Είναι ο κινηματογράφος ταχυδακτυλουργία; Γιατί να μην είναι; Άλλωστε, τα ίδια τα εφέ του, η δυνατότητα να δημιουργεί ψευδαισθήσεις για να καταδείξει την πραγματικότητα, είναι από τα στοιχεία που ξεχωρίζουν το σινεμά και το κάνουν τόσο λαϊκό και λαοφιλές. Όμως η κινηματογραφική ψευδαίσθηση άλλοτε χρησιμοποιείται για να εντυπωσιάσει, άλλοτε για να μεγεθύνει, άλλοτε ακόμα και για να μας μπερδέψει. Κι αν πιστεύει κανείς ότι μιλάμε μόνο για την εικόνα, ο Alejandro Iñarritu μας έδειξε ότι μπορεί να κάνει το ίδιο και με το σενάριο.
Σε μία πολυεπίπεδη πλοκή, που προφανώς δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά σε φιλμ, όπου ένα έργο εξελίσσεται μέσα στο έργο, το Digger έχει μια δομή ρώσικης κούκλας, που ανοίγει και κλείνει, μας εμφανίζει την ιστορία που ετοιμάζουν κάποιοι συντελεστές, μέσα στην ταινία που γνωρίζουμε ότι ετοίμασαν κάποιοι συντελεστές. Δεν το γνωρίζουμε από την αρχή – ξεκινάμε να βλέπουμε ένα καχέκτυπο κοινωνικής κριτικής, επιφανειακό, τυπικό της Dem Agend, σαν το Don’t Look Up ένα πράγμα, πριν χτυπήσει η κλακέτα για να καταλάβουμε ότι είμαστε σε μία θεατρική πρόβα και άρα μπορούμε να ησυχάσουμε, δεν πήγε ακόμα η ώρα μας χαμένη.
Αλλά ενώ συνήθως σε τέτοιου είδους ταινίες, μετά την αποκάλυψη της αρχικής “ψευδαίσθησης”, το έργο επικεντρώνεται στους συντελεστές της εσωτερικής παράστασης, στο Digger βλέπουμε πολύ λίγο τους συντελεστές ως συντελεστές αλλά περισσότερο τους χαρακτήρες που έχουν φτιαχτεί για αυτό το φανταστικό έργο σε εκείνο το φανταστικό κόσμο της ταινίας. Οι παύσεις για την κριτική επί της παράστασης και ο σχολιασμός της είναι τόσο μικρές που μοιάζουν με δικαιολογία – και ενώ η παράσταση που εξελίσσεται μπροστά μας είναι μια καρικατούρα, αυτά τα σχόλια μοιάζουν περισσότερο σαν μια προσπάθεια του δημιουργού να μας εξηγήσει τι φτιάχνει, έχοντας παίξει με ένα σενάριο μέσα στο σενάριο που μοιάζει πολύ με το σενάριο της πραγματικότητας της εποχής μας.
Μένοντας σ’αυτήν την καρικατούρα, το μεγάλο κέρδος είναι μια εξαιρετική ερμηνεία από τον Tom Cruise, σε ένα ρόλο που πάει κόντρα σε οτιδήποτε τον είχαμε δει να κάνει στο παρελθόν – ίσως το χρειαζόταν κι ο ίδιος, να δείξει ότι η κλάση του είναι πολύ πιο πέρα από τη σχεδόν μονότονη επανάληψη παρόμοιων χαρακτήρων.
Η λύση, ωστόσο, στο “τι θέλει να πει ο ποιητής” έρχεται μόνο στην τελευταία σκηνή, όταν καταλαβαίνουμε το χρόνο και το πλαίσιο μέσα στα οποία τοποθετεί τη δράση της ταινίας ο δημιουργός της. Έχοντας λοιπόν δει μια ταινία για περισσότερο από 2 ώρες με το ερώτημα διαρκώς να είναι: τώρα αυτό που βλέπω θέλει να μου πει ή κρύβει κάτι άλλο μέσα στο ταχυδακτυλουργικό του καπέλο, είναι κάπως δύσκολο για τον θεατή να μπορέσει να “ρουφήξει” όλη αυτή τη διάρκεια. Κρατάμε μια αδικαιολόγητα μεγάλη απόσταση από τα τεκταινόμενα γιατί δεν ξέρουμε τι από όσα βλέπουμε έχει νόημα να κρίνουμε και τι είναι ήδη κρινόμενο.
Μήπως αυτός είναι όμως ο σκοπός του σκηνοθέτη; Δηλαδή να μας αφήσει να δούμε το πρώτο (το πιο εσωτερικό επίπεδο) και μόλις αποδεχτούμε την κριτική του, να μας δώσει μια σφαλιάρα με το δεύτερο (το ενδιάμεσο και φαινομενικά εξωτερικό) αλλά ακόμα κι αν γλιτώσουμε από αυτό το επίπεδο να έρθει στο τέλος και να μας πει “σας την έφερα, έπρεπε να σκεφτείτε καλύτερα!”. Μπορεί να καταφέρει να πιάσει αυτό σε ένα συγκεκριμένο κοινό, στους θεατές ίσως των καθημερινών τηλεοπτικών ειδησεογραφικών δελτίων, αλλά πόσο μπορεί να επικοινωνήσει ο δημιουργός με τον θεατή του, εκείνον που θέλει να ρουφήξει την καλλιτεχνική έκφραση γιατί πολύ απλά δε μπορεί να παρακολουθήσει τις “ειδήσεις των 8”;
Ο Iñarritu στο Digger έκανε μια πολύ καλή τεχνικά ταινία για να αποκλείσει τόσο μεγάλο κινηματογραφικό κοινό – και ένα plot twist δεν είναι αρκετό για να συμπεριλάβει το βάθος που μπορεί κανείς να δώσει στο ίδιο το θέμα που υποτίθεται ότι προσπαθεί να ανοίξει, την πλανητικών διαστάσεων περιβαλλοντική καταστροφή για χάρη του καπιταλιστικού κέρδους. Κάπως στραβά ξόδεψε τα tokens του και η προφητεία της μελλοντικής δυστοπίας δεν είναι ικανή να σοκάρει τη βολική κριτική της καθημερινής προπαγάνδας.

