Press "Enter" to skip to content

(title)

Hibou

Εάν η Νοεμβριανή Επανάσταση είχε πετύχει ίσως ο κόσμος να ήταν αλλιώς

Η Γερμανία πέρασε από 12ωρη σε 10ωρη εργασία την εποχή του von Bismarck (1838).  Παρενθετικά, αυτό δεν έγινε επειδή τον απασχολούσε η ευημερία των εργατών, αλλά επειδή ήθελε να τους στρέψει μακριά από την αυξανόμενη σοσιαλδημοκρατική αντιπολίτευση. Η τελευταία πέρασε από διάφορα εννοιολογικά στάδια και από πραγματικά προοδευτική δύναμη το 1907, προχώρησε στην ιδέα του σοσιαλισμού χωρίς επανάσταση αλλά με μεταρρυθμίσεις, και κατέληξε σήμερα να αναφέρεται στον καπιταλισμό με στοιχεία κρατικής πρόνοιας. Η αλλοίωση του όρου έχει τις ρίζες της στο διαχωρισμό των υποστηρικτών της σοσιαλδημοκρατίας στους Eisenachers (SDAP) και τους Lassallians (ADAV), me τους τελευταίους να διαφωνούν με τους Marx και Engels. Με το πρόγραμμα της Gotha (1875), το πρώτο ρεύμα υποχώρησε στο δεύτερο και δημιούργησε το πρόγραμμα αυτού που γνωρίζουμε σήμερα ως SPD. Στις αρχές του 20ου αιώνα, ο καπιταλισμός μπήκε στο στάδιο του ιμπεριαλισμού. Τα υπερκέρδη των επιχειρήσεων χρησιμοποιούνται για να δημιουργήσουν μία εργατική αριστοκρατία όπου ένα μέρος των εργαζομένων (μηχανικοί, μάνατζερ κτλ.) κερδίζει περισσότερα, με σκοπό τη διάλυση της ταξικής αλληλεγγύης και την ισχυροποίηση της αστικής ιδεολογίας. Υψηλότεροι μισθοί βέβαια, δε συνεπάγεται λιγότερη εκμετάλλευση, και λιγότερες ώρες εργασίας σημαίνει εντατικοποίηση. Οπότε, συνολικά, και πάλι, οι πλούσιοι γίνονταν πλουσιότεροι, και η εργατική τάξη, φτωχότερη. Αλλά αυτήν τη φορά το μικρόβιο του ρεβιζιονισμού είχε επεκταθεί: σύμφωνα με αυτόν, ο σοσιαλισμός δεν είναι η απάντηση στις αντιθέσεις του καπιταλισμού και δε θα έρθει μέσω αντικειμενικών κοινωνικοοικονομικών συνθηκών, αλλά από την ελεύθερη ατομική επιλογή των ανθρώπων που είναι αποσυνδεδεμένη από την ιστορία. Οπότε, αντί να οργανώνεται η εργατική τάξη, θα έπρεπε να εστιάζει σε μεταρρυθμίσεις που θα ευνοήσουν τη θέση της.  Εκεί γεννήθηκαν ρεύματα όπως αυτό της ριζοσπαστικής αριστεράς (Λούξεμπουργκ, Λίμπκνεχτ) που παρέμεινε κοντά στα φιλοσοφικά θεμέλια των Μαρξ και Ένγκελς, και της “μετριοπαθούς αριστεράς” των Κάουτσκι και Μπέρνσταιν. Το 1912, στο Μανιφέστο της Βασιλείας της Δεύτερης Διεθνούς διαβάζουμε: “[...] εάν ο πόλεμος τελικά ξεσπάσει, το καθήκον (της εργατικής τάξης) είναι να λήξει τον πόλεμο όσο το δυνατόν γρηγορότερα και να καταβάλλει κάθε προσπάθεια να χρησιμοποιήσει την οικονομική και πολιτική κρίση [...] για να επιταχύνει την κατάργηση της κυριαρχίας της καπιταλιστικής τάξης”. Στο μεταξύ, οι αντιθέσεις συμφερόντων μεταξύ Γερμανών και άλλων ευρωπαίων βιομηχάνων που εκφράζονταν μέσω σχετικά μικρής κλίμακας συγκρούσεων, πράγματι οδηγούν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (1914). Το SPD, στα πλαίσια του λεγόμενου Burgfriedenspolitik, παροτρύνει σε ενότητα μεταξύ εργατικής και αστικής τάξης (ταξική συνεργασία) με σκοπό “την προστασία του λαού”. Την ίδια στιγμή, ο Λίμπκνεχτ τίθεται ανοιχτά απέναντι στον πόλεμο που είναι σε βάρος του λαού και βρίσκει έδαφος για να τεθεί και απέναντι στους Τσάρους. Προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο πόλεμος, η παραγωγή ωθείται στα ύψη με τους εργάτες να φτάνουν πρωτοφανή επίπεδα εξαθλίωσης. Χαρακτηριστικά, η μέση ημερήσια πρόσληψη θερμίδων πέφτει στο μισό. Ταυτόχρονα ωστόσο, δημιουργούνται μέσω αυτής της κατάστασης και οι προϋποθέσεις για οργάνωση. To 1917 ξεσπά η Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία και οι προσκείμενοι στη σοσιαλδημοκρατία διατυπώνουν την άποψη ότι η Επανάσταση αποτελεί κίνδυνο για τα δημοκρατικά ιδεώδη. Οι Μπολσεβίκοι θεωρούσαν την Οκτωβριανή Επανάσταση το πρώτο στάδιο μιας παγκόσμιας επανάστασης. Οι προσκείμενοι στη ριζοσπαστική αριστερά σκορπούν φυλλάδια στους δρόμους της Γερμανίας, με μεγάλες απεργίες να ξεσπούν στη Βουδαπέστη και τη Βιέννη. Στην τελευταία, 250.000 εργάτες κατέβηκαν στο δρόμο. Η Γερμανία ακολουθεί, αλλά το κίνημα καταπνίγεται βίαια με τους ηγέτες του να εκτελούνται. Το πρόβλημα βέβαια, ήταν ότι δεν υπήρχε κάποια πολιτική κατεύθυνση ώστε να οδηγήσει το κίνημα σε επανάσταση, αλλά δεν υπήρχε και κάποιο κόμμα ώστε να συγκεντρώσει την οργή του κόσμου και να θέσει στόχους, ενώ ταυτόχρονα οι σοσιαλδημοκράτες προσπαθούσαν να τον κατευνάσουν εκ των έσω. To SPD μπαίνει στην κυβέρνηση και πραγματοποιεί τις λεγόμενες “Οκτωβριανές Μεταρρυθμίσεις” προκειμένου να κατευνάσει τους εργάτες. Οι εργάτες δεν ξεγελιούνται και έτσι, το 1918, ξεκινά η Νοεμβριανή Επανάσταση στο Kiel και εξαπλώνεται σε όλη τη χώρα. Όργανα που διευθύνονται από εργάτες ιδρύονται, χωρίς απαραίτητα όλα τα μέλη τους να είναι σοσιαλιστές. Λίγες ημέρες αργότερα ανακηρύσσεται η ίδρυση της δήθεν σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γερμανίας, που φαίνεται να χαροποιεί τα πλήθη στο Βερολίνο.  Η αντεπανάσταση ξεκινά. Ηγέτες της είναι οι Έμπερτ και Νόσκε του SPD. Ο Νόσκε τοποθετείται ως υποστηρικτής του πρωτοφασιστικού Πρωσσικού Σοσιαλισμού. Ο Χίτλερ, αργότερα, θα εξαίρε τη στάση του. Τα πλήθη ήταν μπερδεμένα για το ρόλο του κάθε προσώπου και κόμματος. Ο Νόσκε κατάφερε να δώσει δυνατό χτύπημα την επανάσταση, με σκοπό “την επιστροφή στην τάξη με σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση”. Μέτρα όπως η 8ωρη εργασία συζητιούνται για να κατευνάσουν τον κόσμο ακόμη περισσότερο και δέχονται κάποια από τα αιτήματα των εργατών. Ωστόσο, το κίνημα δεν πτοείται. Εκδίδονται φυλλάδια που προτρέπουν στη δολοφονία των Λούξεμπουργκ και Λίμπκνεχτ και συστήνεται στρατός για την καταστολή των διαδηλώσεων. Το κίνημα δεν πτοείται. Χρειάζεται μία μεγαλύτερη απειλή. Τέλη Δεκεμβρίου χρησιμοποιείται το πρωτοφασιστικό Freikorps προς περαιτέρω καταστολή. Το SPD είχε καταστήσει το ρόλο του σαφή. Οι ριζοσπαστικοί δημιουργούν τη Σπαρτακιστική Ομοσπονδία και μαζί με τους Διεθνείς Κομμουνιστές της Γερμανίας (IDK), το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (KPD). Τα εργατικά όργανα είχαν ακόμη δύναμη και επιρροή. 500.000 άνθρωποι συμμετείχαν σε γενική απεργία για να ανατρέψουν την κυβέρνηση του Έμπερτ. Ωστόσο, ο Λίμπκνεχτ, σε ρήξη ακόμη και με την πιο επιφυλακτική πτέρυγα του KPD και της Λούξεμπουργκ, στοιχήθηκε με τους επαναστάτες αντιπροσώπους των εργοστασίων και, με αφορμή την απόλυση του δημοφιλούς αστυνομικού διευθυντή Έμιλ Άιχορν, στήριξε την ιδέα ότι είχε έρθει η στιγμή για ένοπλη ανατροπή της κυβέρνησης. Συγκροτήθηκε ένα «Επαναστατικό Επιτροπείο» που κήρυξε την κυβέρνηση έκπτωτη και κάλεσε τους εργάτες να καταλάβουν το κέντρο του Βερολίνου, χωρίς όμως σαφές σχέδιο εξουσίας και χωρίς πραγματική πλειοψηφική στήριξη. Με προβοκατόρικη αφορμή, το Freikorps χρησιμοποιείται αποφασιστικά για να διαλύσει την επανάσταση στις 11 Ιανουαρίου.  O καπιταλισμός με σοσιαλδημοκρατική διαχείριση δεν είναι το φυσικό τέλος της ιστορίας ούτε η λύση στην εκμετάλλευση που υφίσταται η εργατική τάξη καθημερινά. Είναι αντίδραση της αστικής τάξης απέναντι στην απειλή της δικτατορίας του προλεταριάτου, μία προσπάθεια κατευνασμού της οργής του εργάτη απέναντι σε όσους καρπώνονται τα οφέλη της εκμετάλλευσής του. Η εξέλιξη των γεγονότων της Νοεμβριανής Επανάστασης δείχνει ότι ο καπιταλισμός με σοσιαλδημοκρατικό περιτύλιγμα (οι μεταρρυθμίσεις, το «κοινωνικό κράτος», η συνεργασία τάξεων) δεν ήταν ποτέ φυσική εξέλιξη, αλλά λύση ανάγκης για την αστική τάξη μπροστά στον κίνδυνο της επανάστασης. Εάν η Νοεμβριανή Επανάσταση δεν είχε κατασταλεί από τη συμμαχία σοσιαλδημοκρατίας και φασισμού, ίσως ο τελευταίος να μην είχε ξεδιπλωθεί τόσο νωρίς οδηγώντας στο θάνατο εκατομμύρια ανθρώπων. Ίσως να μη δινόταν περιθώριο στην αστική τάξη να ξαναοργανωθεί από τις στάχτες της για να σκορπίσει αντεπαναστατικό δηλητήριο. Ίσως να μην προλάβαινε να ξαναπάρει ανάσα.

Hibou

ΟΠΕΚΕΠΕ και λουλουδιασμένες ιτιές που μαράθηκαν

Επειδή τον τελευταίο καιρό πολλοί εξανίστανται για τη διαφθορά λες και είναι συμπεριφορά που διέπει το DNA μας, είπα να παραθέσω λίγες σκέψεις που συνηγορούν στο ότι όχι μόνο ουρανοκατέβατη αλλοίωση του γενετικού μας κώδικα από αρχαιοτάτων χρόνων δεν είναι τα σκάνδαλα, αλλά γίνονται με τις ευλογίες όσων πλασάρονται για σωτήρες. Και επειδή τον τελευταίο καιρό πολλές φορές άκουσα ότι “είμαι Ελληνίδα άρα θα ξέρω από ______ (τοποθέτησε Χ μπαγαποντιά)” ας δούμε λίγο τα στοιχεία προσεκτικά. Η ΕΕ που ξαφνικά άρχισε να κόπτεται για τη χρηστή διαχείριση κονδυλίων (εν μέσω στήριξης μιας γενοκτονίας), επιβάλλει ποσοστώσεις στην παραγωγή και τη διαχείρισή της για τη ρύθμιση της αγοράς και όχι για την ικανοποίηση της εγχώριας ζήτησης αγροκτηνοτροφικών προϊόντων. Αυτό οδηγεί σε μία εγχώρια παραγωγή που ενώ αυξάνεται, αφήνει ακάλυπτες τις ανάγκες της Ελλάδας, με τα τρόφιμα να ακριβαίνουν. Παράλληλα, επιδοτήσεις δίνει όχι μόνο για καλλιέργεια, αλλά και για περιορισμό και καταστροφή παραγωγής, ενώ οι πολιτικές της “πράσινης ανάπτυξης” που επιβάλλουν υποχρεωτική αγρανάπαυση και επιπλέον κόστος για συμβούλους, μελέτες κτλ. κάνουν πολύ συχνά προτιμότερο το να μην καλλιεργεί κανείς (νόμιμα) ή να καλλιεργεί και να τα πετάει. Στις περιπτώσεις που επιδοτήσεις δίνονται για καλλιέργεια, είναι συνδεδεμένες με τις δηλώσεις και όχι με την πραγματική παραγωγή. Άρα όχι μόνο νόμιμα μπορεί κάποιος να παίρνει επιδότηση και να πετάει αϊτό, αλλά αφήνεται προκλητικά μισάνοιχτο και το παράθυρο να γίνονται εικονικές δηλώσεις. Άρα: η ακρίβεια στο τραπέζι είναι εν μέρει συνέπεια της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής της ΕΕ και οι παράνομες εικονικές δηλώσεις είναι αναμενόμενες όσο η διαχείριση της παραγωγής σε μεγάλη κλίμακα γίνεται με βάση τη ρύθμιση της προσφοράς και ζήτησης για την αύξηση του εμπορικού ισοζυγίου της ΕΕ, και όχι με βάση την κοινωνικά οργανωμένη παραγωγή. Άρα λοιπόν να μη μας προκαλεί έκπληξη όταν οι λουλουδιασμένες ιτιές μας αφήνονται να μαραθούν για να ψηλώσουν άλλες λεμονιές, πιο άσχημες και πιο κοντές.

Hibou

Amazigh Blues: η ροκ χτυπάει στην καρδιά της βορειοδυτικής Αφρικής

Καθώς γράφω αυτό το άρθρο ακούω το κομμάτι Amtten των Kel Dades, μιας μπάντας που δημιουργήθηκε το 2015 στην πόλη Boumalne Dades του Μαρόκο. Βάλτο να παίζει από πίσω καθώς με διαβάζεις.  Η μελωδία με ταξιδεύει στο ελληνικό καλοκαίρι όπως θα ήθελα να είναι, μακριά απ’ όπου έχει φτάσει η τεχνολογία, ή σε μία απόδραση στη νυχτερινή έρημο γύρω από μία φωτιά που ανάψαμε για να ζεσταθούμε. Η μουσική που ακούω είναι μία μίξη από παραδοσιακή Βερβέρικη μουσική (Amazigh) σε ένα χαλί ηλεκτρικής κιθάρας. Το κομμάτι αυτό είναι μία πόρτα για να εξερευνήσω ένα μουσικό είδος που φέρει πολλά ονόματα: Amazigh Blues, Desert Rock, Tishoumaren (από το γαλλικό chômeur, “άνεργος”) ή Assouf: είναι η μουσική παράδοση της φυλής Τουαρέγκ και ακολουθεί τη δύσκολη κοινωνικοπολιτική της κατάσταση, τον εκτοπισμό και την εξορία της στη μετα-αποικιακή Αφρική. Σε αυτό το άρθρο, με ενδιαφέρει περισσότερο να εξερευνήσω περισσότερο τις ιστορικές καταβολές αυτής της μουσικής που μιλάει ηχητικά (όχι στιχουργικά) σε κάτι βαθύτερο μέσα μου, παρά να μιλήσω για τις μουσικές επιρροές ή τεχνικές των Desert Blues. Μετά τη λήξη της γαλλικής αποικιοκρατίας τις δεκαετίες 1950-1960, οι περιοχές στις οποίες κατοικούσαν οι Τουαρέγκ μοιράστηκαν ανάμεσα σε διάφορες χώρες. Έτσι, οι Τουαρέγκ κατέληξαν να αποτελούν εθνική μειονότητα στο Μάλι, την Αλγερία, το Νίγηρα, τη Λιβύη, τη Μπουρκίνα Φάσο και το Τσαντ. Παράλληλα, με την ερημοποίηση γόνιμων εδαφών λόγω φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων, οι Τουαρέγκ, που ήταν νομάδες βοσκοί, φτωχοποιήθηκαν. Έκτοτε, κάποιοι αναμίχθηκαν σε μία σειρά συγκρούσεων και αστικών επαναστάσεων υπό το καθεστώς του Muammar al-Gaddafi, και στα στρατόπεδα εκπαίδευσης του, ορισμένοι εκτέθηκαν σε πιο δημοφιλή δυτικότροπη μουσική, τον παναφρικανισμό και ιδέες ανεξαρτητοποίησης. Έτσι θα μπορούσαμε να πούμε ότι γεννήθηκαν και τα Amazigh Blues. Στην πραγματικότητα, ο Ibrahim Ag Alhabib, ιδρυτής των Tinariwen, της μπάντας που έφερε στο προσκήνιο τη ροκ της ερήμου, έζησε την εξέγερση του 1963 στο Μάλι. Επομένως, οι ιστορικές καταβολές του είδους χάνονται στα βάθη της αποικιακής και μετα-αποικιακής ιστορίας της Βόρειας και Δυτικής Αφρικής.  Οι Τουαρέγκ είναι μία μόνο από τις 4 Βερβέρικες φυλές: οι άλλες τρεις είναι οι Καμπύλιοι, οι Τσαουία και οι Μζαμπ, με τους οποίους μοιράζονται επίσης τη μουσική σκηνή των Desert Blues. Ιδιαίτερα οι Καμπύλιοι, πρωτοστάτησαν στον απελευθερωτικό πόλεμο της Αλγερίας κατά της Γαλλίας. Κατά την περίοδο αυτή, οι Γάλλοι έσπειραν μίσος για κάθε αραβικό στοιχείο, ενώ προώθησαν ως “ανώτερο” κάθετι μη αραβικό βερβερικό μέσα στο ίδιο το εκπαιδευτικό τους σύστημα. Αυτή η διασπαστική τακτική μπορεί να μην αποτέλεσε τροχοπέδη για τον ενιαίο απελευθερωτικό τους αγώνα, αλλά άφησε κατάλοιπα μεταξύ των δύο λαών που είναι εμφανή και σήμερα. Ενώ οι Άραβες στράφηκαν σε κινήματα αραβισμού, οι Βερβέροι, που ήταν πάλαι ποτέ αποδέκτες της γαλλικής “συμπάθειας”, βρέθηκαν ανάμεσα σε στρατιωτικά καθεστώτα και τον ισλαμικό εξτρεμισμό. Ταυτόχρονα, είδαν τη γλώσσα και την κουλτούρα τους να απειλείται σε μεγάλο βαθμό όταν το 1998 το Αλγερινό Κοινοβούλιο επέβαλε τη χρήση μόνο της αραβικής γλώσσας με απειλή προστίμου. Έτσι οι Καμπύλιοι βρέθηκαν κοινωνικά, πολιτισμικά και οικονομικά αποκλεισμένοι. Αυτό αποτυπώθηκε μέσα στα Desert Blues των Καμπύλιων, που αναπτύσσονται παράλληλα με αυτά των Τουαρέγκ. Και εδώ τα πολιτικά όρια των ιδεών που γέννησαν τα Desert Blues θολώνουν: ενώ ο παναφρικανισμός προωθεί την πολιτική και πολιτισμική ενοποίηση των αφρικανικών φυλών και την αντίθεσή τους στην αποικιοκρατία και τον επεκτατισμό, προσωπικότητες που έχουν στηρίξει την κεντρική ιδέα είχαν στην καλύτερη περίπτωση αντικρουόμενες ατζέντες και ερμηνείες: από τον αυτοκράτορα Haile Sellassie, τον al-Gaddafi, τον Nkrumah, στον κοινωνιολόγο Du Bois και σύγχρονα φεμινιστικά Αφρικανικά περιοδικά. Για να εξάγω λοιπόν περισσότερα στοιχεία για την πολιτική ταυτότητα των Desert Blues, πηγαίνω σε μερικούς στίχους. “[Το] 1963 πέρασε, αλλά θα επιστρέψει, εκείνη η εποχή μάς άφησε αναμνήσεις, σκότωσε τους γέροντες και ένα παιδί που μόλις είχε γεννηθεί, όρμησε στους βοσκότοπους και εξόντωσε τα κοπάδια, η Αμερική μπορεί να το μαρτυρήσει, και ο Λίβανος επίσης, η Ρωσία προμήθευσε τα όπλα που άναψαν τις φωτιές, οι αδερφές μου κυνηγήθηκαν ανελέητα, αυτές που δεν θα αντάλλασσα με τίποτα σε τούτη τη γη. Γιατί η αγάπη είναι δυνατή και ισχυρή, διαπερνά την ψυχή και την φλογίζει.”, --"Soixante Trois", των Tinariwen “Αδέλφια μου στη ζωή, η Έρημος μας ανήκει, αδέλφια μου, θέλω να μιλήσω στους ελεύθερους αδελφούς μου, δεν ξεχάσαμε την ιστορία μας, δεν ξεχάσαμε την ιστορία μας. Ο [θεός] ας ελεήσει τους μάρτυρες που θυσιάστηκαν για τη γη μας. Πολεμιστές, χέρι με χέρι, μην χάνετε την ελπίδα. Ενωθείτε, ενωθείτε, ελεύθερα αδέλφια μου. Το κλειδί της ζωής είναι η ελευθερία.” – “Taryet”, των Tarwa N-Tiniri.   Θα μπορούσαμε άρα να μιλήσουμε για ένα είδος μουσικής εμπνευσμένο από την επιθυμία για  επανάσταση και αυτοδιάθεση ενός λαού. Μιας επιθυμίας που μέσα στην πολυπλοκότητα της Αφρικανικής ιστορίας ιδεολογικά έχει παραμείνει ανοχύρωτη και επιρρεπής όχι μόνο στον ιδεαλισμό της αναμονής σωτηρίας από ένα ανώτερο ον ή για ένα θεϊκό σκοπό, αλλά και στην αντίδραση της προσπάθειας προσεταιρισμού των απελευθερωτικών τάσεων ενός λαού από τους κατά τόπους και χρόνους δικτατορίσκους. Κλείνοντας με το σχόλιο της Καμπύλιας συγγραφέα Aïcha Lemsine, “όσο δεν αποσαφηνίζονται οι αποικιακές ρίζες [...], όσο δε γίνεται πράξη ο πολιτιστικός αλληλοσεβασμός [...] το Μάγκρεμπ ντρέπεται για το φανατικό βερβερισμό όσο και το Ισλάμ ντρέπεται για τον φανατικό ισλαμισμό”. Και έτσι ένας λαός μένει ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη να προσπαθεί να συντηρήσει την επιθυμία του για την ελευθερία μέσα απ’ τη μουσική, μιας και στην πραγματικότητα ο πολιτικός του προσανατολισμός φαίνεται να μπάζει.

Hibou

Η πραγματικότητα των ακαδημαϊκών θέσεων εργασίας

Όσο η μοναδική μου ενασχόληση ήταν η σύνταξη της διδακτορικής μου διατριβής και η αποστολή αιτήσεων σε μεταδιδακτορικές θέσεις εργασίας (postdoc), αυτό που έλειπε από τη ζωή μου φάνταζε να είναι η επισφράγιση των κόπων μου μέσω της εξασφάλισης ενός postdoc σε ένα πανεπιστήμιο υψηλού κύρους. Όταν το κατάφερα, όλα άλλαξαν. Με τη μετανάστευσή μου στο Λονδίνο (από άλλη χώρα του εξωτερικού η οποία ήταν η τρίτη στην οποία είχα μείνει πριν την ολοκλήρωση των 27 μου ετών), ήρθαν ριζικές αλλαγές στον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου, αλλά και την κατάσταση του κόσμου. Στο παρόν άρθρο με ενδιαφέρει να μιλήσω περισσότερο για την τελευταία αλλαγή. Από τα φοιτητικά μου χρόνια, κατανοούσα ότι η αδικία είναι γέννημα της απληστίας με την οποία λειτουργεί ο καπιταλισμός. Εδώ, σε μία από τις megacities του κόσμου, είδα ότι οι διαφορές με τις οποίες ξεκινάμε όλοι τις πορείες μας στη ζωή δεν αμβλύνονται απαραίτητα αναλογικά με την προσπάθεια που καταβάλλουμε, γιατί το σύστημα εκτός των άλλων, είναι και άναρχο. Οι γονείς μας μάς είχαν μάθει ότι θα προκόψουμε εάν προσπαθήσουμε αρκετά.  Στην τέταρτη δεκαετία πλέον της ζωής μας και έπειτα από δέκα και πλέον έτη σπουδών και προϋπηρεσίας, πολλοί από εμάς όχι μόνο δεν έχουμε καταφέρει να εξασφαλίσουμε μόνιμες θέσεις ως ακαδημαϊκοί, αλλά οι μισθοί μας είναι πενιχροί και η εργασιακή ασφάλεια ανύπαρκτη. Στο Λονδίνο, κάτοχος 3ετούς διδακτορικού με 5ετή προϋπηρεσία σε μεταδιδακτορικές θέσεις παίρνει καθαρό μισθό 3.000 λιρών το 2024 (45.000 λίρες το χρόνο μικτά). Στο Παρίσι μία αντίστοιχη θέση δίνει γύρω στα 2.700 ευρώ. Στην Ιταλία 2.000 ευρώ. Στο Λονδίνο ο απαιτούμενος μισθός για την απόκτηση μιας οικογένειας που θα ζει σε άνετες συνθήκες είναι άνω των 60.000 λιρών το χρόνο κατά γονέα. Στο Παρίσι χρειάζονται 3.000-3.200 ευρώ. Στην Ιταλία τα χρήματα που προσφέρονται είναι αρκετά σε ορισμένες μόνο πόλεις. Και εκεί που θεωρεί κανείς ότι έχει βρει τη χρυσή τομή του βιοπορισμού ως ερευνητής, έρχεται αντιμέτωπος με την αλήθεια των ευέλικτων σχέσεων εργασίας: τα συμβόλαια ορισμένου χρόνου. Ο αριθμός των συμβολαίων ορισμένου χρόνου αυξήθηκε κατακόρυφα μετά την οικονομική κρίση του 2008, παράλληλα με τη μείωση των μόνιμων θέσεων εργασίας. Αυτό συνέβη κυρίως για δύο λόγους. Αρχικά, η ευέλικτη αυτή σχέση εργασίας έκανε τους εργαζόμενους πιο αναλώσιμους, με τους εργοδότες να αποκτούν περισσότερα δικαιώματα στο πότε μπορούν να απολύσουν και τι προνόμια δίνουν. Αυτό αγγίζει τους ακαδημαϊκούς κυρίως συνταξιοδοτικά. Παράλληλα, οι εργαζόμενοι που υφίστανται αυτήν τη σχέση είναι λιγότερο πιθανό να οργανωθούν για να διεκδικήσουν βελτίωση των συνθηκών εργασίας τους. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα postdoc σε αγγλικά πανεπιστήμια υψηλού κύρους που διστάζουν να οργανωθούν στο σωματείο τους (από τη στιγμή που ακόμη και το κόστος των 30 λιρών το μήνα είναι υπόθεση) ή να παρευρεθούν σε ανοιχτές συζητήσεις των προβλημάτων στον κλάδο μας υπό την πίεση της παραγωγής δημοσιεύσεων σε περιορισμένο χρονικό διάστημα. Ταυτόχρονα, λειτουργούν υπό καθεστώς ιεραρχίας, φοβούμενοι ότι θα απολυθούν και αποφεύγουν τη συλλογική οργάνωση.  Η ευέλικτη σχέση εργασίας στην ακαδημία ήρθε όμως και λιγότερο συντονισμένα, ως φυσική απόρροια της ανακατεύθυνσης κεφαλαίων από την έρευνα στην ανάκαμψη από την κρίση και πλέον πιο κατάφωρα, στην πολεμική βιομηχανία. Ένα πρόσφατο παράδειγμα είναι ο δραστικός περιορισμός των προγραμμάτων Horizon για απόκτηση πακέτων πολεμικού εξοπλισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι γονείς μου μού έμαθαν ότι εάν αποκτήσω το ανώτατο επίπεδο εκπαίδευσης θα εξασφαλίσω εργασιακή σταθερότητα και έναν ικανοποιητικό μισθό. Μού έμαθαν ότι εάν ακολουθήσω αυτό που με ενθουσιάζει θα είμαι και ανταγωνιστική σε αυτό. Μου υποσχέθηκαν ότι εάν φύγω στο εξωτερικό και λάβω υψηλότατου επιπέδου δεξιότητες θα μπορώ να επιστρέψω στην Ελλάδα. Για τα δεδομένα της εποχής τους μου έλεγαν αλήθεια, αλλά μέχρι να βρεθώ εγώ στην αναζήτηση εργασίας, όλα αυτά είχαν γίνει ψέματα.  Η ιστορική περίοδος που διανύουμε είναι η πρώτη φορά που υψηλά ειδικευμένο εργατικό δυναμικό αντιμετωπίζει μαζικά το ενδεχόμενο της ανεργίας. Παράλληλα, ο τρόπος που προσφέρονται οι θέσεις εργασίας και στον ιδιωτικό τομέα – εάν βαρεθεί κάποιος τις συνεχείς μετακομίσεις στην ακαδημία –, είναι χαοτικός και δεν εξασφαλίζει παραμονή στην εκάστοτε θέση ούτε καν για τη διάρκεια του προσφερόμενου συμβολαίου, εάν οι εταιρίες θεωρήσουν ότι προσέλαβαν περισσότερα άτομα από όσα χρειάζονταν πραγματικά.  Η προοπτική επιστροφής στην Ελλάδα είναι για πολλούς από εμάς ανύπαρκτη. Διδακτορικοί φοιτητές προσλαμβάνονται συχνά χωρίς μισθό και ασφάλεια υγείας (!), ερευνητικά προγράμματα συχνά προσφέρονται με μπλοκάκι (μια άλλη ευέλικτη σχέση εργασίας), εθελοντικά (!) ή για 6 μήνες με μισθό γύρω στα 800 - 1000 ευρώ σε αρκετές περιπτώσεις. Μόνιμες θέσεις εργασίας δεν ανοίγουν σε αναλογία με τον αριθμό των κατόχων διδακτορικού που αναζητούν μονιμοποίηση εντός ή εκτός συνόρων. Ταυτόχρονα, λόγω της απουσίας της Ελλάδας από μεγάλα ερευνητικά προγράμματα, επιστήμονες οι οποίοι έχουν εργαστεί σε αυτά κατά την εργασία τους στο εξωτερικό χρειάζεται να εγκαταλείψουν την ιδιότητα μέλους τους σε αυτά, που έρχεται με προνομιακή πρόσβαση σε αλγοριθμικά προϊόντα ή δεδομένα, που οδηγούν σε δημοσιεύσεις, ένα από τα κλειδιά για την πολυπόθητη μονιμοποίηση. Τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται για μία οικογένεια ακαδημαϊκών που αναζητά μονιμοποίηση στο ίδιο μέρος γεωγραφικά, μιας και οι επιλογές περιορίζονται στα μέρη όπου υπάρχει προσφορά εργασίας στο θεματικό πεδίο και των δύο.  Παράλληλα, η επικρατούσα πολιτική ατζέντα ευνοεί ιδιαίτερα την αναπαραγωγή της ρητορικής της μεταφοράς δεξιοτήτων από την ακαδημία στον ιδιωτικό τομέα, προσπαθώντας να κάνει το εργασιακό στάτους των ατόμων προσωπική υπόθεση. Αυτό οδηγεί σε ακαδημαϊκούς που παράλληλα με την κύρια ερευνητική τους εργασία, προσπαθούν να αναπτύξουν δεξιότητες που είναι “ελκυστικές” στον ιδιωτικό τομέα για να εξασφαλίσουν ότι σε ενδεχόμενη αποβολή τους από το σύστημα δε θα μείνουν άνεργοι. Η ανάπτυξη των δεξιοτήτων δεν έρχεται χωρίς κόστος, αλλά συμβαίνει προσθετικά στις ήδη υπάρχουσες απλήρωτες υπερωρίες των ακαδημαϊκών και με κόστος ψυχικής υγείας υπό το φόβο της επικείμενης ανεργίας κάθε 2-3 χρόνια. Παράλληλα, κρύβει την πραγματική αλήθεια: ότι οι ακαδημαϊκοί πλέον καλούνται να μάθουν νέα επαγγέλματα μετά από 10ετείς σπουδές και επιπλέον εξειδίκευση. Αυτή η πραγματικότητα πλέον βαφτίζεται κινητικότητα δεξιοτήτων και ευελιξία. Εντός του χώρου εργασίας, η κατάσταση της υποχρηματοδότησης της έρευνας είναι εμφανής πλέον και στο εξωτερικό μετά τον κορονοϊό με το λεγόμενο employment tertiarisation (εργασιακή τριτογενοποίηση). Ως επέκταση των ευέλικτων σχέσεων εργασίας, πλέον είμαστε αντιμέτωποι με “ευέλικτες” συνθήκες εργασίας. Βιώνουμε το hot-desking, τη μη συνεχόμενη διαθεσιμότητα γραφείου για να εργαστούμε και την ανάγκη να το κλείσουμε εκ των προτέρων ώστε να να είναι διαθέσιμο τη μέρα που θα πάμε στη δουλειά. Βιώνουμε την υποχρεωτική εργασία πέρα από αυτήν που καθορίζεται από το συμβόλαιό μας, με κοινότατο παράδειγμα τη συχνά απλήρωτη διδασκαλία παράλληλα με την έρευνα. Πολλοί από εμάς συνδυάζουμε πολλαπλές εργασίες για να αντεπεξέλθουμε στο κόστος ζωής, αλλά και τα έξοδα συνεχούς κινητικότητας που συχνά δεν καλύπτονται. Στα Ευρωπαϊκά ιδρύματα ο ανταγωνισμός για την απόκτηση των ελάχιστων εναπομείναντων θέσεων εργασίας έχει οξυνθεί. Αυτό έχει οδηγήσει σε μία πρωτοφανή κρίση ψυχικής υγείας των νέων επιστημόνων, που συχνά ακολουθεί περιστατικά εκφοβισμού [1]. Αυτό σημαίνει ότι πολλοί νέοι επιστήμονες είναι υποχρεωμένοι να προσπαθούν να αντεπεξέλθουν στην πίεση των δημοσιεύσεων υπό καθεστώτα εκφοβισμού. Η κρίση επηρεάζει δυσανάλογα τις γυναίκες ακαδημαϊκούς, μιας και καλούνται ταυτόχρονα να αντιμετωπίσουν ως επί το πλείστον ανδροκρατούμενα περιβάλλοντα στα οποία πρέπει να δουλέψουν πολύ πιο σκληρά για να επιτύχουν συχνά λιγότερα αποτελέσματα, καθαρά και μόνο λόγω των συστημικών προβλημάτων της ακαδημίας. Συνοψίζοντας όσα έγραψα μέχρι στιγμής, διεθνώς εκπαιδευμένοι και υψηλά ειδικευμένοι ακαδημαϊκοί για πρώτη φορά ιστορικά βλέπουν πώς όσα μας είπαν να κάνουμε δεν αποδίδουν καρπούς. Μας μίλησαν για κινητικότητα, το κάναμε, και είδαμε πως δεν αρκεί. Μας μίλησαν για σπουδές σε παγκοσμίου κύρους ιδρύματα, το κάναμε, και είδαμε πως δεν αρκεί. Μας έμαθαν να θυσιάζουμε τον προσωπικό μας χρόνο και ανέσεις για να δουλεύουμε υπερωρίες με μία αόρατη υπόσχεση ότι η σκληρή δουλειά θα ξεπληρωθεί στο μέλλον, και είδαμε πως δεν αρκεί. Μας είπαν να μεταναστεύσουμε, και είδαμε πως δεν αρκεί. Μας είπαν να γίνουμε ευέλικτοι και να μάθουμε κι άλλα “marketable skills” μετά από 10ετείς σπουδές στο δικό μας και είδαμε πως δεν αρκεί, μιας και συνάδελφοί μας απολύονται σωρηδόν στον ιδιωτικό τομέα με τα λεγόμενα redundancies. Γίναμε δηλαδή μέτοικοι [2] χωρίς εγγύηση επιστροφής, έλεγχο επάνω στη ζωή μας και χωρίς πλήρη δικαιώματα στους τόπους που ζούμε, μιας και μεταναστεύουμε συνεχώς.  Πάλεψα αρκετούς μήνες πρώτον για να συμφιλιωθώ με το γεγονός ότι πρέπει να αναθεωρήσω όλα τα παραπάνω που ένα χρόνο πριν θεωρούσα θέσφατα, και δεύτερον για να δω πώς πρέπει να προχωρήσω. Η αποδοχή ήταν το δυσκολότερο μέρος του διπτύχου, μιας και η εργασία σε επισφαλείς συνθήκες χωρίς εγγύηση εξόδου από το τούνελ ανεξάρτητα από τις υπερωρίες, δημιουργεί και τρέφει συνειδήσεις που καθορίζονται και αποφασίζουν με βάση το φόβο [3]. Τότε συνειδητοποίησα πώς το μόνο αντίδοτο στο φόβο είναι η γνώση και η κατανόηση, και ξεκίνησα να επιχειρώ να συνθέσω το παζλ που οδηγεί σε μια ζωή που μετά από τόση πίεση να προσαρμοστώ σε νέα περιβάλλοντα χωρίς εχέγγυα και παρά τις δεξιότητες μου, εξακολουθεί να μη μου προσφέρει καμία ασφάλεια. Αυτό το συναίσθημα που στην αρχή ήταν απόγνωση και φόβος, έμελλε να μετουσιωθεί σε κατευθυμένη οργή. Για τους συναδέλφους μου, διεθνώς και ανεξαρτήτως πολιτικής κατεύθυνσης, είναι πλέον κοινό μυστικό ότι προσπαθούμε να επιπλεύσουμε σε έναν ωκεανό μειούμενων ερευνητικών κονδυλίων. Γιατί μειώνονται τα κονδύλια; Γιατί απαιτούνται για την κάλυψη άλλων αναγκών. Εάν κοιτάξει κανείς την κατανομή των κονδυλίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα διαπιστώσει πλέον ότι κονδύλια ανακατευθύνονται από τα διάφορα θεματικά πεδία (υγεία, κοινωνία, ασφάλεια, βιομηχανία, ενέργεια, περιβάλλον, οικονομικοί πόροι) και τη φοιτητική κινητικότητα στην πολεμική έρευνα [4][5][6][7]. Παρακολουθώντας τις τάσεις των πολεμικών εξόδων ανά χώρα και έτος στη βάση SIPRI [8], τέτοια τάση δεν ήταν ορατή. Ποια είναι λοιπόν η αλήθεια πίσω από τις πολεμικές προετοιμασίες, τι περιλαμβάνεται σε κάθε προϋπολογισμό και γιατί η κατεύθυνση κονδυλίων στη βιομηχανία του πολέμου δεν αντανακλάται αυστηρά στα νούμερα των στρατιωτικών εξόδων; Η απάντηση είναι πολυσχιδής. Ο πόλεμος πλέον δε γίνεται απαραίτητα στο πεδίο της μάχης και δεν περατώνεται μόνο με πολεμικό εξοπλισμό. Στην ψηφιοποιημένη κοινωνία που ζούμε, παράλληλα με τις βόμβες και τα άρματα μάχης, ενδεικτικά ερευνώνται οι κυβερνοεπιθέσεις [9], η τεχνητή νοημοσύνη [10], δορυφορική τεχνολογία, ενεργειακοί πόροι, αποθέματα, βιολογικά και χημικά όπλα, ψυχολογικές τακτικές [11] και μεταφορές. Η πραγματικότητα της προετοιμασίας για τον πόλεμο λοιπόν είναι πολυδιάστατη, αλλά σίγουρα αντανακλάται στην εργασιακή καθημερινότητα των ακαδημαϊκών. Δύο ήταν οι ρητορικές που καθόρισαν την αντίληψή μου για τον ακαδημαϊκό κόσμο. Πρώτον, ότι η αριστεία έρχεται ως αποτέλεσμα σκληρής προσπάθειας και εγγυάται ασφάλεια. Δεύτερον, ότι ακόμη και σε επισφαλείς συνθήκες θα πρέπει να είμαστε ευγνώμονες που έχουμε έστω και συμβόλαια ορισμένου χρόνου. Εφόσον πλέον έχω αντικρίσει την πραγματικότητα των ακαδημαϊκών θέσεων εργασίας του 2024, στα μέσα χρονικά αυτού που αναμέναμε να είναι το μεγαλύτερο πακέτο επενδύσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην έρευνα, διαπιστώνω τα εξής. Η αριστεία με τη συμβατική έννοια μπορεί να επιτευχθεί ή μη, ανάλογα με τις συνθήκες από τις οποίες ξεκινάει ο κάθε επιστήμονας. Δε νοείται, ωστόσο, να αποτελεί κριτήριο για την εύρεση ή μη μόνιμης θέσης εργασίας, για τον απλούστατο λόγο ότι όλοι οι κάτοχοι έγκυρων διδακτορικών τίτλων σπουδών, μετά από 10 έτη υψηλής ειδίκευσης (αυστηρά στα 27-28 έτη) οφείλουν να αποκαθίστανται επαγγελματικά. Δεύτερον, μιας και το δικαίωμα στην εργασία είναι πανανθρώπινο, δε νοείται να μην μπορούν διεθνείς οργανισμοί που χρηματοδοτούν την έρευνα να μας εξασφαλίσουν στην τέταρτη δεκαετία της ζωής μας, μετά την επίτευξη του υψηλότερου επιπέδου εκπαίδευσης, τη σταθερότητα. Αναρωτιέμαι πώς αναγιγνώσκεται η υπογεννητικότητα στα πλαίσια της εργασιακής ανασφάλειας. Είναι φυσικά επόμενο να συμβαίνουν όλα αυτά όσο οι κάτοχοι διδακτορικών τίτλων σπουδών πληθαίνουν δυσανάλογα με τις πραγματικές απαιτήσεις της οικονομίας. Και πώς να μην υφίσταται η δυσαναλογία όταν ο τρόπος με τον οποίο κατανέμονται τα λιγοστά κονδύλια και προκηρύσσονται θέσεις υποψήφιων διδακτόρων και postdoc είναι παντελώς άναρχος, χωρίς κανένα κεντρικό σχεδιασμό της ερευνητικής κατεύθυνσης, ο οποίος μόνο στα χαρτιά θέλουν να μας πείσουν ότι υπάρχει. Είναι εφικτός ο βιοπορισμός για τους ακαδημαϊκούς; Προ της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 2008 που ακόμη δε φαίνεται να πνέει τα λοίσθια και μάλιστα οξύνθηκε από τον κορονοϊό, οι ακαδημαϊκοί μας μέντορες φαίνονταν αισιόδοξοι. Τώρα που ήρθε η σειρά μας να αναλάβουμε ερευνητικά ηνία, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την απεχθή πραγματικότητα της προετοιμασίας για έναν επικείμενο πόλεμο.  Κοντολογίς, όσα μάθαμε ήταν λάθος. Καλούμαστε τώρα να χαράξουμε τη δική μας πορεία εν τη κινήσει, ονειρευόμενοι ένα πιο δίκαιο αύριο για όλους. Το όνειρο όμως δεν είναι αρκετό. Η διεκδίκηση, η οργάνωση και η πάλη δίπλα σε όλους τους εργαζόμενους είναι το όχημά μας για την απόκτηση όσων μας ανήκουν. Πηγές [1] Webb, N. A., “Well-being in French astrophysics”, in SF2A-2021: Proceedings of the Annual meeting of the French Society of Astronomy and Astrophysics, 2021, pp. 35–40. doi:10.48550/arXiv.2202.01768. [2] The Precariat, The Dangerous New Class, Guy Standing, I.B. Tauris, Covid-19 edition [3] Pedagogy of the Oppressed, Paulo Freire, Modern Classics, Penguin Editions, 2017 [4] https://www.theguardian.com/science/2024/oct/26/uk-scientists-fear-1bn-funding-cut-for-new-research  [5] https://sciencebusiness.net/news/horizon-europe/horizon-europe-budget-be-cut-eu21b-defence-research-gets-eu15b-boost [6] https://efmc.eu/budget-cut-in-horizon-europe/ [7] https://www.euronews.com/my-europe/2024/09/13/erasmus-research-funding-slashed-in-eus-2025-budget-plans [8] https://www.sipri.org/databases/milex [9] https://eucpn.org/service/funding [10] https://gjia.georgetown.edu/2024/07/12/war-artificial-intelligence-and-the-future-of-conflict/ [11] https://en.wikipedia.org/wiki/Ro%27im_Rachok

Hibou

Οι “υπέροχες μέρες” και η γενναιότητα της χαράς

“Υπέροχες Μέρες”, ένα συνονθύλευμα ημερών κι εμπειριών στη ζωή ενός ανθρώπου που επέλεξε να αφεθεί στο ρου των γεγονότων από αφέλεια, οκνηρία ή γενναιότητα; Είναι αυτός ο άνθρωπος μία σκιαγράφηση του καθενός μας, ή πλάστηκε με πολλή παραπάνω δύναμη από αυτή ενός ανθρώπου που χαίρεται με τις μικρές χαρές της ζωής, χωρίς να διεκδικεί να βελτιώσει τη δική του; Χρειάζεται ο θεατής να συντονιστεί με την προσέγγιση του πρωταγωνιστή, και τι έχει να κερδίσει ή να χάσει; Αυτές ήταν λίγες μόνο από τις ερωτήσεις που μου γεννήθηκαν παρακολουθώντας το πιο πρόσφατο δημιούργημα του Wim Wenders ένα κρύο απόγευμα σε μία από τις χώρες στις οποίες οι προϋποθέσεις για διαβίωση κάνουν τα ερωτήματα αυτά όχι μόνο επίκαιρα, αλλά και προσωπική υπόθεση του καθενός που επιδιώκει να περνά υπέροχες μέρες. “Komorebi” ήταν ο αρχικός τίτλος του φιλμ, “η λιακάδα που διαπερνά τα δέντρα” στα Ιαπωνικά, αναφορά στη συνήθεια του πρωταγωνιστή κ. Hirayama να στρέφει το βλέμμα του προς τις φυλλωσιές του πάρκου στο οποίο παίρνει το μεσημεριανό του κάθε μέρα. Ένα πάρκο στο οποίο οι περαστικοί ξαποσταίνουν, μη δίνοντας σημασία στον κ. Hirayama, ενώ αυτός αναγνωρίζει την παρουσία τους με ένα φιλικό χαμόγελο. Και ακόμη και αν είναι η μοναξιά του πρωταγωνιστή που τον ωθεί να ανοίξει την καρδιά του στους περαστικούς, η ίδια μοναξιά δεν τον εξαπατά να ξεπουλήσει όσα είναι σημαντικά για εκείνον προκειμένου να εξασφαλίσει την παρέα ή την αναγνώριση. Ο κ. Hirayama έχει όρια, δεν είναι αφελής. Σίγουρα δεν είναι και οκνηρός, ώστε να έχει παραδοθεί στο ρεύμα της ζωής που τον άγει και το φέρει κατά το δοκούν. Απόδειξη, η επιμελής ρουτίνα καθαριότητάς του και η ανάγκη του να διατηρεί το χώρο του τακτοποιημένο. Θα έλεγε κανείς, τόσο τακτοποιημένο σα να περιμένει νέες ιδέες να γεννηθούν και να το γεμίσουν. Άρα ο πρωταγωνιστής είναι ένας γενναίος που κάνει επιλογές και τις στηρίζει. Διεκδικεί ή όχι τη βελτίωση της ζωής του; Μόνιμα. Διαβάζει βιβλία, προσέχει τον εαυτό του, κοσμεί το χώρο του με ερεθίσματα, είναι φιλότιμος και εργατικός. Θέλει να είναι πρώτα καλά με τον εαυτό του, και προκειμένου να το καταφέρει αυτό, θέτει τα όριά του πριν ανοίξει την καρδιά του ή τις προσδοκίες του στο γύρω κόσμο. Ταυτόχρονα όμως, γνωρίζει και την αξία της ζωής του ως έχει. Χαίρεται με τα βιβλία του ενός ευρώ, όχι γιατί κάποιος άλλος μπορεί να μην τα έχει, αλλά γιατί ο ίδιος μπορεί να τα έχει. Ο Hirayama έχει σχεδιάσει ένα χάρτη για τη ζωή του που περιλαμβάνει ό,τι θα του φέρει ευτυχία, και, σε αντίθεση με πολλούς από εμάς, γνωρίζει τι είναι αυτό, με ή χωρίς την ύπαρξη των άλλων ανθρώπων. Η αυτάρκειά του δεν έγκειται απλά σε μία στωικότητα να υπομένει, αλλά αποτελεί κινητήριο δύναμή του. Ωμά θα ρωτούσε κανείς τι έχει να περιμένει από τη ζωή ένας άνθρωπος μόνος, φτωχός, παραμελημένος από την κοινωνία, χωρίς όσα θεωρούμε παράσημα επιτυχίας στο δυτικό κόσμο. O Hirayama μας απαντά ότι έχουμε να ζήσουμε την ίδια τη ζωή. Παράσημο δεν είναι το κοινωνικό στάτους, η περιουσία, ακόμα και η εκπαίδευση. Είναι ο χαρακτήρας που μας επιτρέπει να ανταποκρινόμαστε στις συνθήκες της ζωής μας με προσαρμοστικότητα, καθώς μαχόμαστε να τις βελτιώσουμε. Πριν παρακολουθήσω την ταινία, θα έλεγα ότι παράσημο είναι η αντοχή στις δυσκολίες. Ωστόσο αυτή κατακτιέται πιο εύκολα και συχνά μας αφήνει μετέωρους απλά να αντέχουμε. Η ταινία με κάλεσε να εξετάσω το ενδεχόμενο η ζωή να είναι κατά μέρος ένας διάδρομος συνθηκών που φαίνονται σκληρές, δίνοντάς μας το περιθώριο ωστόσο – εάν το θελήσουμε – να βρούμε τη χαρά. Και αν δεν τη βρούμε, να τη φτιάξουμε. Η ζωή του Hirayama είναι μία πάλη, όπως και των περισσότερων από εμάς. Ποτέ του όμως δεν αναρωτήθηκε γιατί έτυχαν σε αυτόν οι συγκεκριμένες συνθήκες και πάντα έβγαζε το καλύτερο από κάθε περίσταση, ξεπερνώντας ανθρώπινα όρια πολλές φορές. Και αν κρατώ ένα πράγμα από αυτήν την ταινία, είναι το ότι ο Hirayama δεν πούλησε μία παλιοκασέτα του όσο και αν αυτό θα επέφερε οφέλη που ένας αδύναμος θα ζήλευε.

Aegletes Coelispex

Οι “υπέροχες μέρες” και η υπεροχή των μεγάλων μεγεθών

Με ποια υλικά φτιάχνεται μια ζωή; Τι ρόλο παίζει η ωριμότητα, οι εμπειρίες, οι αναμνήσεις, τα ερεθίσματα για να χτίσει κανείς έναν κόσμο μέσα στον οποίο θα περάσει τα χρόνια που του δίνονται; Πώς γίνεται η επιλογή εκείνου που αξίζει μέσα από τις άπειρες πιθανότητες των εμπειριών; Μέχρι πού φτάνει ο φόβος και η ανασφάλεια για την όποια ματαίωση μίας πιθανότητας, που ισοδυναμεί με την εκπλήρωση μιας άλλης; Αυτό είναι μόνο ένα γενικό περίγραμμα της θεματολογίας που ανοίγει για περίπου 2 ώρες η κινηματογράφηση μιας πιθανοκρατικής ρουτίνας, στις "Υπέροχες Μέρες" του Wim Wenders. Ο δημιουργός φτιάχνει έναν κόσμο για να μας μιλήσει, έναν κόσμο κι έναν χαρακτήρα πολύ εύκολο να τους καταλάβουμε, ώστε να μη μπερδευτούμε στα μικρά νοήματα και να επικεντρωθούμε στα μεγάλα μεγέθη. Όσο αφορά τον κόσμο, επιλέγει την κλασική αρμονία, χωρίς όμως να τη γδύνει από τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης ζωής μας, καταπέφτοντας σε νατουραλιστικά αισθητικά ευφυολογήματα. Πηγαίνει στο Τόκιο, την καρδιά της κλασικής αρμονίας, που βρίσκεται μέσα στη ρευστή μεγαλούπολη, την πιο τιτάνια αυτού του πλανήτη. Βάζει ένα λόγο διαστάσεων 1.37:1 για να δείξει την αρμονία κατά μήκος και των 2 διαστάσεων την προβολής, επιλέγει χώρους που επιτρέπουν το χώρισμα της εικόνας με απόλυτα αρμονικό τρόπο, για να εστιάσει στο περιεχόμενο που με αυτό τον τρόπο έρχεται πιο μπροστά και κοντά στον θεατή. Μέσα σ'αυτό τον αρμονικό και απαραίτητα απλό κόσμο υπάρχει ο αντίστοιχα απλός πρωταγωνιστής. Προκειμένου να σβήσει τα μη απαραίτητα ο δημιουργός καταφεύγει σε μια αιώνια τεχνική της λογοτεχνικής αφήγησης. Ο ήρωας είναι ένας "κανένας", ένας άνθρωπος αόρατος στην υπόλοιπη κοινωνία, που ακόμα και η συμβολή του σ'αυτή δε γίνεται αντιληπτή, ζει και προσφέρει σ'αυτήν με έναν τρόπο που θεωρείται μηχανικός. Δεν είναι η πρώτη φορά που ένα δημιουργός καταφεύγει στη λύση αυτής της λύτρωσης για να εστιάσει εκεί που θέλει. Η δημιουργία του "κανένα" είτε ως λύτρωση, είτε ως σωτηρία, είναι γνωστή από τα ομηρικά έπη, όμως είναι ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται σε λαϊκούς θρύλους, θρησκευτικές ιστορίες και φυσικά σύγχρονα μεγαλουργήματα. Υπάρχει λόγος να σταθεί κανείς στην επιλογή του "κανένα", γιατί είναι εύκολο να αποτελέσει αιτία κριτικής της παρουσίασης του θέματος. Αν εξετάσει κανείς κάπως επιδερμικά την αφήγηση της προσωπικής ιστορίας ενός φτωχού ανθρώπου, μπορεί να φτάσει στο βεβιασμένο συμπέρασμα ότι επιχειρείται μια ρομαντικοποίηση της φτώχειας, αποδοχή της εκμετάλλευσης του ανθρώπου ως εργαλείου στην παραγωγική διαδικασία μιας καπιταλιστικής υπερδύναμης, που ζει μέσα στο αντίστοιχο κοινωνικό εποικοδόμημα. Ωστόσο, ο δημιουργός (σκηνοθέτης μαζί με τον συν-σεναριογράφο) επιλέγει να μας δείξει ότι δεν ασχολείται με το πώς βρέθηκε εκεί ο κεντρικός ήρωας, παρά να δείξει ότι είναι κομμάτι των επιλογών του να ζει σ'αυτόν τον κόσμο που ο ίδιος έφτιαξε, ως μια πιθανότητα, την οποία δεν είναι απαραίτητο ούτε να αποθεώσει, ούτε να κρίνει κανείς. Είναι απλά μια πιθανότητα, δεν είναι το μεγάλο μέγεθος. Το γεγονός ότι μέσα στην ταινία αναλαμβάνει σε σωστό σημείο να δώσει μια ματιά σε αυτή την προσέγγιση, κλείνοντας τη συγκεκριμένη "τρύπα" που μπορεί να αποπροσανατολίσει, αποτελεί στοιχείο αρτιότητας. Το άλλο μεγάλο στοιχείο της αφήγησης και της σκηνοθετικής ματιάς είναι η αντίθεση ανάμεσα στην αρμονία του κλασικού και τη ρευστότητα του επιφανειακού και οπορτουνιστικού κόσμου. Ο τρόπος που προσφέρεται μέσα από τους χαρακτήρες μπορεί να εννοηθεί εύκολα ως μια αντίθεση γενεών, που χρησιμεύει ασφαλώς, επειδή απαντάει σε ένα από τα διαχρονικά κίβδηλα ιδεολογήματα της ανωτερότητας της νέας γενιάς σε σχέση με τις παραδοσιακότερες προηγούμενες, αλλά αν ακούσει κανείς το δημιουργό τότε καταλαβαίνει ότι δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Η αντίθεση ανάμεσα στον μεγαλύτερο σε ηλικία πρωταγωνιστή και τον συνάδελφό του, δεν είναι μόνο αντίθεση γενεών. Σίγουρα η απουσία της εμπειρίας στον δεύτερο βοηθάει στο να χάνει τον έλεγχο, να θεωρεί μια στιγμιαία ευκαιρία το γεγονός που θα αλλάξει τη ζωή του, σε μια ντετερμινιστική ανάγνωση της διαδικασίας διαβίωσης. Σίγουρα η ίδια απουσία εμπειρίας οδηγεί στην υποτίμηση της αξίας υλικών αγαθών και της ανταλλαγής τους με ένα και μόνο, το χρήμα, το οποίο αποθεώνει ως ρυθμιστή όλων των σχέσεων. Όμως η αφήγηση δίνει απάντηση και σε αυτή την επιφανειακή ανάγνωση της αντίθεσης. Δεν είναι αντίθεση μεταξύ γενεών, αλλά αντίθεση μεταξύ κόσμων. Σε κάποιο σημείο, σε μία ποδηλατάδα με την ανιψιά του, ο πρωταγωνιστής της εξηγεί ότι υπάρχουν πολλοί κόσμοι που υπάρχουν παράλληλα και πολλοί κόσμοι δε συναντιούνται ποτέ, σε μια στιγμή που η σύνδεση με τη νεότερη γενιά είναι πολύ πιο βαθιά από αυτή που έχει με τη γενιά του, την αδερφή του, που τράβηξε το δρόμο της για να φτιάξει και να ζήσει σε έναν άλλο κόσμο που δε συναντιέται με τον δικό του. Η ανιψιά του πρωταγωνιστή δεν αντάλλαζε τις εμπειρίες της με τα χρήματα, μπορούσε να βγάλει την ίδια φωτογραφία και με το προϊόν της σύγχρονης τεχνολογίας (το smartphone) αλλά και τη φωτογραφική μηχανή με το φιλμ, διάβαζε τις ίδιες ιστορίες στα λογοτεχνικά διέξοδα του θείου της και ταυτιζόταν με τους δικούς του ήρωες, αντιμετωπίζοντας με αυτό, τον δικό της τρόπο τον φόβο και το άγχος που δημιουργεί η απουσία της εμπειρίας. Ωστόσο, η αντίθεση της κλασικής αρμονίας, που μπορεί και υπερέχει των πιθανοτήτων, σε σχέση με την ακατάσχετη ρευστότητα που αναγκάζεται να στραφεί σε έναν οπορτουνιστικό και συνεπώς κίβδηλο ντετερμινισμό είναι το κεντρικό θέμα της ταινίας. Σε πρώτο πλάνο την αφήγηση βοηθάει το πιο prêt a porter είδος τέχνης, η μουσική - και συγκεκριμένα το pop στερέωμα. Τι είναι αυτό που ορίζει το κλασικό; Στις μέρες μας και στην καθημερινή ζωή πολλοί απαντούν - όχι λανθασμένα - ότι είναι αυτό που αντέχει στο χρόνο. Αλλά αυτό που ορίζεται ως κλασικό στην τέχνη είναι αυτό που περιέχει την αρμονία, εκεί που όλα τα κομμάτια παίρνουν τη θέση τους με τρόπο που φαίνεται "φυσικός" για να συνθέσουν το προϊόν της καλλιτεχνικής έκφρασης. Αυτή την κλασική αρμονία βρίσκει ο πρωταγωνιστής στη μουσική που ενέπνευσε τη γενιά του. Όχι της γενιάς του, έγινε από μια προηγούμενη γενιά, για να εμπνεύσει τη γενιά του. Η Patty Smith, η Nina Simone, ο Lou Reed, οι Rolling Stones, οι Animals είναι τα υλικά με τα οποία εμπνεύστηκε και διαμορφώθηκε στην εφηβεία, στο πλάσιμό της, η γενιά του πρωταγωνιστή. Αυτά τα κλασικά υλικά είναι ικανά να εμπνεύσουν πάντα, μέχρι και να γκρεμίσουν τον κόσμο της ρευστής βεβαιότητας της νεότερης γενιάς που ξαφνικά ανακαλύπτει το κενό της μέσα από την ανακάλυψη του μεγάλο μεγέθους. Αυτή η ανάδειξη της κλασικής αρμονίας, που φαίνεται μέσα από την κινηματογράφηση οπτικά και την επιλογή της μουσικής ακουστικά στην ταινία, δεν είναι η αποθέωση του παλιού. Κάθε γενιά έχει τα δικά της υλικά. Η δική μου γενιά, οι millennials, αν βάλουμε να ακούσουμε το κλασικό ροκ της δεκαετίας του 90 και των αλλαγών του αιώνα, σήμερα θα καταλάβουμε τα ίδια πράγματα, με τον απόλυτα αρμονικό ρυθμό των 4/4, με τη μελωδική γραμμή που είναι εισαγωγή, βαρυτονία, γέφυρα και συνοδεία του ρεφρέν. Ό,τι είναι οι παραπάνω για τον πρωταγωνιστή μιας ταινίας μπορούν κάλλιστα να γίνουν οι κασέτες με Nirvana, R.E.M., Red Hot Chili Peppers, Cranberries, ...και βάλτε ό,τι άλλο θέλετε. Είναι το κλασικό αποτύπωμα της κάθε εποχής που αποτελεί ένα μεγάλο μέγεθος. Αυτό είναι ένα απαραίτητο επίπεδο που χρειάζεται να αντιληφθεί κανείς κατά τη θέαση ώστε να περπατήσει μαζί με το δημιουργό στο κεντρικό ερώτημα: με ποια υλικά φτιάχνεται μια ζωή; πού βρίσκονται τα μεγάλα μεγέθη; Στην ταινία αυτά είναι αναγκαίο να απομονωθούν σε λογοτεχνικά βιβλία του ενός δολαρίου και κασέτες προσεχτικά στοιβαγμένες σε μια υλική playlist που προσπαθεί να μιμηθεί η σύγχρονη τεχνολογία. Όμως στην καθημερινή ζωή το ερώτημα είναι αν με οποιονδήποτε τρόπο το περιεχόμενο της διαβίωσης έχει αυτό το μεγάλο μέγεθος που οδηγεί στο συναίσθημα, στο γέλιο απέναντι στη ζωή, εκείνου που γνωρίζει πως να περάσει μέσα σ'αυτή και πώς να την αντιμετωπίσει, εκείνου που ακόμα και το τέλος της, το μεγαλύτερο φιλοσοφικό αδιέξοδο της ανθρωπότητας, είναι πηγή για να πάρει αποφάσεις και όχι για να κρυφτεί πίσω από τη δυσκολία του άγνωστου αποτελέσματος της μοναδικής γνωστής πιθανότητας. Η ζωή πλάθει τα όνειρα και οι εμπειρίες διαμορφώνουν τη συνέχεια αυτής της έμπνευσης. Η εργασία μπορεί να αλλοτριώσει και να πάρει πίσω την έμπνευση, την επαφή με τα μεγάλα μεγέθη, την ίδια την ουσία της ζωής. Για το λόγο αυτό, όταν ο χρόνος δε φτάνει για τη λογοτεχνία, για τη φωτογράφηση, ο πρωταγωνιστής πρέπει να αντιδράσει, ώστε να μην περάσει ακόμα μια μέρα με θολά τα όνειρά του. Αυτή είναι όλη του η περιουσία, μια περιουσία που λείπει όμως από πολλούς άλλους, που χάνονται μέσα στη ρευστότητα της αναζήτησης μιας ευκαιρίας για είσοδο σε έναν κόσμο που δε γνώρισαν και δε θα γνωρίσουν μάλλον ποτέ. Η ζωή είναι να παρατηρείς τον κόσμο των άλλων όταν έρχεται σε επαφή με τον κόσμο τον δικό σου και να μπορείς να κάνεις κάθε κομμάτι του κόσμου σου να έχει μια αξία που φτιάχνει το επόμενο κομμάτι του. Αυτή είναι η απάντηση στο υπαρξιακό δίλημμα που ίσως χρειάζεται κανείς να γίνει "κανένας" για να βρει την αιτία ύπαρξης όλων των πραγμάτων γύρω του, που στην πραγματικότητα συνθέτουν τη δική του αιτία ύπαρξης και τον οδηγούν στο να είναι κάποιος.

ΑΠΟΨΗ