- - - Χρόνος ανάγνωσης: 4 λεπτά - - -

Έχω αγοράσει βιβλία με αρκετούς διαφορετικούς τρόπους στη ζωή μου. Για παράδειγμα συμβαίνει πολύ συχνά να αγοράσω κάποιο βιβλίο την ώρα που περιμένω στο αεροδρόμιο. Η σκέψη ότι τις επόμενες λίγες ή πολλές ώρες θα είμαι καθηλωμένος σε μία καρέκλα βοηθάει τον “ενθουσιασμό” να έχω κάτι καλό για να διαβάσω κι έτσι αυτός ο χρόνος να κυλήσει κάπως πιο παραγωγικά. Άλλοτε συμβαίνει να αγοράζω βιβλία σε μουσεία. Συνήθως στα μουσεία μπορεί να βρει κανείς πολύ καλές εκδόσεις σχετικές με τη θεματική τους και καθώς βρίσκονται στα πωλητήρια που έπονται της επίσκεψης είναι αρκετά εύκολο να υπάρχει ο “ενθουσιασμός” για να μάθει κανείς περισσότερα.

Ωστόσο, δε μου είχε τύχει ποτέ να αγοράσω ένα βιβλίο επειδή πήγα για μπύρες. Αυτό το γεγονός ήθελα να το αναφέρω σ’αυτή την εισαγωγή γιατί προσφάτως εισήχθην σε ένα πανέμορφο concept, αυτό του βιβλιοπωλείου που φιλοξενεί ένα μπαρ. Δεν είναι ένα καφέ με βιβλία, είναι βιβλιοπωλείο και μέσα στο βιβλιοπωλείο μπορείς να παραγγείλεις τη μπύρα που θες, να συναντήσεις κόσμο, ενώ από δίπλα υπάρχει και εστιατόριο. Το συγκεκριμένο βιβλιοπωλείο που βρέθηκα ήταν το “Kramerbooks and Afterwords” στην Ουάσινγκτον, ωστόσο δεν είναι το μοναδικό με αυτό το concept στην πόλη.

Έχοντας καταναλώσει λοιπόν τη μπύρα ένα Κυριακάτικο βράδυ, ετοιμαζόμενος για την επόμενη εβδομάδα, αποφάσισα να ρίξω μια ματιά στα …υπόλοιπα προϊόντα του καταστήματος, δηλαδή τα βιβλία. Εκεί βρήκα αυτό που από τη στιγμή που διάβασα τον τίτλο του δε θα μπορούσα να αποφύγω τον πειρασμό και να μην το αγοράσω και το καταβροχθίσω άμεσα. Το βιβλίο αυτό έχει τίτλο “The Show That Never Ends – The Rise and Fall of Prog Rock” και το έχει γράψει ο David Weigel. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι δε θα μπορούσε να διαλέξει πιο χαρακτηριστικό τίτλο από αυτόν για να παρουσιάσει το Prog, ίσως θα μπορούσε ο τίτλος να είναι μια ολόκληρη παράγραφος στο εξώφυλλο, για να υπάρχει έτσι κάποια χιουμοριστική αναφορά στο στυλ της μουσικής που παρήγαγε πάντα έξω από συνηθισμένα μοτίβα και διάρκειες.

Το βιβλίο, όπως καταλαβαίνει κανείς, είναι η ιστορία του Progressive Rock, ενός είδους που γεννήθηκε (κατά τον συγγραφέα) στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και “πέθανε” (κατά το συγγραφέα πάλι) περίπου στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Το Progressive Rock χαρακτηριζόταν από τον μουσικό πειραματισμό, την αξιοποίηση στοιχείων από 3 μουσικές φαρέτρες, αυτή της ευρωπαϊκής λόγιας, λεγόμενης κλασσικής μουσικής, αυτή της αφροαμερικανικής παράδοσης που γέννησε τα μπλουζ, τη τζαζ και αργότερα το μητρικό στυλ του ροκ’ν’ρολ, καθώς και τα ευρωπαϊκά φολκλορικά στοιχεία από διάφορες εποχές. Η εισαγωγή στο θέμα, μέσα στο “σύγγραμμα” βοηθάει τον αναγνώστη εύκολα να καταλάβει αυτή την εξέλιξη, ακολουθώντας τις σκέψεις και τους πνευματικούς περιπάτους των πρώτων δημιουργών του.

Μέσα στις σελίδες του ζωντανεύουν σκηνές που είναι πολύ δύσκολο να επαναληφθούν, γιατί δεν είναι πια αυτή η εποχή, αλλά και γιατί όταν ήταν η εποχή τους πολύ λίγοι ήταν αυτοί που βρέθηκαν εκεί για να τις απολαύσουν. Με αυτή την έννοια, η καταγεγραμμένη εξιστόρηση της ιστορίας των λονδρέζικων εναλλακτικών σκηνών, όπου ξεκίνησαν να εμφανίζονται όλα αυτά τα συγκροτήματα που φιλοδοξούσαν να πειραματιστούν και να πουλούν εκατομμύρια δίσκους, έχει μια ιδιαίτερη σημασία σήμερα.

Η αλήθεια είναι ότι η αφήγηση ακολουθεί περισσότερο τους χαρακτήρες, τους πρωταγωνιστές της prog σκηνής, παρά ως εξωτερικός παρατηρητής να αναφέρει γεγονότα. Έτσι, περιέχει και μια μυθοπλασία, καθώς βρίσκει κανείς τις ιδιαιτερότητες και τις ιδιοτροπίες που είχαν οι προσωπικότητες εκείνων που με τους πειραματισμούς τους έφτιαξαν ένα ολόκληρο μουσικό ρεύμα.

Αρκετά ενδιαφέρον είναι αυτό που αναφέρεται αρκετά αναλυτικά και ίσως είναι ο λόγος που αυτοί όλοι οι πειραματισμοί συγκαταλέγονται σε ένα ενιαίο είδος μουσικής. Τους ενώνει το γεγονός ότι έγιναν με τα ίδια …μέσα. Τα “πρωτόγονα” μέσα ηλεκτρονικού, ή καλύτερα μη φυσικού, ήχου, οδήγησαν στη χρήση κοινής ενορχήστρωσης από όλους εκείνους που αποφάσισαν να διαπρέψουν με ένα mellotron ή ένα Moog. Αρκετά αργότερα, με την είσοδο πιο αναπτυγμένης τεχνολογίας και των ηλεκτρονικών υπολογιστών, οι δυνατότητες να ξεχωρίσει ο ίδιος ο ήχος του κάθε καλλιτέχνη έγιναν τόσο πιο ευρείες που δε μπορούν να συγκαταλέγουν όλο το φάσμα του τεχνητού ήχου στο ίδιο μουσικό στυλ. Την ίδια στιγμή, η καλλιτεχνική προσέγγιση της παραγωγής αυτού του τεχνητού ήχου δεν έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, έχοντας γενικευτεί και αγκαλιάσει ολόκληρο το μουσικό φάσμα. Αυτό το τελευταίο στοιχείο αναφαίρεται μέσα στο βιβλίο, ωστόσο ο συγγραφέας δεν τολμάει να επιχειρήσει κάποια τέτοια μουσική εξήγηση του “τέλους του prog” εμμένοντας κυρίως στην πτώση της εμπορικότητας των συναυλιών και τη δυναμική είσοδο του punk με τους πολύ πιο περιορισμένους μουσικούς όρους.

Ωστόσο, το συγκεκριμένο βιβλίο, κατά τη γνώμη μου, έχει μια πολύ μεγάλη έλλειψη. Αν και ακολουθεί την εξέλιξη της μουσικής σύνθεσης, αναλύει τα κομμάτια όπως αυτά εμφανίζονταν στη δισκογραφία και όπως γεννώνταν μέσα στη ζωή των καλλιτεχνών, περιορίζεται μόνο σε ένα πολύ συγκεκριμένο κομμάτι του μουσικού θαυμάσιου πυροτεχνήματος που λεγόταν progressive rock. Συγκεκριμένα, αναφέρεται σε οτιδήποτε είναι σχετικό με τα συγκροτήματα των Yes, Genesis, Crimson King και Emerson, Lake and Palmer, με κάποιες ακόμα ισχνές αναφορές στη δισκογραφία των Jethro Tull μέχρι τα μέσα του 1970. Από τα “εξωβρετανικά” συγκροτήματα υπάρχει μόνο μια αρκετά αναλυτική αναφορά στη Primiata Forneria Marconi και το ελληνικό Aphrodite’s Child, με επίκεντρο περισσότερο την πορεία του Βαγγέλη Παπαθανασίου. Λείπουν δηλαδή παντελώς συγκροτήματα όπως οι Camel, μέχρι και οι Pink Floyd, ενώ στις μετέπειτα εποχές, εκεί που ψάχνει την εξέλιξη του progressive rock η μόνη διέξοδος βρίσκεται στους Dream Theater με μια ακόμα μικρή αναφορά στους Opeth.

Η αλήθεια είναι ότι η άποψη και η θέση που παίρνει ο συγγραφέας δεν είναι εντελώς ασυνήθιστη, όμως προσωπικά θα περίμενα από ένα βιβλίο που ασχολείται με κάτι τόσο ξεχωριστό στη μουσική ιστορία του 20ου αιώνα να ψάξει το πώς συνεχίστηκε ο πειραματισμός και η αξιοποίηση στοιχείων της λαϊκής και λόγιας παράδοσης μετά από εκείνη τη δεκαετία του 1970. Σήμερα που ο Ian Anderson αντί να παίζει το Bourée παίζει απ’ευθείας το πρωτότυπο του Bach, δεν υπάρχει κάποιος που να φτιάξει ούτε τη ροκ από τη μεσαιωνική ευρωπαϊκή παράδοση, ούτε από την αφροαμερικανική τζαζ, τουλάχιστον στο βαθμό που να αναγνωρίζεται σε επίπεδο παγκόσμιο και να υπάρχει μια αποδοχή που να μεταφράζεται και σε εμπορικό συναυλιακό γεγονός.

Αυτό είναι ένα ερώτημα το οποίο βρισκόταν σε μικρό βαθμό στο κεφάλι μου και το καλό που έκανε αυτό το βιβλίο ήταν να το κάνει μεγαλύτερο, ζητώντας περισσότερες απαντήσεις. Με αυτή την έννοια, είναι ένα καλό βιβλίο που δίνει αρκετές πληροφορίες, σε σωστή χρονολογική σειρά για να αντιληφθεί κανείς την πορεία της γενικής μουσικής εξέλιξης, ωστόσο είναι ένα βιβλίο από το οποίο θα περίμενα πολύ περισσότερα όσο αφορά το κομμάτι της συζήτησης για το πού μπορεί να βρεθεί μια συνέχεια εκείνου του οργασμού της μουσικής αναζήτησης που παίζει στα ηχεία μας ασταμάτητα και σήμερα.