Ο Πάνος Ζάχαρης είναι γελοιογράφος. Όπως μας πληροφορεί στο βιογραφικό του, γεννήθηκε – και αυτό τον χαροποιεί ιδιαίτερα – (sic) το 1982 στην Αθήνα. Από το 2008 εργάζεται στην εβδομαδιαία εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ, όπου δημοσιεύει γελοιογραφίες και σατιρικά φωτορεπορτάζ. Τα πρώτα του σκίτσα δημοσιεύτηκαν το 2004 στον «Οδηγητή» ενώ από το 2005 μέχρι το 2008 συνέργάστηκε με το περιοδικό «ΑΝΤΙ». Το 2016 κυκλοφόρησε το πρώτο άλμπουμ του, με τίτλο «Αρνητικοί Συσχετισμοί», ενώ η διαδικτυακή σειρά κόμικ, υπό τον τίτλο «Working Dead» κέρδισε το βραβείο καλύτερου διαδικτυακού κόμικ στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς 2017. To «Working Dead» αναμένεται να κυκλοφορίσει και σε άλμπουμ μέσα στον Απρίλη, από τις εκδόσεις «Τόπος».

Όπως κάθε γελοιογράφος, ο Πάνος Ζάχαρης έχει το δικό του καλλιτεχνικό ύφος αλλά και τη δική του πολιτική χροιά, που αποτυπώνεται στα καρέ του. Εμάς μας κέρδισε με τον οξύ τρόπο που σχολιάζει την επικαιρότητα, αφήνοντας σε κάθε δουλειά του ένα πολύ συγκεκριμένο ιδεολογικό αποτύπωμα. Για το λόγο αυτό, θέλαμε πολύ μέσα στις σελίδες μας να φιλοξενήσουμε μια συνέντευξή του και τελικά τα καταφέραμε!!!

Πρώτη ερώτηση, γενική, να καταλάβει κι όποιος διαβάζει για τι μιλάμε. Ο σκιτσογράφος είναι καλλιτέχνης ή δημοσιογράφος;

Το σκίτσο γενικά είναι μια εικαστική τέχνη με πολλές διαφορετικές εφαρμογές, μια από τις οποίες είναι και η πολιτική γελοιογραφία. Η ιδιαιτερότητα της πολιτικής γελοιογραφίας είναι ότι ακροβατεί μεταξύ της τέχνης και της δημοσιογραφίας, αφού είναι ταυτόχρονα και ισότιμα ,τέχνη και δημοσιογραφικός λόγος. Στην ουσία μιλάμε για ένα συμπυκνωμένο σατιρικό άρθρο γνώμης.

Εσύ είσαι καλλιτέχνης ή δημοσιογράφος;

Μια εύκολη απάντηση θα ήταν ότι είμαι σκιτσογράφος. Με δεδομένο όμως ότι εργάζομαι σε εφημερίδες κάνοντας αποκλειστικά πολιτικά σκίτσα και κόμικς , τη δουλειά μου τη θεωρώ πολύ περισσότερο δημοσιογραφική απ ‘ ότι καλλιτεχνική. Σε αυτό παίζει ρόλο πως προσωπικά ιεραρχώ το τι θέλω να εκφράσω σε σχέση με το πώς θα το εκφράσω.

Για να αποφύγουμε την κλισέ ερώτηση: «πόσο διαχρονικό μπορεί να είναι ένα σκίτσο», θα την αλλάξω λίγο ρωτώντας: είναι απώτερος σκοπός η διαχρονικότητα ενός σκίτσου;

Το πολιτικό σκίτσο είναι συνήθως εφήμερο κι επίκαιρο. Υπάρχουν σκίτσα που μπαγιατεύουν πριν καν στεγνώσει το μελάνι της εφημερίδας, αφού η ταχύτητα με την οποία αλλάζει η επικαιρότητα είναι ασύλληπτη. Όσο όμως ένα σκίτσο προσεγγίζει τον πυρήνα του τρόπου με τον οποίο κινείται και λειτουργεί η κοινωνία και η οικονομία παραβλέποντας εφήμερες μικροαλλαγές, τόσο διαχρονικότερο γίνεται. Σαφώς προτιμώ να φτιάχνω τέτοιου είδους «ανθεκτικά» σκίτσα, δουλεύοντας όμως σε εφημερίδα δεν μπορώ πάντα να αποφεύγω την τρέχουσα επικαιρότητα. Η σύνδεση ειδικού-γενικού είναι μια καλή λύση, χωρίς όμως να είναι πάντα εφικτή.

Δημοσιοποιείς αυτή τη στιγμή το «Working Dead» στο διαδίκτυο, δεδομένων των θεμάτων που χρησιμοποιείς, φαίνεται αυτά τα σκίτσα να είναι διαχρονικά. Μέχρι πότε;

Ένα βασικό κίνητρο για τη δημιουργία του The Working Dead και του «διαδόχου» του, The Working Dead…and… είναι ακριβώς η διαχρονικότητα της εκμετάλλευσης και της ταξικής πάλης, που είναι και το θέμα της σειράς. Θα πάψει να είναι επίκαιρο και διαχρονικό, όταν πάψει να υφίσταται το θέμα της σειράς… Μάλλον αργούμε ακόμα, παρότι ο ιστορικός χρόνος δείχνει εξαιρετικά συμπυκνωμένος τελευταία.

Προσωπικά μου έκανε τεράστια εντύπωση ένα σκίτσο σου με τη συνέχεια της ανθρώπινης Ιστορίας σε ασπρόμαυρο, «ανολοκλήρωτο» στυλ. Τι πιστεύεις ότι θα φτιάχνουν οι σκιτσογράφοι όταν αυτό ολοκληρωθεί;

Ποτέ δε θα πάψουν να υφίστανται λόγοι ύπαρξης της πολιτικής σάτιρας η οποία θα παραμείνει όπλο των πολλών. Ακόμα και όταν οι εργαζόμενοι νικήσουμε, δε θα παίζουμε δίχως αντίπαλο, ακόμα κι αν αυτός είναι στο καναβάτσο.

Πολύς κόσμος δε γνωρίζει πολλά για την τέχνη του κόμικ και του σκίτσου, που σε παγκόσμιο επίπεδο έχει να δώσει μερικά εκπληκτικά έργα (αν επιτρέπεις το χαρακτηρισμό). Θες να μοιραστείς με τους αναγνώστες μερικούς από τους σκιτσογράφους που είτε θαυμάζεις είτε και σε εμπνέουν;

Δε νομίζω πως θα «συστήσω» στους αναγνώστες δημιουργούς που δεν γνωρίζουν αφού μεγάλωσα διαβάζοντας και θαυμάζοντας πασίγνωστους κομίστες, όπως οι Morris, Uderzo, Gosciny και ο Quino. Παράλληλα κατανάλωνα Αρκά μετά μανίας, μέχρι πρόσφατα. Από πιτσιρικάς είχα επαφή και με την πολιτική γελοιογραφία αφού τα άλμπουμ του Στάθη και του Ιωάννου είχαν ολόκληρο ράφι δικό τους στη βιβλιοθήκη των γονιών μου. Νομίζω πως τα προαναφερθέντα «τέρατα» με καθόρισαν.

Πλέον ως επαγγελματίας και παράλληλα αναγνώστης προσπαθώ να τσεκάρω τα πάντα και ο κατάλογος των δημιουργών που θαυμάζω είναι ατελείωτος και ανανεώνεται καθημερινά. Εντελώς ενδεικτικά και όσο πιο αυθόρμητα μπορώ να απαντήσω, με τρελαίνουν τα στριπάκια του Tom Gauld, το καλύτερο κόμικ που διάβασα τελευταία είναι το Mezolith των Haggarty- Brockbank και πολύ συχνά ζηλεύω τα σκίτσα του Τάσου Αναστασίου και του Μιχάλη Κουντούρη.

Σε ποιο βαθμό ένας σκιτσογράφος μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα σήμερα; δεδομένου ότι εργάζεται συνήθως σε κάποιο δημοσιογραφικό οργανισμό, ανώνυμη εταιρία, με συγκεκριμένους στόχους και συνήθως συγκεκριμένη πολιτική.

Διαχρονικά ο σκιτσογράφος λογίζονταν ως ο τρελός του χωριού, απολαμβάνοντας μια κάπως μεγαλύτερη ελευθερία σε σχέση με τους υπόλοιπους δημοσιογράφους. Ή έστω μια μακρύτερη αλυσίδα που του επέτρεπε να διατηρεί μια απόσταση από τη γραμμή του Μέσου, λειτουργώντας ενίοτε ως άλλοθι πλουραλισμού. Αυτό τελευταία δείχνει να αλλάζει προς το χειρότερο, παράλληλα με την ελαχιστοποίηση των θέσεων εργασίας. Υπάρχουν αρκετά περιστατικά λογοκρισίας σκίτσων, ή έντονων αντιδράσεων από πλευράς θιγόμενων.

Όμως για μένα η μεγαλύτερη πρόκληση βρίσκεται αλλού: Κάθε μέρα είναι μια αναμέτρηση με τον εαυτό σου, αφού ψάχνεις τρόπο να εκφράσεις όσο το δυνατόν πιο ανόθευτη τη σκέψη σου και να αποφύγεις πρώτα απ’ όλα την αυτολογοκρισία. Η αυτολογοκρισία δεν απορρέει μονάχα από τον φόβο του Διευθυντή ή του εργοδότη, αλλά κι από την πίεση να είσαι αρεστός στους αναγνώστες. Ειδικά μέσω social media η επικοινωνία είναι πλέον άμεση όπως και οι θετικές ή αρνητικές αντιδράσεις και είναι δύσκολο να μένεις ανεπηρέαστος.

Μέσα στο 2017, η Ευρωπαϊκή Ένωση λογόκρινε μια σειρά από σκίτσα Ελλήνων δημιουργών που αναδείκνυαν το ρόλο και την πολιτική του διακρατικού αυτού οργανισμού. Τα σκίτσα αυτά είχαν ήδη δημοσιευτεί σε άλλα μέσα, ενώ ανάμεσα σ’αυτά υπήρχε και ένα δικό σου. θεωρείς ότι στην Ελλάδα η δυνατότητα ένας σκιτσογράφος να εκφράζεται ελεύθερα είναι ακόμα μεγαλύτερη απ’ότι σε άλλες χώρες του λεγόμενου «αναπτυγμένου κόσμου»;

Δεν γνωρίζω σε τι συνθήκες εργάζονται οι συνάδελφοι μου σε άλλες χώρες. Πάντως παντού η σάτιρα και οι δημιουργοί βιώνουν πίεσεις από διαφορετικές κατευθύνσεις, η οποία ενίοτε οδηγεί σε τερατώδη συμβάντα όπως η σφαγή των σκιτσογράφων του Charlie Hebdo, γεγονός που προφανώς δεν παραλληλίζω ούτε κατά διάνοια με τη λογοκριμένη έκθεση.

Το συμβάν με τη λογοκρισία των ελληνικών σκίτσων πάντως δεν είναι ασήμαντο. Υπήρξε συνέχεια πολλών αντιδράσεων στο εσωτερικό της χώρας και απόδειξη της αντίληψης που κυριαρχεί στα ευρωκονκλάβια. Ανέδειξε πως η ανοχή απέναντι στην άλλη άποψη υφίσταται αρκεί η άποψη αυτή να μην αγγίζει τα θεμέλια του υπάρχοντος πολιτικοοικονομικού συστήματος. Πολλοί μίλησαν για «παράσημο» και απόδειξη πως κάνουμε καλά τη δουλειά μας, αλλά προσωπικά δεν το βίωσα ακριβώς έτσι. Το «Χ» πάνω στο έργο σου, πάνω στην ίδια τη σκέψη σου, πονάει. Ακόμα κι αν ξέρεις ότι τους πόνεσες πρώτος.

Οι οικονομικές συνθήκες αποτελούν πολλές φορές τροχοπέδη για την ανάπτυξη της καλλιτεχνικής έκφρασης, έχεις σκεφτεί ποτέ πράγματα που θα ήθελες να κάνεις και δε μπορούν να υλοποιηθούν υπό τις παρούσες συνθήκες;

Προσωπικά νιώθω πολύ τυχερός που επιβιώνω κάνοντας μια πολύ δημιουργική δουλειά. Δεν έχει χρειαστεί να κάνω κάτι άλλο πέρα από σκίτσα και κόμιξ για να ζήσω οπότε θα ήταν προκλητικό να γκρινιάξω… Η ερώτηση ωστόσο είναι εύστοχη. Υπάρχει μπόλικο ταλέντο που δεν χάνεται μεν, αλλά δύσκολα αγγίζει τα όρια του. Πολλοί δημιουργοί δυσκολεύονται να φτάσουν στο επίπεδο που θα μπορούσαν γιατί αναγκάζονται να κάνουν χίλιες δυο δουλειές άσχετες με το σκίτσο. Κανείς δεν σταματά να ζωγραφίζει, είναι μεγάλο σαράκι, όμως χρειάζεται αντοχή για να επιμένεις μέσα σε δύσκολες οικονομικές συνθήκες και μια πολύ μικρή αγορά.

Το 2016 κυκλοφόρησε το πρώτο προσωπικό σου άλμπουμ με πολιτικές γελοιογραφίες υπό τον τίτλο «Αρνητικοί Συσχετισμοί». Στο εξώφυλλο κεντρική φιγούρα ήταν ένα πρόβατο, είναι αυτό κάποιος συμβολισμός; Πόσο δυνατά μπορεί να «βελάξει» και να ακουστεί υπό τους δεδομένους πολιτικούς αρνητικούς συσχετισμούς;

Τρελαίνομαι να σκιτσάρω πρόβατα και εκτός αυτού το συγκεκριμένο ζώο πράγματι μπορεί να συμβολίσει εύκολα την αθωότητα αλλά και την αφέλεια. Άγεται και φέρεται, σφαγιάζεται και καταναλώνεται. Οι λύκοι πληθαίνουν, οι χασάπηδες αποθρασύνονται… Πιστεύω όμως πολύ στα μαύρα πρόβατα και στη δύναμη του κοπαδιού.

Το διαδίκτυο, που μέχρι σήμερα φαινόταν ένας σχετικά «ελεύθερος» χώρος έκφρασης, φαίνεται σιγά σιγά ότι χάνει αυτή την έστω σχετική ελευθερία, με πρόσφατο παράδειγμα και τη σχετική νομοθεσία στις ΗΠΑ, που συνήθως «δείχνου το δρόμο». Πιστεύεις ότι είναι σημαντικό ζήτημα η υπεράσπιση της λειτουργίας του απέναντι σε δρομολογούμενες αλλαγές που ελέγχουν πιο στενά την κυκλοφορία της πληροφορίας εντός αυτού;

Θεωρώ την ελευθερία του διαδικτύου εντελώς σχετική και ψευδεπίγραφη. Στην πραγματικότητα αυτή η ελευθερία είναι ένα εξαιρετικά ελκυστικό κι ευπώλητο προιόν το οποίο καταναλώνω κι εγώ με φανατισμό. Ανταγωνίζεται την παραδοσιακή ενημέρωση η οποία σαπίζει αδιάθετη στα διπλανά ράφια. Πράγματι δίνει τη δυνατότητα να εκφραστείς και να έρθεις σε επαφή με απόψεις που δεν χωράνε στα τηλεοπτικά κανάλια και τις εφημερίδες, αλλά παράλληλα εκχωρείς προσωπικά δεδομένα και χειραγωγείσαι ασυναίσθητα. Τα πάντα, από τους παρόχους ίντερνετ μέχρι τα social media ανήκουν σε επιχειρηματίες οπότε το διαδικτυακό περιβάλλον είναι σε μεγάλο βαθμό ελεγχόμενο, ακόμα και χωρίς νομοθετικές πρωτοβουλίες ή περιορισμούς και έλεγχο.

Σαφώς οφείλουμε να συντηρήσουμε φωλιές ελεύθερης έκφρασης μέσα στις φλόγες και να εκμεταλλευτούμε κάθε δυνατότητα, χωρίς όμως αυταπάτες και φετιχοποίηση της όποιας διαδικτυακής δράσης. Πολύ περισσότερο αν αυτή η φετιχοποίηση φτάνει σε σημείο να υποκαθιστά τη φυσική δράση.

Μπορεί ένα σκίτσο να εμπνεύσει; Αν ναι, σε ποιο βαθμό; Μπορεί ένα σκίτσο, μια γελοιογραφία να παίξει το ρόλο ενός «συνθήματος» που θα ξεσηκώσει κόσμο στο να λάβει θέση στον αγώνα για κοινωνική αλλαγή;

Παραφράζοντας τους στίχους του Τίτου Πατρίκιου θα απαντούσα πως «Κανένα σκίτσο σήμερα δέν κινητοποιεί τίς μάζες, κανένα σκίτσο σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα». Μπορεί όμως να βρίσκεται στους δρόμους σα λαβαράκι, συμπυκνώνοντας έξυπνα και όμορφα τα αιτήματα του αγώνα.

Πόσο βαθύ μπορεί να είναι ένα σκίτσο; είτε μιλάμε για ένα καρέ είτε για ένα κόμικ με ολοκληρωμένη ιστορία. Μπορεί να υπάρξει, για παράδειγμα, ένα κόμικ που στην ουσία να είναι ένα κομμάτι λογοτεχνίας, ή ακόμα περισσότερο, ένα φιλοσοφικό δοκίμιο;

Το σκίτσο είναι τόσο βαθύ, όσο βαθιά έσκαψε ο δημιουργός του για να βρει και να πει την αλήθεια του. Υπάρχουν όρια ωστόσο. Η συμπύκνωση, βασικό χαρακτηριστικό του σκίτσο το εμποδίζει να λειτουργήσει ως δοκίμιο που έχει ως πυρήνα την ανάλυση.

Υπάρχει μια μεγάλη συζήτηση, ειδικά τα τελευταία χρόνια οπότε και τα graphic novel κερδίζουν συνεχώς έδαφος και αναγνώστες για το κατά πόσο τα κόμικς είναι λογοτεχνικά έργα. Θα απαντούσα ενστικτωδώς… «Εεε…ξέρω γω, μάλλον, αλλά μπορεί και όχι…», χωρίς όμως να έχω την επάρκεια να λάβω μέρος σε αυτό το debate διαρκείας. Και χωρίς να με πολυαπασχολεί, για να είμαι ειλικρινής. Το βέβαιο είναι πως η αντίληψη που ήθελε τα κόμικς «μικιμάου για παιδιά» τείνει να ξεριζωθεί.

Θα κλείσουμε απλά, δώσε μας ένα σκίτσο σου για επίλογο αυτής της συνέντευξης!

Νομίζω πως το έχεις επιλέξει ήδη… (σ.σ. αναφέρεται στο σκίτσο με τίτλο «History Repeating (?)»)

Αφήστε μια απάντηση

Παρακαλώ αφήστε το σχόλιό σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας