Η Γερμανία πέρασε από 12ωρη σε 10ωρη εργασία την εποχή του von Bismarck (1838).
Παρενθετικά, αυτό δεν έγινε επειδή τον απασχολούσε η ευημερία των εργατών, αλλά επειδή ήθελε να τους στρέψει μακριά από την αυξανόμενη σοσιαλδημοκρατική αντιπολίτευση. Η τελευταία πέρασε από διάφορα εννοιολογικά στάδια και από πραγματικά προοδευτική δύναμη το 1907, προχώρησε στην ιδέα του σοσιαλισμού χωρίς επανάσταση αλλά με μεταρρυθμίσεις, και κατέληξε σήμερα να αναφέρεται στον καπιταλισμό με στοιχεία κρατικής πρόνοιας. Η αλλοίωση του όρου έχει τις ρίζες της στο διαχωρισμό των υποστηρικτών της σοσιαλδημοκρατίας στους Eisenachers (SDAP) και τους Lassallians (ADAV), me τους τελευταίους να διαφωνούν με τους Marx και Engels. Με το πρόγραμμα της Gotha (1875), το πρώτο ρεύμα υποχώρησε στο δεύτερο και δημιούργησε το πρόγραμμα αυτού που γνωρίζουμε σήμερα ως SPD.
Στις αρχές του 20ου αιώνα, ο καπιταλισμός μπήκε στο στάδιο του ιμπεριαλισμού. Τα υπερκέρδη των επιχειρήσεων χρησιμοποιούνται για να δημιουργήσουν μία εργατική αριστοκρατία όπου ένα μέρος των εργαζομένων (μηχανικοί, μάνατζερ κτλ.) κερδίζει περισσότερα, με σκοπό τη διάλυση της ταξικής αλληλεγγύης και την ισχυροποίηση της αστικής ιδεολογίας. Υψηλότεροι μισθοί βέβαια, δε συνεπάγεται λιγότερη εκμετάλλευση, και λιγότερες ώρες εργασίας σημαίνει εντατικοποίηση. Οπότε, συνολικά, και πάλι, οι πλούσιοι γίνονταν πλουσιότεροι, και η εργατική τάξη, φτωχότερη. Αλλά αυτήν τη φορά το μικρόβιο του ρεβιζιονισμού είχε επεκταθεί: σύμφωνα με αυτόν, ο σοσιαλισμός δεν είναι η απάντηση στις αντιθέσεις του καπιταλισμού και δε θα έρθει μέσω αντικειμενικών κοινωνικοοικονομικών συνθηκών, αλλά από την ελεύθερη ατομική επιλογή των ανθρώπων που είναι αποσυνδεδεμένη από την ιστορία. Οπότε, αντί να οργανώνεται η εργατική τάξη, θα έπρεπε να εστιάζει σε μεταρρυθμίσεις που θα ευνοήσουν τη θέση της.
Εκεί γεννήθηκαν ρεύματα όπως αυτό της ριζοσπαστικής αριστεράς (Λούξεμπουργκ, Λίμπκνεχτ) που παρέμεινε κοντά στα φιλοσοφικά θεμέλια των Μαρξ και Ένγκελς, και της “μετριοπαθούς αριστεράς” των Κάουτσκι και Μπέρνσταιν. Το 1912, στο Μανιφέστο της Βασιλείας της Δεύτερης Διεθνούς διαβάζουμε: “[…] εάν ο πόλεμος τελικά ξεσπάσει, το καθήκον (της εργατικής τάξης) είναι να λήξει τον πόλεμο όσο το δυνατόν γρηγορότερα και να καταβάλλει κάθε προσπάθεια να χρησιμοποιήσει την οικονομική και πολιτική κρίση […] για να επιταχύνει την κατάργηση της κυριαρχίας της καπιταλιστικής τάξης”.
Στο μεταξύ, οι αντιθέσεις συμφερόντων μεταξύ Γερμανών και άλλων ευρωπαίων βιομηχάνων που εκφράζονταν μέσω σχετικά μικρής κλίμακας συγκρούσεων, πράγματι οδηγούν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (1914). Το SPD, στα πλαίσια του λεγόμενου Burgfriedenspolitik, παροτρύνει σε ενότητα μεταξύ εργατικής και αστικής τάξης (ταξική συνεργασία) με σκοπό “την προστασία του λαού”. Την ίδια στιγμή, ο Λίμπκνεχτ τίθεται ανοιχτά απέναντι στον πόλεμο που είναι σε βάρος του λαού και βρίσκει έδαφος για να τεθεί και απέναντι στους Τσάρους. Προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο πόλεμος, η παραγωγή ωθείται στα ύψη με τους εργάτες να φτάνουν πρωτοφανή επίπεδα εξαθλίωσης. Χαρακτηριστικά, η μέση ημερήσια πρόσληψη θερμίδων πέφτει στο μισό. Ταυτόχρονα ωστόσο, δημιουργούνται μέσω αυτής της κατάστασης και οι προϋποθέσεις για οργάνωση.
To 1917 ξεσπά η Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία και οι προσκείμενοι στη σοσιαλδημοκρατία διατυπώνουν την άποψη ότι η Επανάσταση αποτελεί κίνδυνο για τα δημοκρατικά ιδεώδη. Οι Μπολσεβίκοι θεωρούσαν την Οκτωβριανή Επανάσταση το πρώτο στάδιο μιας παγκόσμιας επανάστασης. Οι προσκείμενοι στη ριζοσπαστική αριστερά σκορπούν φυλλάδια στους δρόμους της Γερμανίας, με μεγάλες απεργίες να ξεσπούν στη Βουδαπέστη και τη Βιέννη. Στην τελευταία, 250.000 εργάτες κατέβηκαν στο δρόμο. Η Γερμανία ακολουθεί, αλλά το κίνημα καταπνίγεται βίαια με τους ηγέτες του να εκτελούνται. Το πρόβλημα βέβαια, ήταν ότι δεν υπήρχε κάποια πολιτική κατεύθυνση ώστε να οδηγήσει το κίνημα σε επανάσταση, αλλά δεν υπήρχε και κάποιο κόμμα ώστε να συγκεντρώσει την οργή του κόσμου και να θέσει στόχους, ενώ ταυτόχρονα οι σοσιαλδημοκράτες προσπαθούσαν να τον κατευνάσουν εκ των έσω. To SPD μπαίνει στην κυβέρνηση και πραγματοποιεί τις λεγόμενες “Οκτωβριανές Μεταρρυθμίσεις” προκειμένου να κατευνάσει τους εργάτες. Οι εργάτες δεν ξεγελιούνται και έτσι, το 1918, ξεκινά η Νοεμβριανή Επανάσταση στο Kiel και εξαπλώνεται σε όλη τη χώρα. Όργανα που διευθύνονται από εργάτες ιδρύονται, χωρίς απαραίτητα όλα τα μέλη τους να είναι σοσιαλιστές. Λίγες ημέρες αργότερα ανακηρύσσεται η ίδρυση της δήθεν σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γερμανίας, που φαίνεται να χαροποιεί τα πλήθη στο Βερολίνο.
Η αντεπανάσταση ξεκινά. Ηγέτες της είναι οι Έμπερτ και Νόσκε του SPD. Ο Νόσκε τοποθετείται ως υποστηρικτής του πρωτοφασιστικού Πρωσσικού Σοσιαλισμού. Ο Χίτλερ, αργότερα, θα εξαίρε τη στάση του. Τα πλήθη ήταν μπερδεμένα για το ρόλο του κάθε προσώπου και κόμματος. Ο Νόσκε κατάφερε να δώσει δυνατό χτύπημα την επανάσταση, με σκοπό “την επιστροφή στην τάξη με σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση”. Μέτρα όπως η 8ωρη εργασία συζητιούνται για να κατευνάσουν τον κόσμο ακόμη περισσότερο και δέχονται κάποια από τα αιτήματα των εργατών. Ωστόσο, το κίνημα δεν πτοείται. Εκδίδονται φυλλάδια που προτρέπουν στη δολοφονία των Λούξεμπουργκ και Λίμπκνεχτ και συστήνεται στρατός για την καταστολή των διαδηλώσεων. Το κίνημα δεν πτοείται. Χρειάζεται μία μεγαλύτερη απειλή. Τέλη Δεκεμβρίου χρησιμοποιείται το πρωτοφασιστικό Freikorps προς περαιτέρω καταστολή. Το SPD είχε καταστήσει το ρόλο του σαφή. Οι ριζοσπαστικοί δημιουργούν τη Σπαρτακιστική Ομοσπονδία και μαζί με τους Διεθνείς Κομμουνιστές της Γερμανίας (IDK), το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (KPD). Τα εργατικά όργανα είχαν ακόμη δύναμη και επιρροή. 500.000 άνθρωποι συμμετείχαν σε γενική απεργία για να ανατρέψουν την κυβέρνηση του Έμπερτ. Ωστόσο, ο Λίμπκνεχτ, σε ρήξη ακόμη και με την πιο επιφυλακτική πτέρυγα του KPD και της Λούξεμπουργκ, στοιχήθηκε με τους επαναστάτες αντιπροσώπους των εργοστασίων και, με αφορμή την απόλυση του δημοφιλούς αστυνομικού διευθυντή Έμιλ Άιχορν, στήριξε την ιδέα ότι είχε έρθει η στιγμή για ένοπλη ανατροπή της κυβέρνησης. Συγκροτήθηκε ένα «Επαναστατικό Επιτροπείο» που κήρυξε την κυβέρνηση έκπτωτη και κάλεσε τους εργάτες να καταλάβουν το κέντρο του Βερολίνου, χωρίς όμως σαφές σχέδιο εξουσίας και χωρίς πραγματική πλειοψηφική στήριξη. Με προβοκατόρικη αφορμή, το Freikorps χρησιμοποιείται αποφασιστικά για να διαλύσει την επανάσταση στις 11 Ιανουαρίου.
O καπιταλισμός με σοσιαλδημοκρατική διαχείριση δεν είναι το φυσικό τέλος της ιστορίας ούτε η λύση στην εκμετάλλευση που υφίσταται η εργατική τάξη καθημερινά. Είναι αντίδραση της αστικής τάξης απέναντι στην απειλή της δικτατορίας του προλεταριάτου, μία προσπάθεια κατευνασμού της οργής του εργάτη απέναντι σε όσους καρπώνονται τα οφέλη της εκμετάλλευσής του. Η εξέλιξη των γεγονότων της Νοεμβριανής Επανάστασης δείχνει ότι ο καπιταλισμός με σοσιαλδημοκρατικό περιτύλιγμα (οι μεταρρυθμίσεις, το «κοινωνικό κράτος», η συνεργασία τάξεων) δεν ήταν ποτέ φυσική εξέλιξη, αλλά λύση ανάγκης για την αστική τάξη μπροστά στον κίνδυνο της επανάστασης. Εάν η Νοεμβριανή Επανάσταση δεν είχε κατασταλεί από τη συμμαχία σοσιαλδημοκρατίας και φασισμού, ίσως ο τελευταίος να μην είχε ξεδιπλωθεί τόσο νωρίς οδηγώντας στο θάνατο εκατομμύρια ανθρώπων. Ίσως να μη δινόταν περιθώριο στην αστική τάξη να ξαναοργανωθεί από τις στάχτες της για να σκορπίσει αντεπαναστατικό δηλητήριο. Ίσως να μην προλάβαινε να ξαναπάρει ανάσα.

