Συνήθως όταν αποφασίζω να γράψω την παρουσίαση ενός βιβλίου στο Publica, το εγχείρημα αφορά κάποιο βιβλίο που θέλω να μοιραστώ με ένα ευρύτερο κοινό, μια καινούρια κυκλοφορία, ένα κρυφό “διαμάντι” ή απλά κάτι ενδιαφέρον που δεν είναι ήδη στην αντίληψη των πολλών. Όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, το κλασικό πλέον έργο, βραβευμένο με Pulitzer, του νομπελίστα John Steinbeck σίγουρα δεν ανήκει σ’αυτή την κατηγορία.

Όμως “Τα Σταφύλια της Οργής” έχουν ιδιαίτερη θέση στις σκέψεις μου αυτή την περίοδο γιατί παρατηρώ ότι είναι μια ιστορία που δυστυχώς γράφεται ξανά και ξανά, με τα τελευταία κομμάτια της, αυτά της επερχόμενης αισιοδοξίας, να λείπουν από τους τίτλους της επικαιρότητας, όμως αναμφισβήτητα να υπάρχουν στην αλήθεια, όπως υπάρχουν και όλα τα υπόλοιπα που ο Steinbeck έγραψε σχεδόν 85 χρόνια πριν, την περίοδο της “Μεγάλης Ύφεσης”.

Το θρυλικό πλέον έργο αναφέρεται στην αμερικανική κοινωνία, στη δεκαετία του 1930, στην αλλαγή της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων κατά τη Μεγάλη Ύφεση και την εκβιομηχάνιση της αγροτικής παραγωγής, συνεπώς και της ίδιας της Γης, ή “της Γης τους”. Τι κοινό μπορεί να έχει λοιπόν η ιστορία μιας οικογένειας που ξεριζώνεται από την Οκλαχόμα του ’30 για να αναζητήσει την τύχη της στις εύφορες πεδιάδες κοντά στο Salinas της California με όσα συμβαίνουν σήμερα στον κόσμο;

Η πρώτη απάντηση προφανώς έρχεται μέσα από την αναφορά του “ξεριζωμού”. Το έργο του Steinbeck για πολλούς αναδεικνύει τις ισχυρές σχέσεις μέσα στην οικογένεια, την ίδια την οικογένεια ως θεσμό και την αντιμετώπιση των καταστάσεων από νεότερα και γηραιότερα μέλη της. Αυτοί οι “πολλοί” βέβαια έχουν όνομα, δεν είναι τόσο πολλοί και είναι περισσότερο αστοί, που με αυτό τον τρόπο προσπαθούν να απογυμνώσουν από το πολύ ευθύ μήνυμά του αυτό το μνημείο της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Ο ξεριζωμός των Okies (των κατοίκων της Oklahoma) δεν ήταν τυχαίος και ασύνδετος με την πορεία της αμερικανικής οικονομίας. Ο “εκμοντερνισμός” της αγροτικής παραγωγής, η παράδοση τεράστιων εκτάσεων σε μεγάλες επιχειρήσεις, δεν έγινε απλά με την αλήθεια των αριθμών, έγινε και με την αλήθεια των όπλων, με την αλήθεια της εξαθλίωσης. Εκατομμύρια άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, τα σπίτια που ήθελαν να ζουν, όχι απλά επειδή αναζητούσαν ένα καλύτερο μέρος για να ζήσουν, αλλά επειδή ο καπιταλισμός όταν πιέζεται και δείχνει τα δόντια του δεν αφήνει κανένα περιθώριο επιλογής, το “αόρατο χέρι” της αγοράς οπλίζεται, μαζί με τα χέρια μερικών πρόθυμων, ώστε να “ξεκαθαρίσει” με την όποια ανθρώπινη παρουσία είναι εμπόδιο στις ανάγκες του, δηλαδή την αναγκαία κερδοφορία.

Ο Steinbeck αφιερώνει σχεδόν το εν τρίτο του βιβλίου του να αναφέρει την πολιτική, οικονομική και κοινωνική κατάσταση στους κατοίκους που ξεριζώνονται από την Oklahoma, να εστιάζει στο πώς αυτή η διαδικασία εκφράζεται σε πιο προσωπικό επίπεδο μέσα από τις σχέσεις της οικογένειας και να προετοιμάζει τον αναγνώστη για να ακολουθήσει “της Γης τους κολασμένους” σε μια πορεία για την ψεύτικη ή πραγματική ελπίδα, γνωρίζοντας πλήρως από πού προέρχονται και γιατί φεύγουν.

Άραγε οι ροές ανθρώπων που ξεριζώνονται σήμερα από τον τόπο τους έχουν κοινά χαρακτηριστικά; Άραγε ο πόλεμος αποτελεί το “οπλισμένο χέρι” του καπιταλισμού που για την κερδοφορία διεξάγει συγκρούσεις εκεί που έχουν μάθει να μένουν και να ζουν εκατομμύρια άνθρωποι; Άραγε υπάρχουν οικογένειες που δε θέλουν να ξεσπιτωθούν και όταν αποφασίζουν να το κάνουν είναι έτοιμες να φτάσουν σε εξωπραγματικά επίπεδα κυνικότητας προκειμένου να πάρουν πίσω την κλεμμένη τους ζωή;

Ο Steinbeck δε μένει μόνο σ’αυτό, αλλά πλάθει χαρακτήρες που είναι ακριβώς στο στόχαστρο όσων “κλείνουν τα μάτια” σε αυτό τον παραλληλισμό. Ο κεντρικός ήρωας της ιστορίας έχει φύγει από τη φυλακή με εγγύηση και ουσιαστικά είναι παράνομος αν βγει έξω από τα σύνορα της Πολιτείας. Ο λόγος που μπήκε στη φυλακή είναι σχεδόν τυχαίος και τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του ξεδιπλώνονται απλόχερα μέσα στις σελίδες του βιβλίου. Βρίσκει μήπως κανείς κάποιον ακόμα παραλληλισμό στη μοίρα φτωχών ανθρώπων που ακόμα και στον ίδιο τον τόπο τους βρίσκονται από τη μια μέρα στην άλλη, “για ένα λάθος” στη στοχοποιημένη πλευρά κάθε κοινωνίας;

Η παρουσίαση της οικογένειας, της εκμετάλλευσης στον τόπο που αφήνουν, από ανθρώπους που τους διώχνουν αλλά και από αυτούς που κερδίζουν από την ανάγκη τους να φύγουν είναι γραμμένη με κάθε λεπτομέρεια και απορεί κανείς αν ένα παλιό Ford, έτοιμο να καταρρεύσει και να αφήσει μια οικογένεια να λιμοκτονήσει στα χιονισμένα Βραχώδη Όρη, έχει κάποια σχέση σήμερα με μια φουσκωτή βάρκα που περνάει μια νοητή γραμμή στα παγωμένα νερά κάποιου πελάγους.

Ο τόπος της άφιξης και ο τόπος της διεκδίκησης του ονείρου δεν είναι επίσης ιδανικός. Άραγε αρκεί το γεγονός ότι κάποιος έχει την κατάλληλη υπηκοότητα για να γίνει δεκτός σε μια περιοχή όπου πηγαίνει για να διεκδικήσει τη ζωή του, καθόλα συνταγματικά και νόμιμα; Ο Steinbeck δείχνει ότι ο ρατσισμός μπορεί να βρίσκει στήριγμα στην εντοπιότητα και το χρώμα, αλλά έχει την ουσία του στην ταξική εκμετάλλευση. Οι φτωχοί ξεριζωμένοι Αμερικανοί αντιμετωπίζονται ως ποντίκια από τους “βολεμένους” Αμερικανούς, που μέσα από τη βίαιη υποδοχή ουσιαστικά προστατεύουν το δικαίωμά τους να ξεζουμίσουν και να υπερεκμεταλλευτούν τις εξαθλιωμένες μάζες.

Την αντιστοιχία με όσα ζούμε γύρω μας σήμερα, εμείς οι κάτοικοι των “Δυτικών Πολιτειών”, μπορεί να τη βρει κανείς σε ένα από τα μικρά κεφάλαια, τα οποία περιγράφουν τις γενικές σκέψεις του συγγραφέα ως εμβόλιμα στην εξιστόρηση της κυρίως ιστορίας:


“Η δυτική χώρα σε νευρική ανησυχία με τη μεταβολή που αρχίζει. Οι Δυτικές Πολιτείες σε νευρική ανησυχία σαν άλογα προτού ξεσπάσει η καταιγίδα. Οι μεγάλοι ιδιοκτήτες σε νευρική ανησυχία με το προαίσθημα μιας μεταβολής, μην καταλαβαίνοντας τίποτα σχετική με τη φύση της μεταβολής. Οι μεγάλοι ιδιοκτήτες χτυπώντας τις άμεσες εκδηλώσεις, τις ολοένα μεγαλύτερες δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού, την ολοένα μεγαλύτερη ενοποίηση της εργατιάς, χτυπώντας τους καινούριους φόρους, τα οικονομικά μέτρα, μην καταλαβαίνοντας πως όλα αυτά είναι αποτελέσματα, όχι αιτίες. Αποτελέσματα, όχι αιτίες, αποτελέσματα, όχι αιτίες. Οι αιτίες είναι βαθιές και απλές – αιτίες είναι η πείνα ενός στομαχιού πολλαπλασιασμένη στο εκατομμύριο, η πείνα μιας ψυχής, πείνα για χαρά και για λίγη ασφάλεια, πολλαπλασιασμένη στο εκατομμύριο. Η τελική καθαρά διαγραμμένη ανθρώπινη λειτουργία – μυώνες που λαχταρούν για δουλειά, νους που λαχταρά να δημιουργήσει πέρα από τις απλές ανάγκες – αυτό είναι ο άνθρωπος. […]

Η Κτηματική Εταιρία – η Τράπεζα, δηλαδή, αν τύχει κι έχει κτήματα δικά της – θέλει τρακτόρια στη γης, όχι οικογένειες. Είναι κακό ένα τρακτόρι; Βρίσκεται σε άδικο η μηχανική δύναμη που ανασκαλεύει τα μακριά αυλάκια; Αν το τρακτόρι αυτό ήταν δικό μας, θα ‘ταν καλό – όχι δικό μου, δικό μας. Αν το τρακτόρι ανασκάλευε τα μακριά αυλάκια της δικής μας γης, θα ‘ταν καλό. Όχι της δικής μου γης, της δικής μας. […]

Αν μπορούσατε να το καταλάβετε όλοι εσείς που κατέχετε τα αγαθά που ανήκουν στο λαό, θα μπορούσατε ίσως να διατηρηθείτε. Αν μπορούσατε να ξεχωρίσετε τις αιτίες από τα αποτελέσματα, αν μπορούσατε να καταλάβετε πως ο Πέιν, ο Μαρξ, ο Τζέφερσον, ο Λένιν, ήταν αποτελέσματα όχι αιτίες, θα μπορούσατε ίσως να επιζήσετε. Μα δεν μπορείτε να το καταλάβετε. Γιατί η πλεονεξία σάς απολιθώνει μια για πάντα στο “εγώ” και μια για πάντα σας χωρίζει από το “εμείς” […]”

Τα Σταφύλια της Οργής – John Steinbeck, Κεφάλαιο 14


Οι κάτοικοι των Δυτικών Πολιτειών, που δέχονται τις ροές των “μεταναστών” οργανώνονται, στήνουν σχεδόν μαφιόζικους μηχανισμούς μέσα από τους οποίους πουλάνε το φόβο και την ελπίδα κάθε μέρα στους ξεριζωμένους που έρχονται από την ενδοχώρα. Αν αυτό θυμίζει κάτι στις μέρες μας, σίγουρα η παρουσία της αντίστοιχης οργάνωσης δεν είναι μια τυχαία έμπνευση μερικών “σαλεμένων” αλλά το ίδιο το σάπιο πρόσωπο από το κατακάθι της κάθε κοινωνίας, που πρέπει αντίστοιχα με οργάνωση να εξαλειφθεί.

Για το λόγο αυτό ο Steinbeck δε μένει μόνο στην παρουσίαση της εκμετάλλευσης, αλλά προχωράει στην εξιστόρηση της πραγματικής διεκδίκησης του ονείρου. Η οργάνωση των εξαθλιωμένων είναι αυτή που τους επιτρέπει να διεκδικήσουν με καλύτερους όρους τη ζωή τους, να δουλέψουν ως εργαζόμενοι και όχι ως δούλοι. Γι’αυτό και η οργάνωσή τους γίνεται στόχος των “ντόπιων”, των “βολεμένων”, των “μεσαίων” που εκεί που δε μπορεί να φτάσει το κράτος με τους μηχανισμούς τους, φτάνουν αυτοί με τα όπλα τους και τη γκανγκστερική οργάνωσή τους.

Η ιστορία του Steinbeck δε γράφτηκε μόνο στην Αμερική του ’30, αλλά είναι τόσο ολοκληρωμένα παρουσιασμένη που μπορεί κανείς να τη βρει αυτούσια σε αμέτρητα μέρη του κόσμου όσα χρόνια υπάρχει εκμετάλλευση και πιο συγκεκριμένα, όσα χρόνια υπάρχει καπιταλισμός. Η τελευταία του σελίδα δεν έχει γραφτεί, καθώς το έργο τελειώνει μέσα σε ένα αντίσκοινο, σε μια ήρεμη σκηνή, αφήνοντάς μας να φανταστούμε πώς μπορεί να εξελίσσονται τα πράγματα στην κοινωνία που βράζει τριγύρω. Αυτή την τελευταία σελίδα πρέπει να γράψουμε όλοι μαζί, ο Steinbeck έκανε τον κόπο και συνόψισε όσα χρειάζονταν σε όλες τις προηγούμενες.