- - - Χρόνος ανάγνωσης: 7 λεπτά - - -

Το ημερολόγιο γράφει 2020. Μια μεγάλη πανδημία έχει αγγίξει ολόκληρο τον πλανήτη, αλλάζοντας τις συνθήκες ζωής και εργασίας δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Το “όνειρο” της τηλεπικοινωνίας έχει αρχίσει πια να αντικαθιστά σε βαθμό πάνω από τις δυνατότητες πολλών την κατά πρόσωπο ανθρώπινη επαφή. Διαδικασίες που παραδοσιακά λάμβαναν χώρα με τη φυσική παρουσία ανθρώπων στο ίδιο μέρος, πλέον γίνονται με τα ίδια πρόσωπα να έρχονται μόνο εικονικά κοντά, με το πάτημα ενός κουμπιού. Ωστόσο, αυτό δεν είναι το μόνο πράγμα που έχει αλλάξει στον κόσμο και υπεύθυνη δεν είναι η πανδημία.

Το ημερολόγιο γράφει 2020. Πριν από 15 χρόνια, η δυνατότητα να διατηρεί κανείς ένα τόπο που καταγράφει προσωπικές απόψεις δημοσιευμένες στο διαδίκτυο αποτελούσε πραγματική καινοτομία. Ο προσωπικός κύκλος του καθενός μπορούσε να μεταμορφωθεί αίφνης και η φωνή μας να αποκτήσει ένα μεγάφωνο. Πριν από 10 χρόνια, η δυνατότητα να εκφράζεται κανείς μέσα από τη δημοσιοποίηση ολοκληρωμένων ιδεών είχε ήδη αντικατασταθεί από τη δυνατότητα να εκφράζεται μέσα από τη δημοσιοποίηση 2-3 γραμμών ή ακόμα και λέξεων, σχολιασμού παντός επιστητού. Πριν από 5 χρόνια, η αναγκαιότητα της ύπαρξης στα πλαίσια αυτής της παράξενης διαδικτυακής επικοινωνίας άρχισε να ταυτίζεται με τη δυνατότητα οποιασδήποτε ικανότητας ανταλλαγής απόψεων. Σήμερα, ό,τι δε λέγεται στο διαδίκτυο είναι σαν να μην υπάρχει. Η κοινωνία γεννάται στην εικονική πραγματικότητα, τα φαινόμενα χτίζονται εκεί και στη συνέχεια περνούν στη λεγόμενη “πραγματική ζωή”.

Η διαδικτυακή ζωή πρόδρομος της πραγματικότητας

Αν και το ημερολόγιο γράφει 2020, όσο αφορά τη “μετάλλαξη” της ανθρώπινης επικοινωνίας, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά ένα μαζικότερο επίπεδο, πολλοί άνθρωποι, ακόμα και millennials, δυσκολεύονται να κατανοήσουν και να αποδεχτούν αυτή την αλλαγή. Αυτή ακριβώς η υποτίμηση της διαδικτυακής κουβέντας οδηγεί πολλές φορές στην παρουσίαση χρυσών ευκαιριών μαζικής χειραγώγησης, όπως πολλάκις έχει συμβεί τα τελευταία χρονια, ιδιαίτερα μπροστά σε σημαντικά πολιτικά γεγονότα. Ο κόσμος που θεωρεί τη διαδικτυακή κουβέντα ως υποδεέστερη της “πραγματικής”, πολλές φορές αρνείται να δεχθεί το δημιουργούμενο κλίμα ως πραγματικό, με την εμπειρία ωστόσο να δείχνει μια εκπληκτική αποτελεσματικότητα όλων των προσπαθειών ελέγχου της κοινωνικής κουβέντας μέσα από το διαδίκτυο.

Αν και το ημερολόγιο γράφει 2020, η διαδικτυακή επικοινωνία θεωρείται ακόμα από πολλούς ως κάτι δευτερεύον, με αποτέλεσμα η ποιότητά της να κατρακυλάει ανεξέλεγχτα, καθώς πολλοί λίγοι κάνουν σοβαρή προσπάθεια να την ανορθώσουν, τουλάχιστον στα πλαίσια ορισμένων κοινωνικών κύκλων. Αυτό έχει ως άμεσο αποτέλεσμα η ίδια η επικοινωνία των ανθρώπων να έχει ξεπέσει σε δυσθεώρητα χαμηλά επίπεδα, που αν και αρχικά φαίνεται ότι εξελίσσονται κάτω από μια συγκεκριμένη ανωνυμία, πολύ γρήγορα μετατρέπονται σε μόνιμες συμπεριφορές στη λεγόμενη “πραγματική ζωή”.

Επειδή το ημερολόγιο γράφει 2020, ούτε 2010, ούτε φυσικά 2000, είναι ανάγκη να μιλάμε καθαρά για τον τρόπο που επικοινωνούμε στο διαδίκτυο, γιατί σ’αυτή την ημερομηνία και ιδιαίτερα με τις πρωτόγνωρες συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί παγκοσμίως, το μεγαλύτερο κομμάτι της επικοινωνίας μας με τον κόσμο συμβαίνει εκεί, πίσω από μια οθόνη, πάνω από ένα πληκτρολόγιο. Είναι ανάγκη να εξετάσουμε σοβαρά τους όρους με τους οποίους θέλουμε να διεξάγεται η επικοινωνία μας με τους γνωστούς μας, η επικοινωνία μεταξύ αγνώστων, τους τρόπους με τους οποίους η απρόσωπη αλλά αποτελεσματική ανταλλαγή επιθετικότητας θα σταματήσει να κυριαρχεί έναντι της ουσιαστικής ανταλλαγής απόψεων, εμπειριών και προβληματισμών.

Ό,τι δεν υπάρχει στα social media, δεν υπάρχει πουθενά

Για να μιλήσουμε ακόμα πιο καθαρά, το λεγόμενο “διαδίκτυο”, που μοιάζει ίσως ως ένας απέραντος χώρος πληροφοριών, πλέον έχει μετατραπεί σε μία αστείρευτη πηγή των καλύτερων και χειρότερων ουσιών που υπάρχουν στην κοινωνία, περνώντας μέσα από ένα φίλτρο: τα κοινωνικά δίκτυα. Ας σκεφτεί κανείς, πόσες φορές την τελευταία εβδομάδα, τον τελευταίο μήνα, ή τον τελευταίο χρόνο, άνοιξε το παράθυρο ενός περιηγητή για να πληκτρολογήσει τη διεύθυνση μιας ιστοσελίδας; Όλη η πληροφορία που έρχεται στον καθένα από εμάς, ή τουλάχιστον το μεγαλύτερο ποσοστό αυτής, έχει περάσει μέσα από ένα “φίλτρο” που λέγεται Facebook, Twitter, Tumblr, ReadIt, Instagram, LinkedIn ή όποιο άλλο μέσο έχει τη δυνατότητα να αναδημοσιεύει (και στην πραγματικότητα να πρωτοδημοσιεύει) υλικό που είναι αναρτημένο σε κάποιο διαδικτυακό χώρο.

Τα μεγαλύτερα μέσα ενημέρωσης παγκοσμίως, που πριν από μερικές δεκαετίες αποτελούσαν σε μια έντυπη μορφή ένα απαραίτητο στοιχείο για να ξεκινήσει κανείς την κοινωνική του ζωή καθημερινά, προφανώς με το αντίστοιχο αντίτιμο, πασχίζουν σήμερα να φτάσουν σε περισσότερο κόσμο στη διαδικτυακή τους μορφή, ακόμα κι αν μεγάλο μέρος του περιεχομένου τους προσφέρεται δωρεάν. Μεγάλοι μιντιακοί μηχανισμοί ξοδεύουν αφειδώς χρήματα σε λεγόμενες “διαφημίσεις” που δεν αποτελούν τίποτα παραπάνω από την εμφάνιση του “προϊόντος” τους (στην πραγματικότητα της μαζικής επικοινωνίας) σε πιθανούς αγοραστές που δε θα πληρώσουν κάποιο αντίτιμο, αλλά θα έχουν τη δυνατότητα να έρθουν σε επαφή με το συγκεκριμένο μέσο.

Σήμερα, ό,τι δεν υπάρχει στα κοινωνικά δίκτυα, δεν υπάρχει στο διαδίκτυο και όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, ό,τι δεν υπάρχει στο διαδίκτυο, δεν υπάρχει στην πραγματική ζωή. Μέσα σε λίγες δεκαετίες και υπό την αφέλεια του γενικού πληθυσμού που πάντα αντιμετωπίζει με μεγαλύτερη χλεύη απ’όσο πρέπει την παντοδυναμία της τεχνολογίας, θεωρώντας εαυτόν αδιάφορο, το παιχνίδι έχει διαμορφωθεί με πολύ ενδιαφέροντες ως επικίνδυνους όρους. Μερικές μεγάλες πολυεθνικές έχουν ουσιαστικά αποκτήσει το δικαίωμα να διαχειρίζονται αυτού του είδους τα “φίλτρα” για το τι υπάρχει και τι δεν υπάρχει στην κοινωνία. Κι αν πριν από 2 δεκαετίες ήταν αρκετό να δώσεις σε κάποιον ένα κομμάτι τυπωμένο χαρτί, σήμερα αν δε βρεις τον τρόπο να αποσπάσεις το χρόνο του για λιγότερο από ένα λεπτό τη στιγμή που χάνεται μέσα στις άπειρες και ασύνδετες πληροφορίες, δεν πρόκειται ποτέ να επικοινωνήσεις μαζί του.

Η ποιότητα της ζωής μας μέσα από την ποιότητα του διαδικτύου

Πόσο έχει αλλάξει την ποιότητα της πραγματικής ζωής, όμως, αυτή η αλλαγή; Οι απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα μπορεί να ποικίλλουν, αλλά η παράθεση μερικών στοιχείων ίσως είναι σημαντική, είτε για την εξαγωγή ενός συμπεράσματος, είτε για προβληματισμό.

Αρχικά, η κυρίως ηπείν μαζική επικοινωνία, αυτή που γίνεται από τα Μέσα Ενημέρωσης, έχει αλλάξει εντελώς χαρακτήρα. Σε προηγούμενες δεκαετίες ένα άρθρο για παράδειγμα, που αφορούσε ένα σημαντικό θέμα της επικαιρότητας, περιείχε μερικές χιλιάδες λέξεις με την περιγραφή των γεγονότων, τη σύνδεση μεταξύ των εμπλεκόμενων προσώπων, την ανάλυση των διάφορων σχέσεων, στρατηγικών, συμφερόντων γύρω από τη βασική ιστορία και τέλος συνήθως κάποιο σχόλιο είτε με τη μορφή γνώμης, είτε με τη μορφή ερωτημάτων για την έκβαση της ιστορίας, εκ μέρους του γράφοντα. Σήμερα, τα περισσότερα Μέσα Ενημέρωσης φροντίζουν να μη γράφουν περισσότερες από μερικές εκατοντάδες λέξεις, όπου αναφέρεται μόνο η βασική πληροφορία, αυτή που κάποιος μπορεί να συλλέξει και να κατανοήσει με μισό βλέμμα, διαβάζοντας τη την ώρα που περιμένει να γίνει ο καφές του, όρθιος μέσα σε κάποιο μέσο μεταφοράς, στην ουρά κάποιας υπηρεσίας ή ακόμα και σε μια στιγμή ηρεμίας στο διάμεσο μιας συζήτησης στην “πραγματική” ζωή. Η ανάλυση, η σκέψη, έχει δώσει τη θέση της σε βομβαρδισμό πληροφοριών και η ανάπτυξη μιας θέσης στην παραγωγή ατακαδόρικων σχολιασμών που φιλοδοξούν να γίνουν η “κουλ φράση της ημέρας” στις συζητήσεις μεταξύ των ανθρώπων.

Κι αν η ποιότητα των μεγάλων μέσων ενημέρωσης αναγκάζεται να κάνει bungee jumping προκειμένου να συναντήσει τη στιγμή του πνευματικού μας ναδίρ, η ποιότητα της επικοινωνίας μεταξύ των μεμονωμένων προσώπων είναι που έχει κάνει μια βουτιά στα έγκατα της πνευματικής υποστάθμης. Αντιγράφοντας ουσιαστικά το μοτίβο επικοινωνίας των μεγάλων παιχτών του διαδικτυακού χώρου και αναζητώντας την επιβεβαίωση της προσωπικότητας μέσα από τη μαζική αποδοχή, σε μία προσπάθεια που δε σταματάει για πολλούς ποτέ από την εφηβική ηλικία και μετά, δεν είναι λίγοι αυτοί που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο επιθυμούν το διαδίκτυο να γίνει ο χώρος που χτίζεται το κοινωνικό τους προφίλ. Καθ’ότι το χτίσιμο αυτού του προφίλ, για τους λόγους που αναφέρθηκαν προηγουμένως, αφορά όντως την αποδοχή τους στην κοινωνία, επιστρεατεύουν εκουσίως ή ακουσίως τα ίδια ακριβώς εργαλεία εντυπωσιασμού: μια φωτογραφία, ένα μικρό ατακαδόρικο σχόλιο, είναι αυτά που συνήθως μοιράζονται μεταξύ των “λογαριασμών” στα περισσότερα μέσα. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι σε μικρότερες ηλικίες, κοινωνικά δίκτυα που επιτρέπουν μόνο την κυκλοφορία οπτικοακουστικού υλικού, κερδίζουν παρασάγγας την προτίμηση της πλειονότητας.

Σταδιακά, η διαδικτυακή αυτή κουλτούρα, όσο κι αν φαίνεται ποταπή αλλά ακίνδυνη, δίνει τη θέση της στην κουλτούρα με την οποία συμπεριφερόμαστε και επικοινωνούμε στην πραγματική ζωή. Οι συζητήσεις μας γίνονται μια αλλεπάλληλη ανταλλαγή σχολιασμών και ατάκας, δήθεν “έξυπνων αστείων” που συνήθως κρύβουν πίσω από την “πλάκα” ένα σωρό κατάμαυρες και αντιδραστικές ιδεολογίες που διαπρέπουν στο πεδίο της “χαλαρότητας”. Η επαφή μας με καινούρια μέρη και καινούριους τόπους κρίνεται από την ικανότητα να την αποτυπώσουμε όσο πιο θεαματικά αλλά όχι όσο πιο ρεαλιστικά ή όσο πιο συναισθηματικά γίνεται, μέσα σε φωτογραφίες που σε λίγες μέρες θα ξεχάσουμε ότι υπάρχουν. Η επιβεβαίωση της αξίας μας έρχεται μέσα από την επιβολή της δικτατορίας της επιφάνειας, απέναντι στην ταπεινότητα οποιασδήποτε έννοιας που περιέχει κάποιο βάθος.

Η άνεση με την οποία διεξάγεται μία διαδικτυακή κουβέντα, η οποία με τη διαφαινόμενη άρση της προσωπικότητας μοιάζει ασφαλής λόγω της πραγματικής απόστασης, προσφέρει ένα εξαιρετικό πεδίο για να αναπτύσσεται η επικοινωνία της προσβολής. Ωστόσο, αυτή ακριβώς η επικοινωνία, από τη δημόσια κουβέντα περνάει στην προσωπική διαδικτυακή κουβέντα και από αυτή στην “πραγματική” επικοινωνία μας, όπου μέρα με τη μέρα γινόμαστε πιο επιθετικοί άνθρωποι, αναπτύσσοντας την ανάγκη μας να προσβάλλουμε για να μπορέσουμε να επιπλεύσουμε σ’αυτή τη μάχη της κοινωνικής επιφάνειας. Ακόμα και η όποια “δημοκρατικότητα” μπορεί να υπάρχει σε μια συζήτηση εκ του σύνεγγυς, έχουμε μάθει να εξαφανίζεται, καθώς όποιος αυθαίρετα έχει “δικαιώματα” πάνω σε μια διαδικτυακή κουβέντα (διαχειριστής ομάδας ή λογαριασμού), μπορεί να “σβήσει” με μια κίνηση ό,τι έχει ειπωθεί από άλλους, πολλές φορές ακόμα και σε χώρους που πρέπει να περιβάλλονται από κάποια μεγαλύτερη ευθύνη, για παράδειγμα συλλογικούς διαδικτυακούς χώρους με επίκεντρο την επαγγελματική απασχόληση των συμμετεχόντων.

Η διαδικτυακή συμπεριφορά είναι κοινωνικό ζήτημα του “σήμερα”

Το ημερολόγιο γράφει 2020 και για το λόγο αυτό υπάρχει μια μεγάλη αναγκαιότητα, τουλάχιστον οι γενιές που αναμένεται να ζήσουμε πολλά χρόνια με τη διαδικτυακή επικοινωνία, να σκεφτούμε με ποιον τρόπο θέλουμε να λειτουργεί ο χώρος αυτός, που είναι από τη φύση του και την εφεύρεσή του κοινωνικός. Τα παιδιά που γεννιούνται σήμερα δε θα έχουν κανένα πρόβλημα να πάρουν σοβαρά την κατάσταση αυτή, γιατί όλη τους τη ζωή θα τη ζήσουν μέσα σε ένα περιβάλλον τηλεπικοινωνίας, δε γνωρίζουν τον κόσμο πριν από αυτό. Εμείς που γεννηθήκαμε ως και πριν το 2000, είμαστε σήμερα σαν τις γενιές που δεν ήξεραν πώς να αντιμετωπίσουν την τηλεόραση, που αντί για ντοκιμαντέρ έβλεπαν τη “Λάμψη”. Ίσως αν εκείνες οι γενιές δεν άνοιγαν τόσο αυτόματα την τηλεόραση, σήμερα να μην υπήρχε το Big Brother. Ίσως αν οι δικές μας γενιές σχολιάζουν λιγότερο και διαβάζουν περισσότερο, οι επόμενες γενιές να έχουν μια καλύτερη βάση για να χτίσουν τη δική τους διαδικτυακή και άρα κοινωνική κουλτούρα.

Όταν το 2007 ξεκίνησα να έχω το πρώτο προσωπικό μου blog, η ευκολία με την οποία μπορούσα να μοιράζομαι τις απόψεις μου πιο ολοκληρωμένα σε ανθρώπους που δεν προλάβαινα να τους μιλήσω ήταν κάτι το οποίο έμοιαζε με θαύμα. Πόσο θαυμάσιος θα ήταν ο κόσμος μας αν ο ένας μπορούσε να πιει τον καφέ του και να διαβάζει τη σκέψη που μοιράζεται κάποιος άλλος; Σήμερα, γράφοντας στο Publica, που ξεκινήσαμε το 2017, ξέρω καλά ότι για να διαβάσει κάποιος αυτές τις γραμμές θα πρέπει να περάσω τη σειρά των φίλτρων που αναφέρονται παραπάνω, το ίδιο και κάποιος άλλος που ίσως θέλει να μιλήσει σ’εμένα. Είμαστε τόσο κοντά και όμως μας χωρίζει αυτό το χάος της σχετικά νέας κουλτούρας που χτίζεται στα μέσα που ορίζουν την κοινωνική μας συμπεριφορά. Ίσως αν αλλάξουμε τη συμπεριφορά μας μέσα σ’αυτά, αλλάξει και η ίδια η ζωή μας, ακολουθώντας την ίδια κατεύθυνση, αλλά σε έναν άλλο, παράλληλο δρόμο.