Πέρασαν 30 χρόνια από μια μέρα που ανήκει στην ανθολογία του ράγκμπι, που μνημονεύεται ιδιαίτερα στη Γαλλία, αλλά συγκαταλέγεται στα θεμελιώδη στοιχεία της κουλτούρας που διαμόρφωσε το σπορ μέσα στην υπεραιώνια εξέλιξή του. Στις 26 Μαΐου του 1990, η Racing Club de France, ένα από τα ιστορικότερα αθλητικά σωματεία της Γηραιάς Ηπείρου, με προμετωπίδα του το τμήμα του ράγκμπι, αντιμετώπιζε στο θρυλικό Parc des Princes της Πόλης του Φωτός την Sportive Union Agen.

Οι δύο σύλλογοι εκπροσωπούσαν δύο διαφορετικά κομμάτια της ιστορίας του γαλλικού ράγκμπι. Από τη μια, η Racing, ομάδα της πρωτεύουσας, η πρώτη στην ιστορία πρωταθλήτρια του γαλλικού ράγκμπι, το 1892, ήταν η εκπρόσωπος των απαρχών ενός αθλήματος αστικού και μεσοαστικού, που αναπτύχθηκε με τρόπο αντίστοιχο με τον βρετανικό, μέσα από τους μαθητές των κολλεγίων που αργότερα ίδρυσαν τα δικά τους clubs. Από την άλλη, η Agen, ως κωμόπολη της Νοτιοδυτικής Γαλλίας, μιας περιοχής που ζει και αναπνέει για το ράγκμπι, εκπροσωπούσε τον παροξυσμό της επαρχίας για το σπορ, προερχόμενη από ένα τόπο που κάθε χωριό εκπροσωπείται πρώτα από την ομάδα του ράγκμπι και μετά από ότιδήποτε άλλο. Ωστόσο, η ταυτότητα των ομάδων ήταν η ελάχιστη βάση για την ιστορικότητα εκείνης της βραδιάς στο παριζιάνικο στάδιο.

Η προϊστορία, το 1987, το ροζ παπιγιόν και ο χαμένος τελικός

Η Racing εκείνης της εποχής δεν έμοιαζε με καμιά άλλη ομάδα που έχει εμφανιστεί στο κορυφαίο επίπεδο του ράγκμπι παγκοσμίως. Το γεγονός ότι το άθλημα βρισκόταν στα τελευταία χρόνια του ερασιτεχνισμού, το έκανε να διαφέρει αισθητά από όλο το υπόλοιπο αθλητικό στερέωμα, χαρίζοντάς του μοναδικά χαρακτηριστικά που με κάποιο τρόπο κρατάει ως σήμερα. Έτσι, εκείνη η ομάδα της Racing, που αγωνιζόταν στο κορυφαίο επίπεδο σε ένα από τα έθνη-γίγαντες του ράγκμπι, δεν αρκούνταν στο θέαμα που προσέφερε μέσα στο γήπεδο. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, μια φουρνιά παιχτών που ήταν και μεγάλοι αθλητές αλλά και τρομεροί …performers, είχαν φτιάξει τη λεγόμενη showbizz, μία “συμμορία” που έφερνε μια παράδοξη και εξαιρετικά καλαίσθητη τρέλα μέσα στον αγωνιστικό χώρο.

Εκείνη η Racing είχε ξαναβρεθεί στο προσκήνιο μετά από αρκετές δεκαετίες, καθώς μετά το πρωτάθλημα που κέρδισε για τελευταία (4η) φορά το 1959, κατάφερε να ξαναφτάσει σε ένα τελικό του γαλλικού πρωταθλήματος το 1987, με αντίπαλο την Toulon. Εκείνη τη χρονιά η Racing έκανε στην τελική φάση του πρωταθλήματος τη μία θεατρική παράσταση μετά την άλλη. Αρχικά, στον προημητελικό με αντίπαλο τη Brive, εμφανίστηκαν παίχτες που φορούσαν blazers και παπιγιόν κατά την έξοδό τους στον αγωνιστικό χώρο, ενώ μια βδομάδα αργότερα, στον ημιτελικό με αντίπαλο τη Bordeaux, οι παίχτες της Racing εμφανίστηκαν με ροζ κιλότες κάτω από τα σορτσάκια τους. Τελικά αποφασίστηκε να καθιερωθεί ως σήμα κατατεθέν εκείνης της ομάδας το ροζ παπιγιόν, το οποίο αρκετοί παίχτες (κυρίως backs) φορούσαν στον τελικό του Parc des Princes, απέναντι στην Toulon. Οι εικόνες με τον Γάλλο Πρόεδρο, François Mitterand, να χαιρετάει τους ραγκμπίστες με τα ροζ παπιγιόν, αποτελούν μνημείο στο μεγάλο αρχείο της ιστορίας του ράγκμπι.

Η Racing της showbizz έχασε τον τελικό του 1987, αν και προηγούνταν στο ημίχρονο. Πολλοί υποστηρίζουν ότι ίσως καθοριστικό ρόλο στην έκβαση του αποτελέσματος εκείνου του αγώνα έπαιξε και η άφθονη κατανάλωση σαμπάνιας στα αποδυτήρια της ομάδας του Παρισιού κατά τη διάρκεια του ημιχρόνου.

Η προετοιμασία ενός έπους

Το 1987 η ομάδα της Racing γιόρταζε από πολύ νωρίς το γεγονός ότι βρέθηκε στον τελικό. Αυτή η επιτυχία αρκούσε για να ξεδιψάσει (μαζί με τη σαμπάνια) τους παίχτες της που ξαναέφεραν τον ιστορικό σύλλογο σε σημείο να διεκδικεί την υψηλότερη εγχώρια διάκριση. Το να αγωνιστεί άλλωστε κανείς στον τελικό του γαλλικού πρωταθλήματος ράγκμπι, ακόμα και να τον παρακολουθήσει, είτε ως οπαδός είτε ως ουδέτερος θεατής, αποτελεί μια πολύ ξεχωριστή εμπειρία. Το στάδιο που φιλοξενεί αυτούς τους αγώνες (πλέον το Stade de France) έχει μια απίστευτη γιορτινή ατμόσφαιρα. Χιλιάδες κόσμου συρρέουν κουβαλώντας ένα δικό τους κομμάτι από την αγάπη τους για το ράγκμπι, τη φανέλα του ερασιτεχνικού συλλόγου που αγωνίζονται, ένα μουσικό όργανο, μια τοπική φορεσιά, είναι ένα αθλητικό και κοινωνικό φεστιβάλ. Είναι πολύ εύκολο να παρασυρθεί κανείς από όλη αυτή την ατμόσφαιρα και να μη μπορέσει να συγκεντρωθεί στο παιχνίδι. Έτσι, η εμπειρία ενός πρόσφατου χαμένου τελικού είναι αρκετά σημαντική για να έλθει η επιτυχία!

Σε αντίθεση με το 1987, οι παίχτες της Racing δε γιόρταζαν όλη τη βδομάδα πριν από τον τελικό. Ένας από τους λόγους ήταν και το γεγονός ότι αρκετοί από αυτούς είχαν πάρει μέρος, μια βδομάδα νωρίτερα, σε ένα μαραθώνιο που διεξήχθη στο Παρίσι, μην έχοντας πολλές δυνάμεις για να πίνουν ολόκληρη τη βδομάδα. Ωστόσο, σύμφωνα με την αφήγηση του αχτύπητου διδύμου των locks εκείνης της ομάδας, του Michel Tachdjian και του Patrick Serrière, αυτό δεν τους εμπόδισε να κάνουν άλλα τρελά πράγματα λίγες μέρες πριν τον τελικό.

Μία βδομάδα πριν τη μεγάλη αναμέτρηση, μετά από τη σαββατιάτικη έξοδό τους, ξημερώματα Κυριακής, 6 παίχτες της Racing φεύγοντας από το City Rock Café, πήγαν στο Parc des Princes, όπου πέρασαν παράνομα μέσα στο στάδιο και έκαναν μια εικονική απονομή του μεγάλου τροπαίου, της λεγόμενης “Ασπίδας του Brennus”. Για όσους πιστεύουν σε προλήψεις, καλά θα κάνουν να συνεχίσουν να πιστεύουν, γιατί η παράνοια που κουβαλούσαν εκείνοι οι παίχτες ήταν ικανοί να τους καταστήσει την εξαίρεση σε κάθε κανόνα.

Η πορεία μέχρι τον Τελικό

Σε ένα πρωτάθλημα που είχε ξεκινήσει με 80 ομάδες, καθώς τότε παιζόταν με διαφορετικές φάσεις ομίλων μέχρι την τελική φάση των νοκ-άουτ, η Agen ήταν το 1990 μία ομάδα με εξαιρετικό ταλέντο, πολλούς διεθνείς παίχτες και θεωρούνταν από πολλούς το μεγάλο φαβορί. Για τη Racing ήταν ένα κατόρθωμα, όχι απίστευτο, αλλά σίγουρα κατόρθωμα, ότι είχε φτάσει ξανά στον τελικό.

Για να φτάσουν εκεί οι δύο ομάδες είχαν αποκλείσει με μικρότερη ή μεγαλύτερη δυσκολία τους υπόλοιπους γίγαντες του γαλλικού ράγκμπι. Στη φάση των “16” η Racing αντιμετώπισε την Castres, κερδίζοντας και τους δύο αγώνες, με μεγάλη διαφορά μάλιστα στο Παρίσι, ενώ η Agen έκανε ένα θριαμβευτικό περίπατο απέναντι στην FC Auch, που ήταν πολύ μικρότερο μέγεθος και το αποτέλεσμα κρίνεται λογικό. Στα προημιτελικά η Racing χρειάστηκε την παράταση για να κάμψει την αντίσταση της Grenoble, ενώ η Agen κέρδισε με το νωχελικό 0-6 την Toulon. Τέλος, στα ημιτελικά, η Racing κέρδισε την κλασική μάχη της Γαλλίας, απέναντι στη Stade Toulousain, ενώ η Agen απέκλεισε την AS Montferrand, για να κλείσουν τα εισιτήρια του ραντεβού στο Parc des Princes.

Οι επεισοδιακές ώρες πριν το Τελικό

Η μεγάλη μέρα έφτασε τελικά, το Σάββατο 26 Μαΐου του 1990. Η αποστολή της Racing ξεκίνησε με ένα λεωφορείο, από το προπονητικό της κέντρο που βρισκόταν στο Rambouillet, μια τοποθεσία που βρίσκεται περίπου 45 χιλιόμετρα ανατολικά του Παρισιού, να φτάσει στο Stade des Princes. Ωστόσο, από τη στιγμή που το λεωφορείο πέρασε τα σύνορα της πόλης, στο Porte St Cloud, ήταν σχεδόν αδύνατο να συνεχίσει την πορεία του από τον κόσμο που είχε πλυμμηρίσει τους δρόμους κατά μήκος της διαδρομής του, σε έναν απίστευτο παροξυσμό. Αναφέρεται ότι η αστυνομία χρειάστηκε να προβεί σε πράξεις βίας για να μπορέσει να ανοίξει χώρο για το λεωφορείο, με αποτέλεσμα αυτό να φτάσει με πολύ μεγάλη καθυστέρηση στο θέατρο της μεγάλης αναμέτρησης, περίπου μισή ώρα πριν την έναρξη.

Αυτός ο χρόνος δεν ήταν αρκετός για να γίνει οποιαδήποτε προθέρμανση. Έτσι, οι παίχτες της Racing βγήκαν στον αγωνιστικό χώρο μόνο για την αναμνηστική φωτογραφία και ετοιμάστηκαν όπως όπως για να βγουν στον αγωνιστικό χώρο την ώρα που θα συναντούσαν και πάλι τον François Mitterand με τα ροζ παπιγιόν τους. Ήταν μια εποχή που η προθέρμανση ίσως έπαιζε μικρότερο ρόλο στην αγωνιστική απόδοση σε σχέση με την ψυχολογική προετοιμασία και όσο αφορά αυτό το κομμάτι, η παρουσία και συμπεριφορά του κόσμου που συνόδευε το λεωφορείο της αποστολής ίσως έδωσε το maximum που θα μπορούσε για να τονώσει την ομάδα.

Το έπος του Τελικού

Όπως καταλαβαίνει κανείς, ο Τελικός εκείνος είχε τεράστια απήχηση, λόγω των ομάδων που αγωνίζονταν σ’αυτόν, λόγω της κορύφωσης του ερασιτεχνικού ράγκμπι σε μια εμπορευματοποιημένη εποχή, λόγω της μαζικοποίησης κάθε εκδήλωσης συμπάθειας και φανατισμού με τρόπο που διαδίδονταν με εικόνα και ήχο πολύ πιο εύκολα και πολύ πιο μακριά από τον τόπο των γεγονότων. Οι παίχτες της Racing αυτή τη φορά δεν είχαν να επιδείξουν τα ροζ παπιγιόν τους, αυτά είχαν γίνει σύμφυτα με την παρουσία τους στο γήπεδο κι έτσι η συνάντηση με τον François Mitterand περιείχε σε μικρότερο βαθμό το στοιχείο της έκπληξης.

Ωστόσο, αυτό που δεν άλλαξε, σε σχέση με το 1987, ήταν η κατανάλωση σαμπάνιας κατά τη διάρκεια του ημιχρόνου. Μπορεί το πάρτυ να μη συνέβη με τον ίδιο τρόπο και να υπήρχε η αναμονή για τη μεγάλη νίκη, αλλά η σαμπάνια δε μπορούσε να απουσιάζει από το τεραίν του Parc des Princes, αφήνοντας στην ιστορία εικόνες που πολύ δύσκολα θα ξαναδεί κανείς σε κορυφαίο αθλητικό επίπεδο.

Το παιχνίδι ήταν ένας κλασικός γαλλικός τελικός, που σε αντίθεση με το French Flair που ευδοκιμούσε εκείνα τα χρόνια από την εθνική ομάδα, είναι σχεδόν πάντα μία μάχη δύναμης, σε μικρούς χώρους, με μονομαχίες των forwards. Οι forwards της Racing (έστω χωρίς παπιγιόν) έκαναν μια εμφάνιστη ανάλογη της ιστορικότητας της ημέρας και έδωσαν την ευκαιρία στη showbizz των backs (που φορούσαν τα παπιγιόν) να κερδίσουν την αναμέτρηση για να δώσουν το έναυσμα για ένα ανεπανάληπτο πάρτυ, που θα έκανε πολλά χρόνια να ξανασυμβεί.

Το τέλος της αναμέτρησης δεν είχε σαμπάνια, αλλά μπύρα, άφθονη μπύρα όπως αρμόζει στο ράγκμπι, μέσα σε υγρά αποδυτήρια, με παίχτες να καπνίζουν τα πούρα τους μέσα στα ντους και κόσμο που εισέβαλε για να πάρει ό,τι μπορούσε ως πολύτιμο σουβενίρ από εκείνη την ιστορική ημέρα και νίκη.

Η παρακαταθήκη

Εκείνος ο τελικός ήταν ένα σημείο που όρισε την αρχή και το τέλος κάποιων πραγμάτων και ως τέτοιος έχει λόγο να μνημονεύεται για πάρα πολλά χρόνια.

Καταρχάς, όσο αφορά το αγωνιστικό κομμάτι στο γαλλικό ράγκμπι, επανέφερε μια ομάδα του Παρισιού στην κορυφή, κάτι που είχε να γίνει αρκετά χρόνια και κάτι που από τότε και ύστερα συνέβαινε πολύ πιο συχνά, κυρίως μέσα από τις επιτυχίες της Stade Français, σε μια εποχή που χαρακτηρίστηκε από την παρακμή ως και διάλυση της Racing πριν την επανόρθωσή της και επιστροφή στην ελίτ.

Εκείνος ο τελικός συμβολίζει το τέλος της εποχής της αθωότητας, καθώς από το 1995 το ράγκμπι έγινε επαγγελματικό σπορ και ήταν πλέον πολύ δύσκολο να ξαναδεί κανείς σαμπάνιες στο ημίχρονο, αθλητές που φοράνε έξτρα αξεσουάρ πολυτελείας την ώρα του αγώνα, που συμμετέχουν σε μαραθωνίους μια βδομάδα πριν τον Τελικό, που πίνουν ως το πρωί και εισβάλουν παράνομα στο γήπεδο της αναμέτρησης τα χαράματα.

Ωστόσο, το πνεύμα εκείνο δε μπορούσε να χαθεί τελείως. Μάλιστα, οι παίχτες της showbizz ήξεραν ότι έπρεπε να το κρατήσουν ζωντανό και να το κάνουν …επάγγελμα. Το ροζ παπιγιόν έδωσε την έμπνευση από το 1987 για τη δημιουργία μιας μάρκας ρούχων με το όνομα Eden Park, όνομα ιστορικού γηπέδου στο Auckland της Νέας Ζηλανδίας, και αργότερα μιας ομώνυμης Pub, στον αριθμό 10 της οδού Princesse, στην περιοχή St-Germain-des-Près του Παρισιού.

Χρειάστηκαν 26 χρόνια για να ξαναβρεθεί η Racing σε τελικό, ώσπου σε ένα άλλο ιστορικό ματς, στο γεμάτο από περίπου 100.000 ανθρώπους Camp Nou, που έφτιαχναν το μεγαλύτερο κοινό στην ιστορία του ράγκμπι, η Racing εμφανίστηκε με blazers και ο Dan Carter έπαιζε με ένα ροζ παπιγιόν δεμένο στην κάλτσα του, για να κερδίσουν με έναν επίσης επικό τρόπο, για άλλους λόγους, το πρωτάθλημα του ιστορικού αυτού συλλόγου που είχε γνωρίσει πολύ δύσκολα χρόνια στην πρώτη περίοδο του επαγγελματισμού, από το 1995 ως και το 2009 που επέστρεψε στη μεγάλη κατηγορία του γαλλικού ράγκμπι.

Αυτή είναι η ιστορία ενός θρυλικού αθλητικού γεγονότος, που κάνει ένα σύλλογο να περνάει για πάντα ως μοναδική περίπτωση στην κουλτούρα ενός σπορ και το ίδιο το σπορ να αναδεικνύεται ως μοναδικό ανάμεσα στις αμέτρητες αθλοπαιδιές, λόγω της ικανότητας να συγκινεί και να εμπνέει το γράψιμο ξεχωριστών, αθλητικών, κοινωνικών και πολιτιστικών ιστοριών.