Έψαχνα εδώ και καιρό ένα θέμα το οποίο μοιάζει στα μάτια μου πραγματικά ενδιαφέρον και στις στιγμές που ζούμε θα μπορούσε να κάνει κάποιον αναγνώστη (και εμένα) να αισθανθούμε λίγο καλύτερα, αγνοώντας για λίγο τις συνθήκες που συντρέχουν εξωτερικά. Έχω γράψει αρκετά άρθρα που εμπίπτουν στην κατηγορία “Αναζητήσεις” (σχετικά με το όφελος του να μη σωπαίνουμε, με τη σχέση που έχει ο καθένας από εμάς με τις σκέψεις του, για την αναγκαιότητα της ευγένειας και για τη βαρεμάρα). Κανένα όμως δεν κατάφερε να μου μιλήσει τόσο όσο το σημερινό θέμα, που είναι η γνώμη των άλλων για εμάς. Από μικρό πετούμενο 🦉 (Hibou), θυμάμαι τον εαυτό μου να είμαι στοχοπροσηλωμένο και να μη με ενδιαφέρει ιδιαίτερα το πώς εκλάμβαναν οι γύρω μου τον τρόπο με τον οποίο κινούμουν μέσα στη ζωή. Και για του λόγου το αληθές, πιστεύω ότι έτσι γεννιέται ένας άνθρωπος και με αυτόν τον τρόπο πορεύεται εώς μία συγκεκριμένη ηλικία, τουλάχιστον μέχρι να αποκτήσει αίσθηση της κοινωνικής προσαρμογής και της ανάγκης να συμβιβάζεται για να λειτουργεί αρμονικά μέσα σε ένα σύνολο. Αυτή η φάση της ζωής έχει μία μοναδική χάρη: το κάθε άτομο είναι απελευθερωμένο από αυτοκριτική, από την ανάγκη του να περνάει από φίλτρα όσα έχει να πει ή όσα νιώθει και συνεπώς, από ενοχές, από τον προσδιορισμό της αυταξίας του μέσω της υπόστασής του στο σύνολο ή από έλλειψη αυτοπεποίθησης.

Προφανώς, ένας τέτοιος τρόπος πόρευσης μέσα στη ζωή δεν είναι βιώσιμος: αργά ή γρήγορα καλείται κανείς να συνυπάρξει, από μικρές κοινωνικές ομάδες όπως μία παρέα, μέχρι το σχολείο ή κάποια εξωσχολική δραστηριότητα, οπότε γρήγορα τιθασευόμαστε και αρχίζουμε να γινόμαστε πιο συνειδητοποιημένοι ως προς το πώς χρειάζεται να συμπεριφερόμαστε για να διασφαλίσουμε την αποδοχή μας από τα εκάστοτε άτομα που μας περιβάλλουν. Μαθαίνουμε (ή μας μαθαίνουν) πως υπάρχουν συγκεκριμένες νόρμες μέσα στις οποίες πρέπει να κινούμαστε για να μην παρεξηγηθούμε, να μη μαλώσουμε, να κρατήσουμε καλές σχέσεις, να συνεχίσουμε να είμαστε αποδεκτοί και συνειδητά ή μη, τις ακολουθούμε. Η αλλαγή αυτή στον τρόπο σκέψης, αυτό που κατά τη λαϊκή σοφία αποκαλείται “πονήρεμα της σκέψης”, η μετάβαση από την παιδική αθωότητα σε μία πιο συγκρατημένη συμπεριφορά, δεν είναι καθόλου κακή. Για την ακρίβεια, εάν δεν τιθασεύαμε τις παρορμήσεις μας πολύ δύσκολα θα μπορούσαμε να διατηρήσουμε τις σχέσεις με τον περίγυρό μας. Επομένως λοιπόν, το να μας ενδιαφέρει η γνώμη των άλλων εξυπηρετεί το να διατηρούμε την ταυτότητά μας ως μέλη διαφόρων κοινωνικών συνόλων. Είναι όμως τόσο ιδανική αυτή η μετάβαση στην πραγματική ζωή;

Δεν είμαι ψυχολόγος και ούτε είναι σκοπός μου να παραδώσω σεμινάρια ευ-ζειν. Θα ήθελα σε αυτό το άρθρο να μοιραστώ ένα προσωπικό συμπέρασμα στο οποίο έφτασα μετά από διάφορες σκέψεις και ελπίζω να φανεί ενδιαφέρον έστω και σε ένα άτομο, ώστε να θέσει την ίδια ερώτηση που κατά τύχη έθεσα εγώ στον εαυτό μου: “Τι είναι αυτό που φοβάσαι;”. Για άλλους μπορεί να είναι η απώλεια του ελέγχου, για άλλους η αποτυχία ή η προδοσία, ο κατάλογος είναι ατελείωτος….Όταν έθεσα την ερώτηση στον εαυτό μου η απάντηση που πήρα είναι “Η γνώμη των άλλων”. Και η αλήθεια μου είναι ότι τουλάχιστον προς το παρόν, δεν μπορώ να ξεχωρίσω πότε πρέπει να δίνω σημασία στη γνώμη των άλλων και πότε όχι, αλλά τις φορές που ένιωσα αρκετά ασφαλές (πετούμενο 🦉) για να πατήσω στα πόδια μου, είδα ότι αρκεί να φανταστεί κανείς πώς είναι να ζεις χωρίς αυτήν την έγνοια, προκειμένου να κάνει το πρώτο βήμα για να αποτινάξει το φορτίο του να μας απασχολεί – σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό – το τι πιστεύουν οι άλλοι για εμάς.

Συνειδητοποίησα για παράδειγμα, ότι αυτό που με κρατούσε σε απόσταση από εκείνο το δυναμισμό που όλα τα παιδιά αυθόρμητα έχουν ήταν ότι έχασα τη θέα του στόχου. Όσο είμαστε παιδιά, η συλλογιστική μας είναι πολύ απλή: λέμε “αυτό θέλω” και κάνουμε τα πάντα για να το πετύχουμε. Αυτός ο στόχος μας εμπνέει και δε σκεφτόμαστε εάν κάθε βήμα που κάνουμε προς αυτό το στόχο είναι κατακριτέο ή αποδεκτό από τους άλλους, αρκεί να μας φτάσει στο στόχο. Όσο μεγαλώνουμε, αρχίζουμε να αμφισβητούμε τα βήματά μας: “Έκανα καλά που είπα ανοιχτά την άποψή μου στο meeting;”, “Έκανα καλά που διεκδίκησα την προαγωγή που δικαίως θεωρούσα ότι μου αξίζει;”, “Είμαι καλό (πετούμενο 🦉) για αυτήν τη δουλειά;”, “Αξίζω να βρίσκομαι εδώ που βρίσκομαι;”. Μικρές σκέψεις, που μπορεί να μην τις συνειδητοποιούμε καν μέσα στη μέρα. Διαπιστώνοντάς το από τον ίδιο μου τον εαυτό, αυτή η συνεχής αυτο-αμφισβήτηση, δεν είναι μόνο τοξική, αλλά και πολύ κουραστική. Με κάνει να αμφισβητώ συνεχώς την καταλληλότητά μου για να πετύχω τον εκάστοτε στόχο που θέτω και με καταβάλλει πριν ακόμα φτάσω στα μισά της διαδρομής, γιατί έχω ξοδέψει όλη μου τη δύναμη ανησυχώντας για ενδεχόμενη αρνητική έκβαση των πραγμάτων. Το αποτέλεσμα; Χάνεται ο ενθουσιασμός και η ενέργεια που φυσικά διαθέτει ο καθένας από εμάς για να καταφέρουμε αυτό που πραγματικά μπορούμε.

Αυτό που πιστεύω ότι μπορεί να βοηθήσει σαν ένα πρώτο βήμα για να ξεφορτωθεί κανείς αυτήν την καταστροφική σκέψη, είναι να κάνουμε τη βασική παραδοχή ότι είμαστε άνθρωποι, ότι είμαστε ατελείς και ότι αυτό είναι εντάξει. Είναι εντάξει να μη νιώθουμε ότι έχουμε πάντα 100% έλεγχο της ζωής μας (γιατί έτσι κι αλλιώς, δεν έχουμε) και να σταματάμε πού και πού μέσα στο ρου των γεγονότων να απολαμβάνουμε την ελευθερία που μας δίνει η ζωή να έχει αφαιρέσει από πάνω μας την ευθύνη του να κρατάμε συνεχώς τα ηνία της. Με την περιορισμένη και προσωπική μου εμπειρία σε αυτό το ζήτημα λοιπόν, προτείνω (και μιας και μένω σπίτι αυτές τις μέρες σίγουρα θα το κάνω), να ξαναγίνουμε και πάλι παιδιά για λίγο. Να πάρουμε λίγο χρόνο να δούμε τι είναι αυτό που πραγματικά θέλουμε να κυνηγήσουμε. Να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να ξεθολώσουμε το τοπίο των επιθυμιών μας. Και μετά, χωρίς αμφισβήτηση της ικανότητάς μας, να καρφώσουμε τα μάτια στο στόχο και να νιώσουμε σαν παιδί που δε θέλει να πάει σχολείο και θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να το καταφέρει.