Η ζωή των εφήβων στον κινηματογράφο γράφεται συνήθως από ενήλικες. Όλοι έχουν περάσει από αυτή την ηλικιακή φάση, όμως κανένας ενήλικας δε ζει την κοινωνία, τη σύγχρονη στιγμή, σε εκείνη την ηλικία – και μέσα σε ένα πλαίσιο αυξανόμενου ρυθμού μεταβολής των κοινωνικών εξελίξεων, το εγχείρημα αυτό εμπεριέχει μεγάλη επικινδυνότητα καθώς μπορεί να καταλήξει σε ένα αποτέλεσμα που είναι από άχρηστο ως γελοίο. Άλλοτε, οι κινηματογραφιστές επιλέγουν να μιλήσουν για την εφηβεία μιας άλλης εποχής, είτε με τόνο νοσταλγικό, είτε με σκοπό να αποτυπώσουν την αλήθεια της διαμόρφωσης της δικής τους γενιάς. Άλλοτε, βάζουν την εφηβεία απέναντί τους, ζουμάροντας κυρίως στον ρόλο των ενηλίκων που την αντιμετωπίζουν. Άλλοτε, με τρόπο πολύ πιο χυδαίο, αναλαμβάνουν το ρόλο του διδάσκαλου – και τότε μάλλον το αποτέλεσμα γίνεται απεχθές.
Όμως η εφηβεία και ιδιαίτερα ο σχολικός χώρος του λυκείου, που αποτελεί φυτώριο των κοινωνικών σχέσεων, μπορεί να γίνει ένα εργαστήρι ανάλυσής τους, καθώς από εκεί λείπει όλη η ιστορία των χαρακτήρων που δε γνωρίζουμε, τα δεδομένα έχουν λιγότερο “θόρυβο” ώστε να μπορέσει κανείς να φέρει στην επιφάνεια την ειλικρίνεια των σκέψεων που πρωτοσχηματίζονται και δεν έχουν τσαλακωθεί ακόμα από την αποδοχή κοινωνικών συμβάσεων. Η περίοδος που ο άνθρωπος τοποθετεί τον εαυτό του μέσα στην κοινωνία δεν είναι στιγμιαία, αλλά χαρακτηρίζεται από μια εξέλιξη. Και αν κανείς ψάξει με την απαραίτητη φροντίδα μέσα σ’αυτή την εξέλιξη, τότε μπορεί να βρει πολλά για να περιγράψει την αλήθεια της κοινωνίας που υποδέχεται αυτούς τους ανθρώπους.
Ο ενήλικας θεατής, από την άλλη, δε μπορέι να είναι αφελής – δε μπορεί, δηλαδή, να ξεχνάει ότι το κινηματογραφικό έργο είναι το δημιούργημα ενός άλλου ενήλικα δημιουργού. Μπορεί όμως να επικεντρωθεί στην ένταση που δίνεται στην εφηβική φωνή να ακουστεί μέσα στο καλλιτεχνικό ποίημα. Κι αυτή είναι ίσως η πιο σημαντική πλευρά της τεχνικής της κινηματογραφικής αφήγησης της Marine Atlan, που στην πρώτη της ταινία, La Gradiva, δεν αφήνει πουθενά να σωπάσει η εφηβική φωνή.
Κατά τη γνώμη μου, η πιο χαρακτηριστική σκηνή αυτής της τεχνικής είναι εκείνη στη Villa των Μυστηρίων της Πομπηίας, όπου η φωνή της καθηγήτριας Mercier δε σκεπάζει τις συζητήσεις, το σχολιασμό, ακόμα και τις αντεκλίσεις μεταξύ των μαθητών, που δημιουργούν την πραγματικότητα των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ τους. Μία σκηνή φαινομενικά ήρεμη καταλήγει σε μια έκρηξη, όπως σχεδόν κάθε σκηνή της ταινίας, σε ένα μοτίβο που συνοδεύει την εφηβική συμπεριφορά. Αφηγηματικά είναι πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι αυτόν το μηχανισμό τον έχει προοικονομίσει η σκηνοθεσία με το πρώτο μάθημα υπαίθρου για τη μηχανική της λιθόσφαιρας που συνδέεται με την ύπαρξη του ηφαιστείου, λίγα μέτρα μακριά από τον κρατήρα του Βεζούβιου.
Ζουμάροντας στην ψυχοσύνθεση και τις ανησυχίες των εφήβων, όμως, η Atlan έχει πιάσει τον παλμό της εποχής ή πρόκειται για μία εκ μακρών σκιαγράφηση της νιότης; Η συμπερίληψη των συζητήσεων, μεταξύ των μαθητών, που έχουν πολιτική θέση και ικανότητα διαξιφισμών, για το Parcoursup (το πρόσφατα θεσπισμένο σύστημα εισαγωγής στην γαλλική Ανώτατη Εκπαίδευση), την κατάσταση των εκπαιδευτικών υποδομών, τις συνθήκες εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων, με επίκεντρο την εκπαίδευση, μπορεί στην πρεμιέρα της ταινίας στις Κάννες, το Μάιο του 2026, να ήταν ένα γενικό πολιτικό σχόλιο, αλλά όταν η ταινία βγήκε στις αίθουσες, τον Οκτώβρη της ίδιας χρονιάς, ολόκληρη η Γαλλία τραντάχτηκε με αφορμή τα ίδια ακριβώς κοινωνικά ερωτήματα. Αυτό δεν είναι σύμπτωση – είναι η ικανότητα του δημιουργού να μιλάει για τα μεγάλα ζητήματα της εποχής του και όχι μονάχα να φιλοσοφεί αφηρημένα μέσα από τον αποστασιοποιημένο και φαινομενικά λόγιο σχολιασμό των κοινωνικών σχέσεων και διαδικασιών.
Το ρόλο του ενηλίκου και το φορτίο της ταύτισης με τον θεατή, αναλαμβάνει αριστουργηματικά η Antonia Buresi, που κουβαλάει όλο το δικό της βάρος, το οποίο αποτελεί φυσικά μια ανύπαρκτη ποσότητα για τους εφήβους που συνοδεύει. Οι νέες γενιές που έρχονται να διεκδικήσουν το μέλλον τους δε χάνουν το χρόνο με το να καταλάβουν τα αδιέξοδα των προηγούμενων – και μάλλον καλά κάνουν. Η καθηγήτρια Mercier (Antonia Buresi) δε βάζει τα δικά της προβλήματα πάνω από το καθήκον της συνοδείας των εφήβων στην εκπαιδευτική διαδικασία αλλά και τις αγωνίες τους. Έρχεται τόσο κοντά τους που παρακολουθώντας την εξέλιξη της πλοκής ο θεατής μπορεί να νομίσει ότι θα καταρρεύσει, πληρώνοντας την αδυναμία εξισορρόπησης της δικής της ζωής, αλλά το σενάριο δεν υποπέφτει σε ένα τέτοιο – ίσως αχρείαστο και προσανατολιστικό για το περιεχόμενο της ταινίας – ατόπημα.
Η κορύφωση του δράματος, αποτέλεσμα της εγκληματικής παραποίησης του κόσμου που γνωρίζουμε στις γενιές που προσπαθούν να τον ανακαλύψουν, δείχνει ότι το ψέμα για την ουσία του κόσμου που ζούμε δε μπορεί να προστατεύσει τις νέες γενιές. Η αντιμετώπιση της αλήθειας και το γκρέμισμα των σταθερών που τους παρουσιάσαμε μπορεί να είναι πέρα από τραυματική, ταυτόχρονα και θανάσιμη, για όλους ή για κάποιους. Η απουσία εμπιστοσύνης στην ικανότητα των εφήβων να ζήσουν στον κόσμο με τη δική τους αντίληψη και διορατικότητα δεν έχει μόνο εγκληματικές συνέπειες, αλλά είναι ίσως από μόνη της το έγκλημα. Το μέλλον, είναι μια σιωπή, πριν από τις επόμενες λέξεις που θα γράψει αυτή η γενιά στον κόσμο που πλέον κάνει δικό της.

