Υπάρχουν γεγονότα μεγάλα, που συμβαίνουν κατά καιρούς και προκαλούν την υπερβολή στο σχολιασμό τους, ονομάζονται ανεπανάληπτα, αξεπέραστα και άλλα αντίστοιχα επίθετα. Όμως πέρα από τους σχολιασμούς που αφορούν τη μοναδικότητα ενός γεγονότος στο διηνεκές, υπάρχει και μια απλή αντικειμενική παραδοχή. Ένα γεγονός μπορεί να χαρακτηριστεί πρωτόγνωρο. Είναι αυτό το σπάσιμο των ορίων που μέχρι εκείνη τη στιγμή έχει επιτρέψει η Ιστορία, προκειμένου αυτή να εμπλουτιστεί με κάτι καινούριο, που είναι εξ’αντικειμένου μοναδικό γιατί σπάει αυτόν το νοητό ιστορικό ορίζοντα.

Αυστηρά ποδοσφαιρικά μιλώντας, εντελώς ψυχρά, φέτος το ποδόσφαιρο στην Ελλάδα πρόσφερε ή πρόκειται να προσφέρει πρωτόγνωρα κατορθώματα. Αυτό που ήδη επετεύχθη είναι ότι για πρώτη φορά μια ομάδα ξεκίνησε με αρνητική βαθμολογία και κατόρθωσε να ανακηρυχθεί πρωταθλήτρια. Πολλά άλλα στατιστικά ήταν πρωτόγνωρα για το ελληνικό πρωτάθλημα και επετεύχθησαν από την ομάδα του ΠΑΟΚ. Προφανώς δεν ήταν τα δοκάρια και οι ασίστ, αν μιλούσαμε για NBA τότε μπορεί να τα μετρούσαμε κι αυτά. Αλλά ήταν πραγματικά πρωτόγνωρη η επιθετική πολυφωνία της πρωταθλήτριας ομάδας κατά τη διάρκεια της ονειρικής της σεζόν. Ένα καθαρά ποδοσφαιρικό στατιστικό γιατί μεταφράζεται σε ποδοσφαιρική εικόνα, στην πεμπτουσία του “όμορφου παιχνιδιού”. Υπάρχουν και κάποιες άλλες πρωτόγνωρες εμπειρίες για τα ελληνικά δεδομένα, που μένουν ακόμα (και μακάρι) να ολοκληρωθούν.

Ωστόσο, το μεγαλείο μιας πρωτόγνωρης στιγμής δεν είναι τα στατιστικά και τα αυστηρά αθλητικά κατορθώματα. Το μεγαλείο ενός γεγονότος γιγαντώνεται όταν είναι πρωτόγνωρα συναισθηματικό. Αυτό που συνέβη πριν λίγες μέρες στη Θεσσαλονίκη, που αποτέλεσε τη σφραγίδα μιας ονειρικής πορείας, πολλών χιλιάδων ανθρώπων, ήταν πάνω απ’όλα συναισθηματικά πρωτόγνωρο. Αυτό είναι και το θέμα που έχω την ανάγκη να σχολιάσω. Ελληνικοί αθλητικοί σύλλογοι κατά καιρούς – αν και πολύ αραιά – απασχόλησαν την επικαιρότητα και την καταγραφή της και έξω από τα σύνορα της χώρας, με κορυφαία στιγμή την πορεία της ποδοσφαιρικής εθνικής ομάδας το 2004. Παρ’όλα αυτά, ποτέ, μα ποτέ, ένα εγχώριο αθλητικό ελληνικό γεγονός δεν κατάφερε να γίνει θέμα εκτός των ελληνικών συνόρων, τουλάχιστον συνοδευόμενο με θετική αφήγηση.

Αυτό που συνέβη την περασμένη Κυριακή στη Θεσσαλονίκη ήταν κατ’αρχήν η πρώτη φορά που η ανάδειξη του Πρωταθλητή Ελλάδος στο κατά γενική ομολογία χαμηλής ποιότητας ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα έγινε θέμα απ’άκρη σ’άκρη σε όλο τον ποδοσφαιρικό πλανήτη. Όταν λέμε ότι έγινε θέμα, δεν εννοούμε ότι καταγράφηκε από τους δημοσιογράφους, αυτό θα γινόταν έτσι κι αλλιώς, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, για άλλους λόγους, για τον ίδιο λόγο που μπορεί να μάθουμε από ένα ελληνικό μέσο την κατάκτηση του πρωταθλήματος στην Πολωνία ή τη Δανία. Έγινε θέμα στους φίλους του ποδοσφαίρου, που το παρακολούθησαν, το θαύμασαν, το σχολίασαν, τους προβλημάτισε για τη γενική πορεία του ποδοσφαιρικού πολιτισμού. Ποτέ, μα ποτέ, ο ελληνικός ποδοσφαιρικός πολιτισμός δεν απασχόλησε θετικά ή ακόμα περισσότερο εντυπωσίασε κάποιον έξω από τα σύνορα της χώρας.

Ο ΠΑΟΚ δεν είναι η πιο επιτυχημένη ποδοσφαιρική ελληνική ομάδα, ούτε στο εξωτερικό, ούτε εντός συνόρων, για πολλούς λόγους που δεν υπάρχει κανένας λόγος να αναλυθούν εδώ. Αυτό το γνωρίζουμε πολύ καλά και δε μας απασχολεί, ούτε μας απασχόλησε ποτέ, χωρίς να σημαίνει ηττοπάθεια, αφού τα όσα συμβαίνουν τώρα στον οργανισμό του Συλλόγου δείχνουν ότι το μέλλον είναι εδώ για να δώσει και ποδοσφαιρικά όσα μπορεί να κατακτήσει μια αθλητική οντότητα με τέτοια δυναμική. Ωστόσο, αυτό που γνωρίζαμε καλά και ίσως, αν και το λέγαμε, κρατούσαμε “χαμηλά τη μπάλα”, ήταν ότι ο λαός του ΠΑΟΚ, ο μακράν πιο ξεχωριστός στην Ελλάδα, είναι από τους πραγματικά ξεχωριστούς σε ολόκληρο τον κόσμο. Αυτό το τελευταίο, λόγω κυρίως της απουσίας από τις μεγάλες ευρωπαϊκές διακρίσεις, δε μπορούσε να φανεί σε συνέχεια και σε ένα μεγάλο κοινό πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων.

Την περασμένη Κυριακή, όλος ο ποδοσφαιρικός πλανήτης έβαλε τη σφραγίδα του σε αυτό που δε θέλουν να δεχτούν οι οπαδοί οποιουδήποτε αντίπαλου σωματείου, ανταγωνιστικού του Πανθεσσαλονίκειου Αθλητικού Ομίλου Κωνσταντινουπολιτών. Ήταν μια τρανταχτή επιβεβαίωση ότι η χλεύη αυτού του λαού μέσα στη μίζερη ελληνική πραγματικότητα, είναι από τα πιο γραφικά και γελοία χαρακτηριστικά της εμπάθειας που χαρακτηρίζει “αυτούς που δε μας αγαπάνε” και προφανώς δε θέλουν και γι’αυτό δεν έμαθαν ποτέ τι είναι αυτό που κάνει τόσο μεγαλειώδη, με χαρακτηριστικά σχεδόν ερωτικής σχέσης, τη σύνδεση μεγάλων μαζών με μια ποδοσφαιρική ομάδα.

Είναι τόσο μοναδική η σχέση γιατί αφορά τον μοναδικό σύλλογο που κατάφερε να διατηρήσει αυτό το υγιές χαρακτηριστικό στις τάξεις του ίσως και μέσα από ένα ιστορικό παράδοξο: το γεγονός ότι ενώ ήταν πάντα ένας μεγάλος σύλλογος, δεν ήταν ποτέ δυνάστης (με την αρνητική έννοια), δεν ήταν ποτέ ΠΟΚ, αυτό που διέλυσε ό,τι υπήρχε από το ποδοσφαιρικό πολιτισμικό DNA στις ομάδες του Λεκανοπεδίου και άλλους συλλόγους που κοντόφθαλμα θεώρησαν τακτικά σωστό να τους ακολουθήσουν δεχόμενοι το ρόλο του μόνιμα υποδεέστερου. Έτσι, ο ΠΑΟΚ, μετά την κατάκτηση της Θεσσαλονίκης και την αναγνώρισή του σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, πριν από κάμποσες δεκαετίες, πλέον, με ορόσημο την περασμένη Κυριακή, κατακτά την Ελλάδα και ξεκινάει την πορεία της αναγνωρίσιμης ομάδας σε ολόκληρη την ποδοσφαιρική υδρόγειο.

Η παραπάνω διαπίστωση δεν είναι καθόλου υπερβολική. Το αντίκτυπο που είχαν αυτές οι δυνατές σκηνές, που στην περίπτωση που συνοδευτούν από ποδοσφαιρικές επιτυχίες στο άμεσο μέλλον θα επαναλαμβάνονται στην εποχή που η εικόνα ταξιδεύει γρήγορα σε κάθε γωνιά του πλανήτη, ήταν κάτι πολύ περισσότερο από τίτλους και σποραδικές διεθνείς διακρίσεις. Αυτό είναι απλό για να το καταλάβει κανείς.

Όσους τίτλους κι αν κατακτήσει η Manchester City, πολύ μεγαλύτερος θα είναι ο σεβασμός που θα έχει σε όλο τον κόσμο η Aston Villa και η Leeds. Όσα ευρωπαϊκά και να κερδίσουν οι ομάδες της Ισπανίας, πάντα θα υπάρχει χώρος για να ξέρουν οι φίλαθλοι σε όλο τον κόσμο ποια είναι η Athletic Bilbao ή ακόμα και η ομάδα-ασανσέρ της Rayo Vallecano. Όσα σερί πρωταθλήματα κι αν πάρει η Juventus, όσα χρόνια κι αν παραμείνει στη Serie A η Chievo και η SPAL, πάντα θα υπάρχει μια ξεχωριστή αναγνώριση για τη Livorno. Όσους αστέρες και να φέρει η “νέα” Paris Saint-Germain, πάντα θα είναι ξεχωριστή στη Γαλλία η Lens, με μηδενικές ευρωπαϊκές διακρίσεις. Όσα εκατομμύρια και να ξοδέψουν οι νέοι ιδιοκτήτες της Leipzig, πάντα θα έχει περισσότερους φίλους ανά τον κόσμο η St Pauli, ακόμα κι από τη 2η και την 3η κατηγορία. Όσα Libertadores κι αν κερδίσει η ομάδα του Videla, η River Plate, το Hollywood και τα Όσκαρ θα κατακτά η πώρωση για την Academia, τη Racing του Avellaneda. Από όλες αυτές τις ομάδες, καμία δεν έχει τους περισσότερους οπαδούς και καμία δεν ξεχωρίζει για τα ποδοσφαιρικά κατορθώματά της. Όμως, είναι σύλλογοι που αν κάποιος ήθελε να γράψει το βιβλίο του Παγκόσμιου Ποδοσφαιρικού Πολιτισμού, θα είχαν σίγουρα τα δικά τους κεφάλαια. Αυτό δεν αγοράζεται, ούτε με χρήματα, ούτε με διαιτητές, ούτε με προέδρους σε ποδοσφαιρικές ενώσεις.

Για όποιον είχε βρεθεί στη Θεσσαλονίκη, όποιον είχε τύχει να γνωρίσει κάποιον ΠΑΟΚτσή στο εξωτερικό, όποιον ξέρει κάποιον παίχτη από τη χώρα του που κάποια στιγμή πέρασε από τον ΠΑΟΚ, αυτό που συμβαίνει σ’αυτή την ομάδα είναι κοινός τόπος. Είναι χαρακτηριστικό ότι περισσότερο χάρηκε ο μέσος οπαδός του Άγιαξ το πρωτάθλημα του ΠΑΟΚ, γιατί έχει μια ιδιαίτερη μνήμη για το χρυσό ταλέντο που χάθηκε, τον Diego Biseswar, από τον οπαδό του Άρεως, παρά το γεγονός ότι επιτέλους ο τίτλος του πρωταθλήματος έφυγε από το Λεκανοπέδιο. Περισσότερα συγχαρητήρια έστειλαν Γερμανοί, Αργεντίνοι, Γάλλοι, Ιάπωνες, που ξέρουν να υποστηρίζουν ομάδες που δεν ξεπερνάνε συνήθως το πάνω μισό του βαθμολογικού πίνακα, από τους οπαδούς του Ολυμπιακού που στις διεθνείς συζητήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ενημέρωναν τον πλανήτη ότι είχαν περισσότερες ασίστ. Δυστυχώς γι’αυτούς ο πλανήτης ξέρει τι αξία έχει ο αριθμός των ασίστ στο ποδόσφαιρο, καθώς η ΕΡΤ δεν έχει ακόμα διεθνές πρόγραμμα.

Αυτή την Κυριακή δικαιώθηκε λοιπόν μια ολόκληρη Ιστορία. Ένα κοινωνικό φαινόμενο που παράμενε αδικαίωτο γιατί δε μπορούσε να βρει την ευκαιρία για να εμφανιστεί στον κόσμο και να παρουσιάσει το συναισθηματικό πλούτο που χαρίζει σε όσους είναι κομμάτι του. Είναι μια δικαίωση της ίδιας της Ιστορίας, γιατί αυτά που γέννησε μπορούν να γίνουν κτήμα του ανθρώπινου πολιτισμού, τουλάχιστον του ποδοσφαιρικού πολιτισμού σε όλες τις ηπείρους, τις εξής 2, την Ευρώπη και τη Νότια Αμερική (οι υπόλοιποι μπορεί να φτιάχνουν ποδόσφαιρο, αλλά ακόμα δεν ξέρουν από ποδοσφαιρική κουλτούρα, γι’αυτό συγκεντρώνουν και οπαδούς της PSG και της Man City – οι λεπτομέρειες είναι μια άλλη μεγάλη κουβέντα).

Αυτή την Κυριακή δικαιώθηκε ο φίλος του ποδοσφαίρου ανά τον κόσμο, που αναπνέει για να παίρνει μυρωδιά από τέτοιες καθαρά ποδοσφαιρικές στιγμές, που γίνονται όλο και πιο σπάνιες, ειδικά στις ποδοσφαιρικά και οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες. Αυτή την Κυριακή δικαιώθηκε ο φίλαθλος της San Lorenzo, της Moreirense, της Salzburg που έφτιαξε ξανά την ομάδα του και τη βλέπει στα ερασιτεχνικά πρωταθλήματα για να μη λέγεται Red Bull, της Leeds, της Reading, της Twente, της Steaua που προσπαθεί να ξαναβρεί το ίδιο της το όνομα. Οι πανηγυρισμοί στην Τούμπα και το Λευκό Πύργο έκαναν να φτερουγίσει η καρδιά του μέσου Γερμανού φιλάθλου, που αγωνίζεται για φτηνά εισιτήρια και θέσεις ορθίων και γεμίζει τα γήπεδα μέχρι την 3η κατηγορία, έδωσαν την απαραίτητη συγκίνηση και στους οπαδούς των μεγάλων ομάδων, του Άγιαξ, της Λίβερπουλ, της Νάπολι, της Μαρσέιγ, που το μόνο που εύχονται είναι να μπορούν να ζήσουν κι αυτοί την πραγματική λάμψη του ποδοσφαίρου, αυτή που φώτισε την Τούμπα σε μια απονομή που δάκρυζαν και τα τσιμέντα και όμως η ελληνική αθλητική “δικαιοσύνη” δε θα επέτρεπε ποτέ να υπάρξει πριν κλείσουν όλα τα φώτα του τσίγκινου προϊόντος της.

Αυτή τη δικαίωση στο ποδόσφαιρο έδωσε ο ΠΑΟΚ του Λάμπη Κουϊρουκίδη και του Νότη Τσίντογλου, που αφηγήθηκαν την Ιστορία που δικαιώθηκε την Κυριακή με έναν στην κυριολεξία ανεπανάληπτο τρόπο (εδώ ισχύει το ανεπανάληπτο) στο ντοκιμαντέρ του Νίκου Τριανταφυλλίδη. Το ποδόσφαιρο νοσταλγεί το μέλλον και ο ΠΑΟΚ είναι εδώ για να του δώσει τις εικόνες που χρειάζεται!!!

* Οι φωτογραφίες αντλήθηκαν από σχετικό άρθρο της ιστοσελίδας “Arizona Daily Star” που εκδίδεται στο Tucson και είναι ένα από τα χιλιάδες μέσα που αναπαρήγαγαν την είδηση.