μεγαλειώδες. Δεν είχα φυσικά καμία ιδέα για το ποια ομάδα ήταν αυτή, πόσους τίτλους είχε κατακτήσει και φυσικά μικρή σημασία έδινα στο Champions League, στο οποίο ο Παναθηναϊκός για να φτάσει στους 4 είχε κερδίσει σε ένα βαλτόσταυλο τη Λέγκια Βαρσοβίας.

Η Λίβερπουλ τελικά έχασε τον τελικό, με σκορ 1-0 και γκολ που έβαλε στο 87ο λεπτό ο Cantona. Δεν είχα προλάβει να δω το γκολ, όμως το είδα το βράδυ που γυρίσαμε, γιατί το είχα γράψει σε βίντεο. Δε μ’άρεσε το αποτέλεσμα, αλλά αυτό δε με έκανε να αποσύρω την υποστήριξή μου, την άκρως μεταφυσική υποστήριξη σε αυτή την ομάδα που λεγόταν Λίβερπουλ. Από εκείνη τη μέρα όποτε κάποιος μιλούσε για τον Cantona και τη United, εγώ απαντούσα ότι ήμουν Liverpool.

Πολύ γρήγορα μάλιστα βρήκα και το δικό μου ήρωα, έναν παίχτη που μ’άρεσε πολύ περισσότερο από το νευριασμένο Γάλλο. Ένας απίστευτος και σχεδόν τρελός επιθετικός, όχι με τα μεσογειακά χαρακτηριστικά της τρέλας, αλλά με τα βρετανικά, έβαζε γκολ λες και πήγαινε στην παιδική χαρά και έκανε φάρσες στους φίλους του. Πού να ξέρω τότε ότι αυτός που έγινε η αιτία να αποκτήσω το πρώτο μου ποδοσφαιρικό ίνδαλμα θα γινόταν από τις πιο cult αγαπητές φιγούρες του ποδοσφαίρου των δεκαετιών που μεγάλωσα. Το όνομά του Robbie Fowler, και ακόμα και το γεγονός ότι το επίθετο θύμιζε λίγο “φάουλ” εμένα μου άναβε λαμπάκια για να θέλω να βάζει τα τρελά του γκολ που παρακολουθούσα στην Αθλητική Κυριακή ή κάποια άλλη εκπομπή με στιγμιότυπα από την Αγγλία.

Για πρωτάθλημα ούτε λόγος, προφανώς θα το έπαιρνε η Manchester πάντα. Ήταν η καλύτερη ομάδα τότε, αλλά ποιος νοιάζεται; Γιατί, μήπως στην Ελλάδα υποστήριζα την ομάδα που έπαιρνε το πρωτάθλημα; Ευτυχώς μεγάλωσα σε μια πόλη που μάθαμε να μην υποστηρίζουμε ομάδες για τους τίτλους, ήταν κι αυτός ίσως ένας λόγος για να υποστηρίξω τη Liverpool, βρίσκοντας μια αντιστοιχία.

Ένας άλλος λόγος ίσως ήταν και ότι εκείνη τη χρονιά η ομάδα μου στην Ελλάδα, ο ΠΑΟΚ, έκανε τη χειρότερη επίδοση στην ιστορία της, τερματίζοντας στη 14η θέση. Αυτό αναγκαστικά με έκανε να ψάχνω και κάπου αλλού τις συγκινήσεις που έλειπαν από το ποδόσφαιρο. Σε αυτή την ηλικία μια τέτοια κακή και αδιάφορη πορεία παίζει πολύ μεγάλο ρόλο, καθώς έχει κανείς μόλις 4-5 χρόνια που παρακολουθεί ποδόσφαιρο, λιγότερα πραγματικά καταλαβάινοντας και έτσι ο ένας χρόνος μοιάζει απέραντο χρονικό διάστημα, σχεδόν μονιμότητα.

1997…

Ωστόσο, ευτυχώς, ο ΠΑΟΚ επανήλθε στην κανονικότητα την επόμενη σεζόν, κερδίζοντας το 1997 ένα ευρωπαϊκό εισιτήριο, αυτό για το Κύπελλο UEFA. Δε μπορούσε να υπάρχει καλύτερη εξέλιξη. Αφού στην Αγγλία το πρωτάθλημα το έπαιρνε “μόνιμα” η United, η αγαπημένη Liverpool ήταν ομάδα του Κυπέλλου UEFA και υπήρχε περίπτωση να έρθει να παίξει στην Τούμπα. Δυστυχώς ή ευτυχώς, μια άλλη αγγλική ομάδα ήρθε να παίξει στην Τούμπα και ο ΠΑΟΚ έγραψε μια από τις πιο ξεχωριστές του ευρωπαϊκές ιστορίες, ωστόσο η Liverpool παρέμενε πάντα κάτι αγαπημένο αλλά μακρινό, τόσο μακρινό που δε μπορούσα ούτε καν να το δω.

Την επόμενη χρονιά δίπλα από τον Fowler και μπροστά από τον McManaman, που τους είχα δει και στο Euro με την Αγγλία, για πρώτη φορά, αφού απουσίαζαν από το Μουντιάλ του 1994, εμφανίστηκε ένας άλλος επιθετικός, ο Owen. Ήδη 3 παίχτες που είχαν τα δικά τους ξεχωριστά χαρακτηριστικά είχαν κερδίσει τη συμπάθειά μου και μπορώ να πω ότι ήξερα περισσότερους παίχτες από τη Liverpool που δεν έβλεπα ποτέ σε σχέση με τις φανέλες που κυκλοφορούσαν στο σχολείο και εκτός, του Cantona, του Bergkamp, του Beckham αργότερα.

Το Champions League εκείνα τα χρόνια είχε αρχίσει να μεγαλώνει και ετοιμαζόταν για να δεχτεί περισσότερες ομάδες από τις αναπτυγμένες ποδοσφαιρικά χώρες. Ωστόσο, η Liverpool ήταν πάντα απούσα, έπρεπε να την ψάχνω σ’εκείνο το Κύπελλο UEFA, που πολλοί αγώνες διεξάγονταν το καταμεσήμερο. Για να δει κανείς το Κύπελλο Κυπελλούχων ή το UEFA τότε, θα έπρεπε να είναι τυχερός και η ομάδα που υποστηρίζει να παίζει με κάποια ελληνική, ή να βρίσκεται τουλάχιστον στα ημιτελικά. To 1998 και το 1999 η Liverpool δεν βρισκόταν σε κάποια από αυτές τις κατηγορίες, ενώ το 2000 δεν αγωνίστηκε καν στην Ευρώπη.

2001…

Το 2001 μια άλλη ευρωπαϊκή ομάδα είχε αρχίσει να συγκεντρώνει αρκετή από τη συμπάθειά μου και έγινε τελικά ένας ακόμα σύλλογος που υποστηρίζω. Η Valencia του Cuper έφτανε στο δεύτερο σερί τελικό του Champions League με μια εκπληκτική λάτιν ομάδα, που όμως έμεινε και τις δύο φορές με άδεια τα χέρια. Ευτυχώς, εκείνη τη χρονιά κατάφερα επιτέλους να δω στην Ευρώπη τη Liverpool και να μάθω τους παίχτες της!!!

Πολύ πριν τον τελικό, στον 3ο γύρο, είχε βρει απέναντί της τον Ολυμπιακό. Όμως καθώς τα παιχνίδια του UEFA γίνονταν ό,τι ώρες να ‘ναι και πολλές φορές όλα μαζί το ένα πάνω στ’άλλο, το μόνο παιχνίδι που είχα παρακολουθήσει σ’εκείνο το γύρο ήταν του ΠΑΟΚ με την PSV. Δεν έχω αναμνήσεις από τους επόμενους γύρους, όμως σίγουρα θυμάμαι ότι στον τελικό ήξερα αρκετούς από τους παίχτες της Liverpool, χωρίς να θυμάμαι το πώς και το γιατί. Σίγουρα πάντως, 5 χρόνια μετά την πρώτη επαφή και με καλύτερη ευρωπαϊκή παρουσία της ομάδας, καθώς και την ηλικία μου πλέον στα 14, είχα τη δυνατότητα να αντιλαμβάνομαι πολλά περισσότερα πράγματα.

Το βράδυ της 16ης Μαΐου του 2001 ήταν ακριβώς μια βδομάδα μετά τα γενέθλιά μου. Τα γενέθλιά μου δεν τα θυμάμαι πολύ καλά, για την ακρίβεια καθόλου, όμως εκείνο το βράδυ το θυμάμαι πεντακάθαρα. Είχα κλειστεί στο δωμάτιό μου, με μια 14άρα τηλεόραση, για να δω τον τελικό από το Vestfalenstadion απέναντι στη μεγάλη έκπληξη της σεζόν, την Alavés, όπου τον μόνο που γνώριζα ήταν ο Jordi Cruyff. Θυμάμαι καθαρά αρκετούς παίχτες από εκείνη την ομάδα, τους Babbel, Hyypia, Carragher, McAlister, Gerrard, Heskey, Owen, Smicer, Berger και Fowler. Ο Gerrard ήταν ένας μικρός διάβολος που φαινόταν ότι θα κερδίσει εύκολα την εκτίμησή μου, μετά την αποχώρηση του McManaman και τη στιγμή που ο Fowler δεν ήταν στην κατάσταση που βρισκόταν 5 χρόνια νωρίτερα.

Το τι συνέβη σε εκείνο τον εκπληκτικό τελικό, με το παιχνίδι να κρίνεται στο “χρυσό γκολ” μετά από ένα τρελό 4-4 στην κανονική διάρκεια, μάλλον πάρα πολλοί το θυμούνται. Αυτό που σίγουρα δε μπορούσα να καταλάβω τότε, με τις λίγες ποδοσφαιρικές παραστάσεις που είχα, ως τηλεθεατής εννοείται, ήταν ότι θα υπήρχε πραγματικά λόγος να γράφω για αυτό 18 χρόνια αργότερα. Αν το 1996 είχα κάνει μια τυχαία επιλογή ομάδας, τότε το 2001 την είχα σφραγίσει παρακολουθώντας εκείνο το ματς. Ο τελικός του Champions League που ακολουθούσε, μια βδομάδα αργότερα, έμοιαζε μικρό γεγονός μπροστά στο θρίαμβο της Liverpool με εκείνο το αυτογκόλ του Geli στην παράταση. Ήταν επίσης ο πρώτος ευρωπαϊκός τίτλος που κατακτούσε μια αγαπημένη μου ομάδα. Ναι, δεν την υποστήριζα για τους τίτλους, αλλά σίγουρα τέτοιες εικόνες βοηθούν στο να σφηνώσει η ιδέα της υποστήριξης μιας μεγάλης ομάδας μέσα στο σχεδόν παιδικό, έστω προεφηβικό μυαλό.

Εκείνα τα χρόνια, μπαίνοντας στην εφηβεία και …στο ίντερνετ, άρχισα να αντιλαμβάνομαι περισσότερα πράγματα για την ομάδα που έτσι κι αλλιώς υποστήριζα, τα οποία με έκαναν να τη συμπαθήσω περισσότερο, θα έλεγα και να την αγαπήσω. Τότε άρχισα να καταλαβαίνω ότι η Liverpool δεν είναι απλά μια μεγάλη ομάδα της Αγγλίας, αλλά είναι η ομάδα της εργατικής τάξης σε μια βιομηχανική πόλη με ένα πολύ σημαντικό λιμάνι. Έμαθα για τον ήρωα των παιδικών μου χρόνων, τον Robbie Fowler, που σήκωσε τη φανέλα για να υποστηρίξει την απεργία των dockers και γι’αυτό έφαγε πρόστιμο, επειδή το μοντέρνο ποδόσφαιρο είναι “no politica”.

Τότε κατάλαβα ότι τα χρώματα των ομάδων στην Αγγλία δεν είναι τυχαία. Οι εφοπλιστές του Λονδίνου είχαν τη μπλε Chelsea και οι εργάτες της ίδιας πόλης που δούλευαν στην πολεμική βιομηχανία έφτιαξαν τους “κανονιέρηδες” της Arsenal. Ένα εικονογραφημένο βιβλίο που μου πήρε δώρο ένας φίλος, με τίτλο “Το Βρώμικο Ποδόσφαιρο” μου έμαθε ότι το πρώτο όνομα της κόκκινης ομάδας του Manchester ήταν Lancanshire and Yorkshire Railway Company of Newton Heath και την έφτιαξαν οι εργάτες που έφτιαχναν αυτό το σιδηρόδρομο. Το ίδιο βιβλίο (που το συνιστώ ανεπιφύλακτα για νεότερους και μεγαλύτερους) μου έμαθε και πολύ βασικά πράγματα για την πατρίδα του ποδοσφαίρου, την Αγγλία, καθώς και την εξέλιξη του σπορ, από το διαχωρισμό με το μεσαιωνικό football και το rugby, στη γέννηση του association football (ή soccer) και την εξέλιξη των κανόνων του. Πράγματα που αγνοούν πολλοί σήμερα “ειδήμονες” της μπάλας κατά τ’άλλα.

2004

Από τότε είχα αποκτήσει ένα μικρό φετίχ. Ήθελα κάπου να βρω εκείνη την κόκκινη φανέλα με το Carlsberg. Δεν ήξερα τι σημαίνει Carlsberg, νόμιζα ότι ήταν κάτι από το Liverpool, αργότερα έμαθα ότι ήταν μπύρα, που μάλιστα δεν είναι καν αγγλική. Ειρίσθω εν παρόδω, όταν θέλω μια ελαφριά μπύρα, συνήθως σε παρακολούθηση αγώνων, τότε η Carlsberg είναι η καλύτερη επιλογή. Δεν ξέρω αν έπαιξε ρόλο η διαφήμιση στην κόκκινη φανέλα, αλλά έγινε τόσο κλασική πάνω της που πέρασε σα θρύλος στην ιστορία των ποδοσφαιρικών εικόνων.

Δυστυχώς, ενώ οι αυθεντικές φανέλες τη δεκαετία του 2000 είχαν αρχίσει να πλυμηρίζουν τα μαγαζιά αθλητικών, αυτή της Liverpool δε μπορούσα να τη βρω πουθενά. Δεν ήταν ούτε Nike, ούτε Adidas και η προώθηση ήταν δύσκολη για μια φανέλα της Reebok. Πού να ήξερε κανείς ότι 15 και πλέον χρόνια αργότερα θα υπάρχουν ακριβώς τα ίδια προβλήματα με αυτή τη φανέλα που αποτελεί δυσεύρετο θυσαυρό. Τελικά όμως έφτασε το καλοκαίρι του 2004 και τη βρήκα. Ήταν της σεζόν που μόλις είχε τελειώσει, αλλά δεν πειράζει, είχα πλέον μια κόκκινη φανέλα με χορηγό Carlsberg, λίγο μεγάλη για τα μέτρα μου, αλλά τότε τις φορούσαμε και μεγάλες τις φανέλες, έτοιμη για να χρησιμοποιηθεί στις ευρωπαϊκές βραδιές, καθώς η Liverpool ήταν …στο Champions League!!!

Τη χρονιά που όλοι αγόραζαν τη φανέλα της Εθνικής Ελλάδος εγώ έψαχνα τη φανέλα της Valencia του Rafa Benitez, που σάρωνε τα πάντα σε Ισπανία και Ευρώπη και τελικά έβρισκα τη φανέλα της Liverpool του …Rafa Benitez, που η διαδρομή του από τη μια αγαπημένη μου ομάδα στην άλλη ήταν από τα πιο περίεργα πράγματα που μου συνέβαιναν, καθώς δεν ήξερα αν έπρεπε να στεναχωρεθώ ή να πανηγυρίζω. Ήταν πάντως από τους προπονητές που κέρδισαν μέσα στο Anfield ευρωπαϊκό αγώνα και αυτό έλεγε κάτι. Δεν ξέρω πόσοι ακόμα τέτοιοι υπάρχουν τις τελευταίες δεκαετίες.

Τη χρονιά εκείνη έπρεπε να περιμένω μέχρι το Δεκέμβρη ώστε να δω το πρώτο παιχνίδι στην τηλεόραση, από το Anfield. Είχα ακούσει για το You’ll Never Walk Alone, αλλά το ίδιο το τραγούδι δεν το ήξερα καθόλου. Το έβλεπα πάνω στο έμβλημα ως σύνθημα, το τύπωνα και το κολλούσα σε τετράδια και βιβλία, αλλά το φανταζόμουν σαν εκωφαντικό σύνθημα μέσα στο γήπεδο. Πρώτη φορά εκείνη τη μέρα το άκουσα από το Kop. Στο παιχνίδι εντός του αγωνιστικού χώρου βρισκόταν μια ελληνική ομάδα, η ομάδα δηλαδή που έπρεπε να χάσει, ώστε η Liverpool να προκριθεί (και ώστε ο Ολυμπιακός να αποκλειστεί). Τελικά το σενάριο ήρθε με τον πιο …Liverpool τρόπο. Ο Ολυμπιακός έβαλε το απαραίτητο γκολ ώστε η Liverpool να χρειάζεται 3 για την πρόκριση και στη συνέχεια ξεκίνησε το σφυροκόπημα. Εκείνη τη μέρα κατάλαβα για πρώτη φορά τι σημαίνει η κατηφόρα του Anfield. Το γκολ του Gerrard είναι από τις πιο συγκινητικές στιγμές της ζωής μου, αφού θυμάμαι να το πανηγυρίζω έξαλλα με τον αδερφό μου στο σαλόνι μας.

2005

Ήταν η χρονιά των Πανελληνίων όμως και για το λόγο αυτό δε μπορούσα να παρακολουθώ όλα τα παιχνίδια. Όχι επειδή διάβαζα, αλλά επειδή πήγαινα φροντιστήριο. Αν ήξερα πόσο χρόνο έχασα με το φροντιστήριο δε θα πήγαινα ποτέ, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Εκείνη τη χρονιά παίχτηκε ο αγώνας που θυμάμαι περισσότερο από όσους δεν έχω δει, μία από τις πιο αστείες ιστορίες.

Είχα καταφέρει να δω αγώνες από τα νοκ άουτ του Champions League, με πιο ενδιαφέροντα από όλους τον επαναληπτικό ημιτελικό του Anfield απέναντι στην Chelsea. Ο Abramovic είχε αγοράσει πριν από λίγα χρόνια την ομάδα του Λονδίνου και την είχε μετατρέψει στη νέα νεόπλουτη αρμάδα, φέρνοντας για προπονητή και τον θριαμβευτή του προηγούμενου Champions League, Jose Mourinho, που τότε θεωρούνταν ο άρχοντας της τακτικής και του μοντέρνου ποδοσφαίρου. Το “μοντέρνο” και νεόπλουτο ποδόσφαιρο όμως ηττήθηκε με ένα γκολ του Luis Garcia και η Liverpool πήγαινε επιτέλους σε έναν τελικό της μεγάλης διοργάνωσης. Μπορεί και τότε να έμαθα ότι η Liverpool είχε κερδίσει ήδη 4 φορές το Πρωταθλητριών, αν και ήξερα ότι “παλιά” είχε κερδίσει πολλά πρωταθλήματα στην Αγγλία.

Ωστόσο, για να λέμε την αλήθεια, οι ημερομηνίες δε βόλευαν καθόλου. Ο τελικός παιζόταν στο νεόδμητο Kemal Ataturk της Κωνσταντινούπολης το βράδυ της Τετάρτης 25 Μαΐου και το πρωί της Πέμπτης 26 Μαΐου εγώ έδινα Βιολογία Γενικής μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα πιο δυτικά. Αν πω ότι την ώρα του αγώνα διάβαζα θα πω ψέματα, ωστόσο αποφάσισα να αποφύγω την παρακολούθηση γιατί θα με έβγαζε εντελώς εκτός του κλίματος και της συγκέντρωσης που χρειαζόταν για να γράψω …χάλια. Θυμάμαι ότι κάποια στιγμή πήγα στο σαλόνι και είδα ότι η Μίλαν κέρδιζε 3-0. Ήταν πολύ αμήχανο, γιατί ένιωθα σα να γινόταν για ‘μένα, για να μη δώσω σημασία και να ασχοληθώ με τους δικούς μου “τελικούς”. Ωστόσο, όταν το σκορ άρχισε να αλλάζει οι δικοί μου με ενημέρωναν.

Δεν έχω ιδέα τι και πώς έγινε εκείνο το βράδυ, δεν το έζησα σχεδόν καθόλου με τον τρόπο που κάθε οπαδός αυτής της ομάδας το έχει ζήσει, όμως θυμάμαι την κάθε στιγμή και τον τρόπο που μάθαινα τη διακύμανση του σκορ και πιστεύω ότι είναι με τέτοιο τρόπο χαραγμένες εκείνες οι σκηνές στο μυαλό μου που δύσκολα θα τις ξεχάσω. Αφού έμαθα ότι τέλειωσαν τα πέναλτι άνοιξα τη μικρή τηλεόραση στο δωμάτιό μου για να δω την απονομή. Είχα ανάγκη να δω αυτή τη στιγμή, καθώς για πρώτη φορά μια ομάδα που υποστήριζα σήκωνε τη μεγάλη κούπα.

Η σκηνή με την ομάδα της United του 1999 να σηκώνει το μεγάλο κύπελλο είχε μείνει από την παιδική ηλικία σαν κάτι που είναι άπιαστο όνειρο. Η σκηνή με τον Gerrard να σηκώνει την ίδια κούπα, έχοντας κάνει μια μεγαλύτερη ανατροπή και έχοντας πολύ μεγαλύτερο πάθος στη σκηνή, τσαλάκωνε κάθε έννοια του άπιαστου μέσα στο κεφάλι μου. Ήδη η Liverpool μου είχε χαρίσει ένα πολύ μεγάλο μάθημα, που μπορεί να μην το έγραφα στις πανελλήνιες, αλλά χρειάστηκε να το περάσω αρκετές φορές στη συνέχεια και αυτή η έμπνευση ήταν αρκετή!

2006…

Μετά την κατάκτηση της μεγάλης κούπας ακολούθησε μια μεγάλη αλλαγή στη ζωή μου, το πέρασμα από τα μαθητικά στα φοιτητικά χρόνια. Η παρακολούθηση του ποδοσφαίρου μειώθηκε δραστικά, καθώς ξαφνικά μπορούσα να κάνω τόσα περισσότερα πράγματα κάθε μέρα, που δεν είχα τη δυνατότητα προηγουμένως, μέσα στο σχολικό πρόγραμμα. Ως εκ τούτου, η ποδοσφαιρική τρέλα που ήταν προηγουμένως στο επίκεντρο παραμέρισε λίγο για να μπουν στη ζωή άλλα ενδιαφέροντα, με εξίσου ενδιαφέροντες ανθρώπους που γνώριζα στην νέα δεξαμενή προσωπικοτήτων του Πανεπιστημίου.

Από την άλλη, στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο προστέθηκε και το ενδιαφέρον μου για την τρίτη ομάδα που συμπαθώ εκτός των ελληνικών συνόρων, τη Νάπολι, για την οποία ευχόμουν τα καλύτερα, καθώς ήταν η ομάδα του Μαραντόνα, αλλά δε μπορούσα να την παρακολουθήσω στις χαμηλές κατηγορίες του ιταλικού ποδοσφαίρου. Η ενασχόλησή μου με μια σειρά θέματα που αφορούσαν τη λατινική κουλτούρα και γεωγραφία με οδήγησε στο να παρακολουθώ πιο στενά και το αντίστοιχο ποδόσφαιρο, που έχει και συγκεκριμένη έδρα, την Ισπανία. Ένα ταξίδι στη Λατινική Αμερική, το πάθος για την Ιστορία της Αργεντινής και τον πολιτισμό της, ήταν παράγοντες που άφησαν λίγο σε δεύτερη μοίρα την παρακολούθηση του αγγλικού ποδοσφαίρου που περνούσε την παιδική αρρώστια της πορτογαλίτιδας, με Mourinho και Cristiano Ronaldo.

Την ίδια εποχή ακόμα και η Liverpool είχε μετατραπεί σε μια μικρή ισπανική παροικία, διαπρέποντας ωστόσο στην Ευρώπη και φτάνοντας στον τελικό της Αθήνας. Αντίπαλος πάλι η Milan. Το παιχνίδι το θυμάμαι πολύ καλά, όπως θυμάμαι και το αίσθημα του κενού όταν τελείωσε, σαν να μην το παλέψαμε πραγματικά ποτέ, ίσως μόνο στα τελευταία λεπτά που κοντέψαμε να κάνουμε ακόμα μια επική ανατροπή. Όμως η ισπανική Liverpool δεν μπόρεσε να επαναλάβει στο Λεκανοπέδιο το έπος της Πόλης.

Τότε ξεκινούσε και η παρακμή. Θυμάμαι τον Κυργιάκο να είναι βασικός αμυντικός, να παίρνει και σε ένα παιχνίδι το περιβραχιόνιο. Στιγμές που πιστεύεις ότι θα είναι περαστικές, γιατί ξέρεις το μέγεθος του Συλλόγου, αλλά δε σε αφήνουν να τρελαθείς παραπάνω, γιατί είναι τόσο τραγελαφικές που δε μπορεί να είναι η πραγματικότητα. Άνοιγα να δω αγγλική βαθμολογία με πίκρα και πολλές φορές έψαχνα την αγαπημένη μου ομάδα στη μέση του βαθμολογικού πίνακα. Όσο πλησιάζαμε στο 2010 τα πράγματα γίνονταν όλο και χειρότερα. Μπορεί να μην εκφράζεται αυτό απόλυτα σε τελική κατάταξη, αλλά οι λόγοι που υπάρχουν για να συγκινεί αυτή η ομάδα απουσίαζαν και εξαφανίζονταν ταχύτατα.

Τότε είχα καθίσει να βρω ποια είναι η αιτία που αυτή η πολύ μεγάλη ομάδα του παρελθόντος δε μπορούσε να ξαναβρεθεί στην κορυφή του εγχώριου πρωταθλήματος, υποσκελίζοντας τις πολύ δυνατές Manchester United και Arsenal τότε, τη νεόπλουτη Chelsea και την εταίρα νεόπλουτη Man City. Κατάλαβα ότι το πρόσωπο που είχε διαλύσει τη Liverpool είχε ονοματεπώνυμο και πίσω από την ποδοσφαιρική παρακμή υπήρχε πολιτικό υπόβαθρο και αντιπαράθεση. Αν έμαθα να μισώ έναν άνθρωπο υποστηρίζοντας τη Liverpool αυτή ήταν η Thatcher και πάντα χαιρόμουν με το σύνθημα “we’re gonna have a party when Maggie … “. Προφανώς και το γιόρτασα τον Απρίλη του 2013! Έμαθα για το Heysel και το Hillsborough, με όσες λεπτομέρειες μπορούσα και κατάλαβα σε ένα βαθμό τι παιζόταν πίσω από αυτές τις τραγωδίες, τις οποίες αμφότερες η Liverpool πλήρωσε όσο κανείς, ως αποδιοπομπαίος τράγος, όντας στην ουσία των θύμα αμφότερων των περιστάσεων.

2013…

Το 2013 γνώρισα ένα άλλο άθλημα. Ήδη μετρούσα μερικά χρόνια στη Γαλλία και είχα επιτέλους την τύχη να μάθω τι είναι το rugby. Ήξερα προφανώς ότι δεν είναι το Αμερικανικό Ποδόσφαιρο, κάτι που απορώ γιατί δε θέλει να το καταλάβει η πλειονότητα των Ελλήνων, με έμφαση τους υποτιτλιστές των ταινιών, αλλά δεν ήξερα τα χαρακτηριστικά του αθλήματος και όλη την κουλτούρα γύρω από αυτό. Μαθαίνοντας το ράγκμπι μπορούσα να καταλάβω περισσότερο και το ποδόσφαιρο. Το προβλέψιμο αγγλικό παιχνίδι της Premier League εκείνων των χρόνων έδινε νόημα στην αποτυχία του να ξεχωρίσει έξω από τα σύνορα, όπου κυριαρχούσε το επίσης προβλέψιμο αλλά τεχνικό παιχνίδι των ισπανικών ομάδων από τη μια και το κυνικό ποδόσφαιρο των Γερμανών από την άλλη.

Το ράγκμπι μπορώ να πω ότι μ’αρέσει περισσότερο ως αθλητικό φαινόμενο, αλλά το ποδόσφαιρο παραμένει πιο ενδιαφέρον ως κοινωνικό φαινόμενο και άρα μπορεί να χαρίσει μεγαλύτερες συγκινήσεις. Πολύς κόσμος νομίζει ότι όταν ασχολείται με το ποδόσφαιρο ασχολείται με τον αθλητισμό. Είναι κατά τη γνώμη μου μεγάλο λάθος αυτό. Πέρα από το γεγονός ότι δεν έχει ιδέα από προπόνηση, δουλειά, οργάνωση ομάδας και όλα τα στοιχεία που είναι η βάση του παγόβουνου του οποίου την κορυφή βλέπουμε στο χορτάρι τη μέρα του αγώνα, νομίζει ότι η ενασχόληση με τα διοικητικά, την ψυχολογία των παιχτών και η έμφαση στο ταλέντο τους είναι τα στοιχεία που κάνουν μια ομάδα να ξεχωρίζει.

Η ενεργή ενασχόληση με ένα άθλημα που έχει τις ίδιες ρίζες με το ποδόσφαιρο και μάλιστα είναι πιο κοντά σε αυτές (δηλαδή στο αγγλικό μεσαιωνικό football) βοηθάει να καταλάβει κανείς γιατί στη σύγχρονη εποχή δε μπορεί να σταθεί το λατινοαμερικάνικο μοντέλο της μαγείας και του ταλέντου. Αυτά μπορούσαν να υπάρξουν όσο συνδιάζονταν με τεράστια ψυχικά αποθέματα και παίχτες που εξέφραζαν κοινωνικές καταβολές μέσα στο γήπεδο. Από τη στιγμή που οι ποδοσφαιριστές έγιναν επαγγελματίες εκατομμυριούχοι αυτό που χρειάζεται είναι ποδοσφαιρικό-αθλητικό πλάνο, πολλή δουλειά, άριστη προσήλωση στον ατομικό και ομαδικό στόχο και φυσικά μυαλά που θα οργανώσουν αυτό το αθλητικό πάνω απ’όλα project.

2015…

Το 2015 ήρθε η απάντηση που χρειαζόμουν για να ξανακερδίσω την πίστη μου σε ένα όραμα που αυτή τη φορά ήταν κατακόκκινο, δε μπορούσε να συγκριθεί με καμία άλλη ομάδα, μπορούσε να εκφράσει μέσα στο γήπεδο όλα τα χαρακτηριστικά που κουβαλάει στην κουλτούρα του ο Σύλλογος και να αναπτυχθεί ένα αθλητικό σχέδιο που θα οδηγήσει την αγαπημένη ομάδα στην κορυφή, όχι ως πυροτέχνημα, αλλά αυτή τη φορά για να μείνει, με τρόπο που έκανε η αιώνια αντίπαλος United, την εποχή του Ferguson. Η προσωποποίηση αυτού του πλάνου έχει όνομα και λέγεται Jürgen Klopp. Πάντα τον θαύμαζα τον Klopp και αν υπήρχε κάτι που δε μου άρεσε αυτό ήταν μόνο ένα πράγμα, ότι προπονούσε γερμανικές ομάδες, τις οποίες δε μπορώ να υποστηρίξω με τίποτα, αλλά σέβομαι όλη την κουλτούρα της μεγάλης αυτής ποδοσφαιρικής σχολής.

Ο Klopp ήταν (και είναι) ο κατάλληλος άνθρωπος για να κάνει τη Liverpool ξανά LIVERPOOL, φόβητρο στην Αγγλία και την Ευρώπη, παθιασμένη ομάδα με ένα Anfield “κατηφόρα” που δε θα μπορεί να νιώθει άνετα κανείς. Το γεγονός ότι μέχρι και σήμερα η Liverpool του Klopp δεν έχει γνωρίσει τον αποκλεισμό στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις που έχει αγωνιστεί, μετρώντας 3/3 συμμετοχές σε τελικούς, τα λέει όλα.

2016

Υπάρχουν στιγμές, ωστόσο, που η ποιότητα των πραγμάτων αλλάζει. Το όραμα ξαναπαίρνει σάρκα και η αισιοδοξία σε οδηγεί να θες να ακολουθήσεις μια πορεία που μπορεί να χαρίσει συγκινήσεις. Τέτοια καμπή ήταν και η αναμέτρηση με τη Dortmund εκείνη την άνοιξη για το Europa League. Στον επαναληπτικό, πιστεύω ακόμη ακράδαντα ότι έχει ακουστεί η πιο άρτια εκτέλεση του You’ll Never Walk Alone μέσα στο Anfield.

Εκείνο το παιχνίδι, στο οποίο δε γνώριζα καν την ενδεκάδα της Liverpool, ήταν ορόσημο, ήταν η αρχή της νέας εποχής και ένα δυνατό “σουτ” σε όλους τους Kloppouts. Δεν ξέρω πόσοι βιάστηκαν να ξεγράψουν εκείνη την ομάδα στο 0-2 μέσα στο πρώτο δεκάλεπτο, αλλά αυτό που έχω μάθει από το ποδόσφαιρο γενικώς είναι ότι στο πρώτο δεκάλεπτο δεν ξεγράφεται καμία ομάδα, πόσο μάλλον η Liverpool μέσα στο Anfield. Ακόμα και στο 1-3 στο 57’ για κάποιο λόγο οι συνθήκες στο γήπεδο ήταν τέτοιες που πίστευα πιο ακράδαντα από ποτέ ότι εκείνο το παιχνίδι γυρίζει.

Ήταν ένα γλυκό ανοιξιάτικο απόγευμα (όσο κλισέ κι αν ακούγεται αυτό) και στο μικρό διαμέρισμά μου στο Παρίσι είχαμε μαζευτεί με φίλους για αυτή την αναμέτρηση. Στα γκολ της Liverpool οι φωνές μας ακούστηκαν σίγουρα σε όλη την πολυκατοικία, ίσως και στις διπλανές, παρά το θόρυβο του δρόμου. Ήταν η πρώτη φορά που πίστευα ότι μπορεί να γκρεμίσουμε τους τοίχους και να σπάσουμε τα έπιπλα. Τέτοια κατάσταση ψυχικής έκστασης δεν την έχω ξαναζήσει σε παιχνίδι. Το 4ο γκολ, του Lovren, ήταν η σφραγίδα ότι η μεγάλη Liverpool είναι ξανά εδώ, ότι το Anfield είναι η έδρα που δεν περνάει με πρόκριση κανείς και ότι αυτή η ομάδα τα επόμενα χρόνια θα μεγαλουργήσει.

Η 8η θέση στο πρωτάθλημα έφερε μια απογοήτευση για τη χαμένη ευκαιρία μιας ευρωπαϊκής συνέχειας, αλλά ήταν μικρό το κακό, καθώς η ομάδα ήθελε χρόνο και ηρεμία για να χτιστεί. Πολύ λίγο με πείραξαν οι 2 χαμένοι τελικοί εκείνης της χρονιάς. Ήξερα ότι κάτι επιτέλους είχε αρχίσει να χτίζεται σε σωστές βάσεις, με πραγματικό προπονητή και ποδοσφαιρικό πλάνο.

2017-2018

Η επιστροφή στο Champions League ήταν ο λόγος που άλλαξαν ξανά οι νύχτες στα μέσα της βδομάδας. Επιτέλους, από το να ανοίγω την τηλεόραση για να “χαζέψω” είχα λόγο να δω μια τεράστια ομάδα, ένα καταπληκτικό σύνολο, με μια θαυμάσια επιθετική τριπλέτα που ξεχειλίζει από έμπνευση και όχι από αλαζονία. Το καλύτερο νέο της χρονιάς αυτής ήταν η αποχώρηση του Coutinho. Δε χωρούσε τέτοιος παίχτης σε αυτό το project. Κατέληξε εκεί που έπρεπε και πήρε την ποδοσφαιρική απάντηση που χρειαζόταν ένα χρόνο αργότερα και κάτι.

Τα νοκ άουτ του Champions League ήταν εκπληκτικά, το ποδόσφαιρο που έπαιξε η Liverpool δεν το περίμεναν ούτε οι ίδιοι οι συντελεστές της ομάδας. Τα γκολ έπεφταν βροχή από παίχτες που δεν είχαν ποτέ ξανά τέτοιες παραστάσεις. Ένα όνειρο έπαιρνε σάρκα και οστά ενώ την ίδια περίοδο, μετά την αποχώρηση του Coutinho η απόδοση στην Premier League εκτοξεύτηκε, με την μετ’έπειτα πρωταθλήτρια Manchester City να μαζεύει μπάλες από τα δίχτυα της και στις 3 αναμετρήσεις για Πρωτάθλημα και Champions League. Οι Porto και Roma έμοιαζαν ερασιτεχνικές ομάδες και αν δεν υπήρχε ο Alisson, τότε ως αντίπαλος, η πρόκριση στον τελικό του Κιέβου θα φαινόταν απογευματινός περίπατος.

Υπάρχει ένας δείκτης για το μέταλλο αυτής της ομάδας και την έμπνευση που δίνει. Είναι το You’ll Never Walk Alone στην έναρξη των παιχνιδιών. Αναφέρθηκα πριν στο παιχνίδι με τη Dortmund, αλλά το τραγούδι αυτό όπως ακούστηκε στο Κίεβο έδειχνε επίσης ότι όλοι μαζί, παίχτες και οπαδοί, ήταν έτοιμοι για να βάλουν τη Liverpool εκεί που της πρέπει, στην ευρωπαϊκή κορυφή.

Δυστυχώς, τα πράγματα πήγαν με το χειρότερο δυνατό τρόπο μέσα στο χορτάρι, με τον πιο φορμαρισμένο παίχτη να τραυματίζεται, τις λύσεις να μην είναι άπειρες και τον τερματοφύλακα να βρίσκεται στον κόσμο του κυριολεκτικά. Χάθηκε η κούπα, αλλά είχαν κερδηθεί πολλά περισσότερα την περσινή άνοιξη. Τελείωσε η περίοδος που η Liverpool ήταν ένα σκαλί κάτω από τους μεγάλους της Ευρώπης. Πλέον ήταν ξανά το πιο σέξι κλαμπ της Γηραιάς Ηπείρου και έδινε λόγους στους εκατοντάδες εκατομμύρια φίλους της ανά τον κόσμο να την ακολουθήσουν.

Σε οπαδικό επίπεδο, η παραγωγή συνθημάτων και τραγουδιών έσπασε κάθε ρεκόρ. Δεν υπάρχουν πολλές ομάδες που σχεδόν κάθε παίχτης της βασικής ενδεκάδας να έχει ένα τραγούδι για λογαριασμό του. Στοιχεία της ποδοσφαιρικής κουλτούρας που είχαν εκλείψει ίσως από τη δεκαετία του ’80 ξαναεμφανίζονταν, με το Mane Mane Song, το Allez Allez Allez, τον Jamie Webster, έναν ηλεκτρολόγο που έγινε ο “επίσημος” τραγουδιστής του Kop και τεράστια events σε κάθε μέρος που επισκεπτόταν η κόκκινη αρμάδα για να αγωνιστεί. Πλέον η Liverpool ξαναχαρίζει όνειρο όχι μόνο στους οπαδούς της, αλλά και σε όλους τους φίλους του ποδοσφαίρου και αυτό είναι που δεν αντέχουν οι ορκισμένοι αντίπαλοί της.

2018-2019

Μετά από όλη την ιστορία που ανέφερα στις παραπάνω παραγράφους πλέον μπορώ να πω ότι αυτή ήταν η πρώτη χρονιά που κατάφερα να παρακολουθήσω τη Liverpool από την αρχή ως το τέλος. Συνδρομητική τηλεόραση, με την ικανότητα να έχω πρόσβαση σ’αυτήν όντας στα 30+, social media που μεταφέρουν από στιγμή σε στιγμή όλη την επικαιρότητα εύκολα με πλούσιο υλικό, είναι στοιχεία που δεν έχουν καμία σχέση με τον κόσμο του 1996 και εκείνο τον τελικό Κυπέλλου που γράφτηκε στο βίντεο.

Οι στόχοι της ομάδας πλέον βρίσκονταν μόνο στην κορυφή. Αυτή η κορυφή δεν είναι πια τόσο εύκολη όμως. Οι ομάδες δε μπορούν να παίζουν όλη τη χρονιά στην ίδια ένταση, πρέπει να επιλέξουν πού και πότε θα κάνουν “κοιλιά”, πού θα χάσουν σε φυσική κατάσταση για να είναι καλύτερα στο κρίσιμο σημείο. Έτσι, αν ο ένας στόχος είναι η κορυφή της Ευρώπης, ο άλλος μπορεί να είναι μόνο το πρωτάθλημα, ένας μαραθώνιος που δεν κρίνεται σε στραβοπατήματα, ειδικά στην Αγγλία, όπου οι διοργανώσεις των Κυπέλλων έχουν μονούς νοκ άουτ αγώνες.

Φαινόταν από την αρχή ότι η Liverpool μπορούσε να διεκδικήσει και τα δύο έχοντας ουσιαστικά τους ίδιους αντιπάλους. Το προβλέψιμο αγγλικό ποδόσφαιρο του 2013 έγινε το πιο γρήγορο και ομαδικό παιχνίδι στα τέλη της δεκαετίας, με το πλάνο να ξεκινάει από την άμυνα και να φτάνει σε μια πολυπρόσωπη επιθετική δημιουργία. Το τσίκι τσίκι έγινε ξανά ποδόσφαιρο συστήματος, με διακριτούς ρόλους αμυντικών, μέσων και επιθετικών, με ρόλο σε χώρους μέσα στο γήπεδο, επιθετικά και αμυντικά καθήκοντα. Ένα μοντέρνο ποδόσφαιρο στο οποίο ένας από τους πρωτοπόρους είναι ο Klopp.

Ίσως πολλοί να μην το αντιλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο, αλλά πιστεύω ακράδαντα ότι η φετινή σεζόν ήταν η πρώτη μιας νέας εποχής για τη Liverpool και η πρώτη μιας νέας εποχής για το ποδόσφαιρο γενικότερα. Αυτό που είδαμε στο αγγλικό πρωτάθλημα δύσκολα βρίσκει προηγούμενο. Είναι χαρακτηριστική η αποτυχία του Mourinho, που αποτελεί ίσως την ενσάρκωση του ξεπερασμένου. Προπονητές με ικανότητα να καταστρώσουν και να υποστηρίξουν πολυσύνθετα projects, με βάση πολλούς εξωτερικούς παράγοντες και φυσικά πολλές φορές αστάθμητους, όπως οι τραυματισμοί, οδήγησαν τις ομάδες τους σε νέα επίπεδα απόδοσης.

Στο αγγλικό πρωτάθλημα του 2015-2016 μπορούσε να κερδίσει η Leicester και η φετινή Liverpool, ακόμα και η φετινή Tottenham, ή η φετινή Chelsea, θα έκαναν περίπατο. Η παρουσία του Sarri, του Pochettino, προφανώς του Guardiola, καθώς και του Emery, βάζοντας μέσα στη λίστα και τον Espirito Santo, έφτιαξαν ένα πρωτάθλημα που ήταν χάρμα οφθαλμών, με τις υπόλοιπες ομάδες να έχουν στην τεχνική ηγεσία προπονητές που είχαν παραστάσεις και από τους “μεγάλους”. Η μόνη παραφωνία ήταν προφανώς η United, που αν είχε άλλο όνομα και φυσικά αν είχε άλλο budget μπορεί και να πάλευε για την παραμονή.

Τα σαββατοκύριακα άλλαξαν, δεν υπήρχε κανένας λόγος να δει κανείς άλλο πρωτάθλημα αν ενδιαφερόταν για το ποδόσφαιρο. Εντάξει, υπάρχουν και οι καψούρες, η σχέση με τις ελληνικές ομάδες στις οποίες αποτελούμε περισσότερο κομμάτι τους, αλλά εκεί οι λόγοι παρακολούθησης δεν είναι καθαρά ποδοσφαιρικοί. Ευτυχώς, προσωπικά, είχα ένα ακόμα κίνητρο αυτή τη χρονιά να παρακολουθήσω από κοντά επιτέλους και ένα κανονικό ελληνικό πρωτάθλημα, που στο τέλος κέρδισε ο καλύτερος γιατί έπαιξε καλύτερα και όχι απλά επειδή τον βοηθήσαμε “γιατί ήταν καλύτερος”.

Την ίδια στιγμή μεγάλες αλλαγές στη ζωή μου, έφερναν ακόμα πιο κοντά στοιχεία της κουλτούρας του Merseyside. Το You’ll Never Walk Alone από τραγούδι-ποδοσφαιρικός ύμνος μετατράπηκε σε κίνητρο για αποφάσεις στη ζωή μου, με αποτέλεσμα η συγκίνηση όταν αυτό αποτυπωνόταν σε ποδοσφαιρική εικόνα να είναι πολύ μεγαλύτερη. Τα υπόλοιπα τραγούδια της Liverpool, μιλούσαν πολύ περισσότερο στην προσωπικότητά μου, μετά από το διαφορετικό κόσμο που γνώρισα τα τελευταία χρόνια, έξω από τα ελληνικά σύνορα, που με βοηθούσε να αντιλαμβάνομαι με άλλο τρόπο της προηγουμένως ξένες παραδόσεις. Ήμουν πιο κοντά στην ψυχοσύνθεση ενός Ιρλανδού, ενός Σκωτσέζου, ενός κατοίκου του Μπέλφαστ που πρέπει να αποφασίσει αν είναι Ιρλανδός ή υπήκοος της αυτοκρατορίας και τελικά πιο κοντά στην ψυχοσύνθεση του Scouser για να καταλάβω τι ήθελε να πει όλη αυτή η κουλτούρα.

Την ίδια στιγμή, μια ακόμα αλλαγή χώρας μόνιμης κατοικίας με έφερε εντελώς κοντά σε ένα μεγάλο κομμάτι της διεθνούς οπαδικής βάσης της Liverpool. Στις ΗΠΑ το ποδόσφαιρο έχει κερδίσει αμέτρητους φίλους τα τελευταία χρόνια. Πριν από 20 χρόνια με δυσκολία έβλεπε κανείς ευρωπαϊκούς αγώνες, πλέον είναι prime time γεγονότα στην τηλεόραση, ακόμα κι αν προβάλλονται σε εργάσιμες ώρες. Οι ευρωπαϊκές ομάδες έχουν οπαδικές βάσεις, συνδέσμους, που συναντιούνται και γεμίζουν πόλεις και pubs. Ωστόσο, ο πληθυσμός είναι κομμένος στα δύο με βάση τη γλώσσα που μιλάει. Οι ισπανόφωνοι λατίνοι, που λατρεύουν και πάντα λάτρευαν τη μπάλα, υποστηρίζουν ισπανικές ομάδες, κυρίως τη Barcelona και τη Real. Οι αγγλόφωνοι, στη μεγάλη πλειοψηφία τους whites, απόγονοι Άγγλων και Ιρλανδών, καθώς και πολλοί Scousers που μετανάστευσαν τη σκληρή για την πόλη του Liverpool δεκαετία του ’80 (…when Maggie Thatcher…) υποστηρίζουν αγγλικές ομάδες. Ανάμεσα στους δεύτερους, για λόγο παράξενο, που δε δικαιολογείται από τους τίτλους, οι οπαδοί της Liverpool μάλλον καταλαμβάνουν την πρώτη θέση. Είναι εκπληκτικό ότι αυτή η οπαδική βάση, που έχει φτιαχτεί σε τέτοιο βαθμό τα τελευταία 15 χρόνια, έγινε σε μια περίοδο που η Liverpool δεν ήταν στην κορυφή του ποδοσφαιρικού κόσμου. Πάει να πει ότι η έμπνευση ποτέ δε σταμάτησε να υπάρχει και ο κόσμος δεν είναι χαζός, πουθενά.

Η μάχη με τη Barcelona ήταν κάτι που βίωσα σαν προσωπικό στοίχημα. Έπρεπε το νέο να αποτελειώσει το αλαζονικό παλιό. Η ξεπερασμένη νοοτροπία των super stars έπρεπε να ηττηθεί από το σύνολο. Η ποδοσφαιρική μετριότητα έπρεπε να συντριβεί από την ιδιοφυία. Το παιχνίδι στο Camp Nou ήταν προάγγελος. Παρά το 3-0, η Liverpool είχε σταθεί πολύ καλύτερα στο χορτάρι του καταλανικού γηπέδου. Φαινόταν ότι είναι ικανή να βάλει όσα γκολ θέλει στην αντίπαλό της, αρκεί να μην είναι τόσο άτυχη. Η τύχη έχει ωστόσο τους κανόνες της, μπορείς να είσαι άτυχος ή τυχερός μια φορά, αλλά όχι για πάντα.

Το “θαύμα του Anfield” ακόμα κι αν είναι ωραίο να ονομάζεται έτσι δεν ήταν τόσο θαύμα, ήταν προδιαγεγραμμένο. Ο τρόπος που ήρθε και μάλιστα το 4ο γκολ που ξεφτίλισε όλα τα εκατομμύρια που έχουν στρωθεί στα πόδια των blaugrana, ήταν το χαρακτηριστικό χαστούκι που χρειαζόταν όλη η νοοτροπία ενός μέτριου κόσμου, που στηρίζεται στο έμφυτο ταλέντο και την αποθέωση των περιστάσεων. Θα μπορούσα να βλέπω εκείνο τον αγώνα του Anfield ξανά και ξανά, να βλέπω τα πρόσωπα των super stars που αντιλαμβάνονταν ότι ήταν ανύμποροι να επιδείξουν οποιαδήποτε αλαζονία απέναντι στην πραγματική δουλειά, το χτίσιμο της έμπνευσης και το γενναιόδωρο μοίρασμα ονείρου σε εκατομμύρια κόσμου.

Στην Αγγλία της πιο ασταθούς πολιτικής περιόδου, με το Brexit και κάτι απίθανους τύπους να διαχειρίζονται τις τύχες ενός ολόκληρου λαού γίνονται εκπληκτικές διεργασίες, με αβέβαιο ωστόσο το μέλλον και την κατάληξη που αυτές μπορεί να έχουν. Όμως αυτή η κοινωνία γεννάει ακόμα και την εποχή του απόλυτου επαγγελματισμού ένα εκπληκτικό ποδόσφαιρο, γιατί αυτή η κοινωνία γέννησε αυτό το σπορ για να γίνει ο καθρέφτης της. Αυτό είναι κάτι που δε σβήνεται και φαίνεται στα πρόσωπα του Henderson, του Robertson, του Alexander-Arnold, γεννήματα αυτής της κοινωνίας που την εκπροσωπούσαν σε όλα τα αγγλικά και ευρωπαϊκά γήπεδα.

Η Μαδρίτη ήταν απλά το επιστέγασμα. Οι οπαδοί του περιστασιακού ποδοσφαίρου δε χάρηκαν τον τελικό. Ωστόσο, το πλάνο ήταν συγκεκριμένο, ο νικητής, απέναντι στην Tottenham, έπρεπε να είναι πιο έξυπνος από τους “νεόπλουτους” της City και τα “μωρά” του Ajax. Η εξυπνάδα απαιτούσε λύσεις που έμοιαζαν παράξενες, όπως το 38% κατοχή της μπάλας. Η Liverpool δεν κλείστηκε στην άμυνα, αλλά δεν έπαιξε τσίκι τσίκι. Έδωσε τη μπάλα στη φανταστική Tottenham, που είχε ένα πλάνο κατά 90% σωστό, χωρίς να ακολουθήσει το παιχνίδι της και εκμεταλλευόμενη στο έπακρο το 10% της ατέλειας του αντιπάλου. Αυτό είναι ο σύγχρονος τρόπος σκέψης όχι μόνο στο ποδόσφαιρο, αλλά γενικώς. Ποτέ δεν πρέπει κανείς να κάνει υπερεκτίμηση δυνάμεων και ένα έργο απλό να το μετατρέπει σε περίπλοκο. Ο στόχος ήταν η κούπα να έρθει στο Merseyside και προφανώς, ακολουθώντας αυτό το πλάνο, ήρθε.

Το γεγονός ότι σε μια πόλη 500000 κατοίκων βρέθηκαν 750000 στους δρόμους για να το πανηγυρίσουν δεν είναι φαινόμενο ποδοσφαιρικό, αλλά κοινωνικό. Αυτές οι εικόνες με έκαναν να νιώθω τόσο πολύ κομμάτι αυτού του δημιουργήματος, που αναγκάστηκα να ξετυλίξω αυτό το κουβάρι, από τις 11 του Μάη του 1996, για να καταλάβω γιατί μπορούσα να κλαίω σα μικρό παιδί, με τρόπο που δεν κατάφερα ποτέ να κλάψω όταν ήμουν μικρό παιδί.

Εγώ τότε επέλεξα τη Liverpool για ομάδα μου, τη στιγμή που δεν υπήρχε κανένας γύρω μου για να μοιραστεί αυτή την υποστήριξη. Σήμερα, η Liverpool μου έδειξε ότι με επέλεξε για οπαδό της, χαρίζοντάς μου στο πολλαπλάσιο αυτά που δεν έζησα τα τόσα χρόνια που περίμενα η δική μου ομάδα να είναι καλύτερη από όλες τις άλλες, όλων των άλλων. Από εδώ κι εμπρός, ό,τι κι αν συμβει, έχω ένα λόγο παραπάνω να εμπνέομαι και να νιώθω κομμάτι της, γιατί εκτός από ποδοσφαιρική συγκίνηση, μου δίνει και έμπνευση για την ίδια μου τη ζωή, με τρόπο που μπορεί να περιγραφεί σε ένα άλλο κείμενο, το οποίο θα αργήσει πολύ να γραφτεί και το τέλος του ελπίζω να είναι το ίδιο αισιόδοξο και χαρούμενο.

…we’re never gonna stop and we’ll never walk alone…