- - - Χρόνος ανάγνωσης: 2 λεπτά - - -

Πρόσφατα ακούσαμε ότι – με ακαθόριστη προς το παρόν ισχύ – οι υποψήφιοι για πρόσληψη στο δημόσιο που είναι κάτοχοι πρώτου πτυχίου ή μεταπτυχιακού δεν θα μοριοδοτούνται επιπλέον σε σχέση με τους υπόλοιπους υποψήφιους σε διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ. Αντίθετα, θα διεξάγονται εξετάσεις – ίδιες για όλους – για κάθε κύκλο προσλήψεων, με το επιχείρημα ότι, με αυτόν τον τρόπο, θα υπάρχει διαρκής αξιολόγηση των γνωστικών δεξιοτήτων των υποψηφίων. Οι εξετάσεις αυτές θα είναι σε μορφή Πανελληνίων και θα συνοδεύονται από τεστ προσωπικότητας. Θα υπάρχει τράπεζα θεμάτων και οι ερωτήσεις θα είναι τυχαία επιλεγμένες για τον κάθε συμμετέχοντα.

Παρ’ όλο που η υπόθεση έχει κενά παντού, θα ήθελα πρώτα να μιλήσω για το επιχείρημα της “διαρκούς αξιολόγησης”, που, πολύ αναμενόμενα, τέθηκε στα πλαίσια της “αριστείας”. Το κίνητρο για το όλο εγχείρημα, όπως τοποθετήθηκε, οδηγεί σε ένα δίλημμα το οποίο στην πραγματικότητα δεν υφίσταται. Αυτό σημαίνει ότι κανένας δεν εμποδίζει τη διαρκή αξιολόγηση δημόσιων υπαλλήλων οι οποίοι μοριοδοτήθηκαν με βάση την κατοχή τίτλων σπουδών και προσλήφθησαν με βάση τη μοριοδότηση αυτή και τις εισαγωγικές εξετάσεις του ΑΣΕΠ. Από τη στιγμή της πρόσληψης και έπειτα, εάν το κράτος ανησυχεί για ενδεχόμενη μείωση της παραγωγικότητάς τους ή εφησυχασμό και αποστασιοποίηση από τη “δια βίου μάθηση” που θέλει να επιτύχει, μπορεί κάλλιστα να επαναλαμβάνει εξετάσεις που πιστοποιούν τη συντήρηση του γνωστικού επιπέδου ή οδηγούν σε διατήρηση της θέσης. Γιατί το ψεύτικο δίλημμα είναι όμως κακό; Για το λόγο ότι χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει την αντικατάσταση μία διαδικασίας – που, με τα στραβά της, ήταν η καθιερωμένη – με μία χειρότερη.

Εντύπωση έκανε το γεγονός ότι η είδηση αυτή ήρθε σαν “κεραυνός εν αιθρία”, εν ολίγοις, νύχτα αποφασίζουμε, το πρωί ανακοινώνουμε, χωρίς κανένα περιθώριο διαβουλεύσεων για τα αρμόδια σωματεία ή τους άμεσα ενδιαφερόμενους. Οι ταχύτατες αυτές διαδικασίες λογικά γεννούν διάφορα ερωτήματα όπως: Θα υπάρξουν αργότερα μήπως επιπλέον κριτήρια που θα ευνοήσουν ορισμένους και θα ανακοινωθούν και αυτά εν μία νυκτί; Ποιος εγγυάται τη διαφάνεια της διαδικασίας; Ποιος εγγυάται το γεγονός ότι το περιεχόμενο των εξετάσεων θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες της θέσης (ας μην ξεχνάμε τα πρόσφατα σκόιλ ελικικού); Πόσο ακόμα μέχρι να ξεπηδήσουν φροντιστήρια για τις εξετάσεις; Τι κινδύνοι αθέμιτων διακρίσεων ελοχεύουν στην τελευταία περίπτωση;

Και δύο τελευταίοι προβληματισμοί: Τα πτυχία των υποψηφίων στην πλειοψηφία τους προέρχονται από δημόσια ιδρύματα. Δεν είναι λοιπόν λιγάκι αντιφατικό να αφαιρείται η ισχύς μίας δημόσιας πιστοποίησης για τη διεκδίκηση μίας θέσης στο δημόσιο τομέα; Γιατί αφαιρείται και τι σημαίνει αυτό για τους απόφοιτους που δε θα απορροφηθούν από τον ιδιωτικό τομέα, ειδικά σε συνδυασμό με τις πρόσφατες συζητήσεις στη Βουλή περί δυσανάλογης μοριοδότησης της εργασιακής εμπειρίας; Παράλληλα, η διεκδίκηση μιας θέσης σε δημόσιο φορέα θα έπρεπε να είναι εφικτή για όλους. Εξ’ ορισμού. Κοινώς, όποιος διαθέτει είτε την οικονομική επιφάνεια να παρακολουθήσει φροντιστήρια – που πολύ σύντομα θα έρθουν φανερά ή κρυφά υπό τις συνθήκες που θα τεθούν σε ισχύ –, θα αποκτά μοριοδοτικό προβάδισμα. Αλλά ίσως αυτά είναι ψιλά γράμματα, τη στιγμή που οι νέοι απόφοιτοι των ελληνικών Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων καλούνται κατάφωρα να ανταγωνιστούν την αναξιοκρατία.