- - - Χρόνος ανάγνωσης: 10 λεπτά - - -

Στα Τέμπη υπάρχει μια εκπληκτική κοιλάδα που σχηματίζεται από τον ποταμό Πηνειό, ανάμεσα στο ψηλότερο και μυθικότερο βουνό της Ελληνικής επικράτειας, τον Όλυμπο και τον εξαιρετικής ομορφιάς Κίσαβο. Εκεί τοποθετείται νοητά μία γραμμή η οποία χωρίζει δύο κόσμους, το κυρίως ειπείν ελληνικό κράτος, αυτό που ιδρύθηκε το 1830 και λυμαίνεται επί 2 αιώνες περίπου μια συγκεκριμένη κάστα επιχειρηματιών, οι πλοιοκτήτες εφοπλιστές και την επικράτεια της Βόρειας Ελλάδας η οποία προσαρτήθηκε σ’αυτό το κράτος κάτι λιγότερο από έναν αιώνα αργότερα, έχοντας μια αρκετά διαφορετική ιστορία και πριν αλλά και μετά την προσάρτησή της.

Σε μια οποιαδήποτε φυσιολογική χώρα, που στόχος είναι φυσικά η κοινωνική συνοχή, η ευμάρεια σε κάθε άκρη της επικράτειας και η ανάπτυξη κοινής κουλτούρας και συνείδησης, τέτοια νοητά σύνορα η λογική λέει ότι “σβήνουν” με το χρόνο. Ωστόσο, σε μεσογειακές χώρες, όπως για παράδειγμα η Ισπανία, όπου η κεντρική εξουσία καταδυναστεύει συγκεκριμένες περιοχές, δίνεται πάτημα για να αναπτυχθούν εθνικιστικά κινήματα που απαιτούν την απεξάρτηση μεγάλων περιοχών από την επικράτειά τους. Σε άλλες μεσογειακές χώρες, όπως η Ιταλία, η μόνιμη υποβάθμιση της μισής χώρας, εν προκειμένω της Νότιας Ιταλίας, οδηγεί σε μια σαφή πεποίθηση ότι αποτελεί κομμάτι μιας άλλης επικράτειας, έχοντας ακόμα και διαφορετικούς πολιτικούς σχηματισμούς, αναπτύσσοντας μια εντελώς διαφορετική κουλτούρα. Πηγαίνοντας κανείς προς τα Βαλκάνια, τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα. Εκεί κάποτε υπήρχε μια χώρα που λεγόταν Γιουγκοσλαβία. Η αντίληψη ότι οι κάτοικοι μιας περιοχής μπορούσαν να καταδυναστεύουν τους κατοίκους μιας άλλης περιοχής, η οργάνωση τους σε εγκληματικές συμμορίες, έδωσαν το πάτημα να φτιαχτούν άλλες εθνικιστικές εγκληματικές συμμορίες που με τη συμβολή ιμπεριαλιστών χώρισαν τη χώρα σε τόσα κρατίδια που σε λίγο καιρό ο κάθε κάτοικος μπορεί να αποτελεί ξεχωριστή πολιτική οντότητα.

Τα παραπάνω παραδείγματα αντιθέσεων, πέρα από όλες τις ιδιομορφίες και τις διαφορές τους, έχουν ένα κοινό: εκφράζονται διαχρονικά και με τρόπο άσβεστο μέσα από τη σύγκρουση ποδοσφαιρικών ομάδων. Αυτό που συμβαίνει ή συνέβαινε σε εθνικό επίπεδο ανάμεσα στη Ρεάλ και τη Μπαρτσελόνα, τη Γιουβέντους και τη Νάπολι, τον Ερυθρό Αστέρα και τη Δυναμό Ζάγκρεμπ όχι απλά δεν αλλάζει με το χρόνο και τα χρήματα που επενδύονται, αλλά παραμένει εκεί, δυνατό συναίσθημα, αδύνατο να τιθασευτεί από οποιοδήποτε μηχανισμό. Ο μόνος τρόπος που θα μπορούσε να σβήσει θα ήταν η ίση μεταχείριση των περιοχών που καταδυναστεύονται μέσα στα κράτη που βρίσκονται, αλλά αυτό έρχεται σε αντίθεση με συμφέροντα που γεννούν τους Φράνκο και τους Μουσολίνι του κόσμου ή τους Κάραντζιτς που ακόμα κι αν δεν ήταν ο μοναδικός σφαγέας ήταν σίγουρα ένας από τους βασικούς εγκληματίες εκείνου του πολέμου. Χωρίς να μπούμε εδώ σε όλες τις λεπτομέρειες για αυτές τις περιπτώσεις, ειδικά για τον πολυσύνθετο πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας όπου υπήρχε τεράστια διεθνής ιμπεριαλιστική ανάμειξη, το σημαντικό είναι να αναδειχθεί ένα μοτίβο, το γεγονός ότι η δυνάστευση βρίσκει την πρώτη έκφραση αντίστασης στα ποδοσφαιρικά γήπεδα και όταν αυτή μεγαλώνει τα αποτελέσματα είναι ανεξέλεγχτα.

Την ιστορία αυτή φαίνεται να μη γνωρίζουν ή να υποτιμούν όσοι σήμερα βρίσκονται σε θέση ισχύος, πολιτική ή οικονομική, σε μια άλλη μεσογειακή και ταυτόχρονα βαλκανική χώρα. Η κάστα των εφοπλιστών, που διαχρονικά φρόντιζε για τα δικά της συμφέροντα ενάντια σε αυτά του συνόλου του ελληνικού λαού, ξεκινώντας από τη δολοφονία του Καποδίστρια, περνώντας μέσα από την ανάπτυξη των πρώτων φασιστικών ομάδων και της χούντας του Μεταξά, στη συνεργασία με τους Ναζί και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας των συνταγματαρχών, αντί να προσέχει αυτό το ευαίσθητο πεδίο για την κοινωνική συνοχή, φροντίζει να προκαλεί μέσα από αυτό, θέλοντας να δείξει την απόλυτη υπεροχή της σε κάθε επίπεδο, την κυριαρχία της σε κάθε έκφανση της κοινωνικής ζωής, την αδυναμία κάθε αντιπάλου της να την ακουμπήσει. Στο πλευρό της έχει φυσικά και την πολιτική ηγεσία του τόπου, που συνδέεται με δεσμούς αίματος με τον πρώτο εμπνευστή και επισήμως συνεργάτη φασιστικής οργάνωσης στην Ελλάδα, τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που με την οργάνωση 3Ε φιλοδοξούσε να ελέγξει κάθε κίνημα αντίστασης στην εξουσία του, όχι γενικά στη χώρα, αλλά κυρίως στην κοσμοπολίτικη και νεοπροσαρτημένη, με μεγάλο αριθμό προσφύγων, πόλη της Θεσσαλονίκης.

Την ιστορία αυτή φαίνεται να μη γνωρίζουν και να υποτιμούν μια σειρά από ψευτοδιανοούμενους της πεντάρας, που σε όλα αυτά βλέπουν τον κόσμο να παθιάζεται και να μαλώνει για “σώβρακα και φανέλες”, αγνοώντας ότι οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι ιδρύθηκαν και αναπτύχθηκαν επειδή εξέφραζαν σε κάθε καμπή της ιστορίας συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα σε συγκεκριμένες πόλεις ή περιοχές, τα οποία μπορούσαν να ταυτίσουν την προσωπική τους θέση, ορθά ή λανθασμένα, με την εξέλιξη των ποδοσφαιρικών μαχών.

Δύο σωματεία στην Ελλάδα κατέχουν περίοπτη θέση σε αυτή τη διαρκή αντίθεση. Από τη μια ο Ολυμπιακός, αν και ιδρύθηκε σε μια περιοχή που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη φτωχών λαϊκών μαζών, έγινε σταδιακά, μετά από τις 2 πρώτες δεκαετίες της ιστορίας του, ο σύλλογος της πραγματικής πρωτεύουσας του ελληνικού κράτους, του Πειραιά. Οι φτωχές μάζες, που καλωσόριζαν τον 6ο αμερικανικό στόλο, που ένιωθαν να γλύφουν από το μέλι των ισχυρών, είχαν μόνο μια διέξοδο στη χαμένη τους αξιοπρέπεια, τις νίκες του Ολυμπιακού απέναντι κυρίως στο αντίπαλο δέος της αστικής Αθήνας, που οι κάτοικοι της πάντα τους αντιμετώπιζαν με χλεύη. Έτσι η κάστα των εφοπλιστών βρήκε το καλύτερο όπλο για να μπορεί να χειραγωγεί τεράστιες μάζες και να τις ταυτίζει με τα δικά της συμφέροντα. Από την άλλη, ο ΠΑΟΚ, λόγω της εξάπλωσης του μέσω των προσφύγων σε όλα τα καταπιεσμένα κοινωνικά στρώματα της καταπιεσμένης Θεσσαλονίκης, έγινε η ομάδα που εκπροσωπούσε την αγωνία των κατατρεγμένων για μια ζωή όπου θα μπορούν να ελπίζουν. Η διαρκής αδικία που εκφραζόταν μέσα από ποδοσφαιρικές σφαγές, αντί να απογοητεύουν τους οπαδούς του, γινόταν ο λόγος που τους έκανε περισσότερο κομμάτι του, μετατρέποντας τον από ποδοσφαιρικό σύλλογο σε κέντρο συλλογικής έκφρασης ενός μεγάλου κομματιού του πληθυσμού, όχι πια της Θεσσαλονίκης, αλλά με επίκεντρο αυτήν, ολόκληρης της χώρας. Αυτή η εξέλιξη διαμόρφωσε μέσα στις δεκαετίες την ταυτότητα, το DNA, αυτών των συλλόγων, που όπως συμβαίνει με τη Ρεάλ και τη Μπαρτσελόνα, ή τη Γιουβέντους και τη Νάπολι, όσα χρήματα να πάνε και να έρθουν είναι πολύ δύσκολο να μεταβληθεί.

Οι ισορροπίες που υπήρχαν στο ελληνικό ποδόσφαιρο αντανακλούσαν πάντα τις ισορροπίες που υπήρχαν στην ελληνική κοινωνία. Το γεγονός ότι στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 διαιτητές σε παιχνίδια του Ολυμπιακού με τον ΠΑΟΚ ορίζονταν βετεράνοι ποδοσφαιριστές του Ολυμπιακού, διαιτητές άλλης εθνικότητας που αγωνίζονταν σε σειρά αγώνων με διαφορετικά ονόματα, με παραβίαση της κοινής λογικής σε εποχές που το βίντεο δε μπορούσε να αποδείξει την αλήθεια (χέρι αμυντικού στην εστία να μετατρέπεται σε …άουτ, για παράδειγμα) αλλά ακόμα και αργότερα, στις εποχές με το βίντεο να παραβιάζεται η λογική, ήταν απλά η απόδειξη ότι στο ποδόσφαιρο έπρεπε να αντανακλάται η δύναμη του ισχυρού. Φυσικά το αίσθημα της αδικίας ήταν αυτό που έκανε την Τούμπα πάντα να βράζει και να εξελιχθεί σ’αυτό το ιδιόμορφο “καζάνι” που όλοι γνωρίζουν σήμερα και απ’όλο τον κόσμο έρχονται να επισκεφτούν, γιατί εκτός των άλλων το γνήσιο, έστω κι αθώο, συναίσθημα δημιουργεί μια εξαιρετικά μοναδική και σπάνια εικόνα που δύσκολα μπορεί να δημιουργηθεί σε άλλα γεγονότα και άλλους χώρους, οπουδήποτε στη Γη.

Αυτές οι ισορροπίες, ωστόσο, διαταράχθηκαν την τελευταία δεκαετία, με αρχή το 2012 και τον ερχομό ενός Ρώσου επιχειρηματία ελληνικής καταγωγής, εν συνεχεία πολιτογραφημένου Έλληνα, του Ιβάν Σαββίδη. Για λόγους που δεν είναι της παρούσης αλλά μάλλον είναι ευκόλως κατανοητοί από τον αναγνώστη αυτού του άρθρου, ένας πολιτικός και επιχειρηματίας που είχε είδη πολιτική καριέρα και μεγάλη περιουσία στη Ρωσία ήρθε να επενδύσει σε μια ομάδα που ήταν δεμένη από τα χρέη, να τα ξεπληρώσει και να την οδηγήσει σε ποδοσφαιρικές επιτυχίες. Εκτός των άλλων, βρέθηκε στην πόλη της Θεσσαλονίκης για να εκμεταλλευτεί ένα μεγάλο κενό που υπήρχε, αυτό που είχαν αφήσει όλες οι κυβερνήσεις των εφοπλιστών, με οποιοδήποτε κόμμα ή χούντα είχαν αυτές σχηματιστεί. Ήρθε να επενδύσει σε μια μαραζωμένη πόλη, που από πολυπολιτισμικό κέντρο στις αρχές του 20ου αιώνα είχε καταντήσει κομπάρσος σε ένα “κράτος των Αθηνών” 100 χρόνια αργότερα. Είναι χαρακτηριστική του έργου του κράτους των εφοπλιστών στη Θεσσαλονίκη η κατάσταση της επικοινωνίας της με τον έξω κόσμο. Πριν την προσάρτηση της μπορούσε κανείς να ταξιδέψει με τρένο από το Σιδηροδρομικό της Σταθμό ως τον Gare de Lyon του Παρισιού. Σήμερα δε μπορεί να φτάσει με τρένο ούτε μέχρι τα σύνορα, ενώ η αεροπορική της σύνδεση γίνεται αποκλειστικά με βάση τα συμφέροντα ενός γερμανοελληνικού συμβολαίου στο οποίο φυσικά εμπλέκονται οι ίδιοι εφοπλιστές.

Όπως είναι φυσικό, λόγω και της ισχύος του επενδυτή του, ο ΠΑΟΚ μεγάλωσε ποδοσφαιρικά και όχι μόνο μπορούσε να κερδίζει, αλλά μπορούσε να διαμορφώνει και τις συνθήκες που θα έπαιρνε αυτό που του αναλογούσε. Η επένδυση σε μια ποδοσφαιρική ομάδα, σε συνθήκες Μεσογείου ή Βαλκανίων δεν αφορά μόνο τη χρηματική επένδυση, αλλά φυσικά και την ανάπτυξη εκείνων των συμμαχιών που θα εξασφαλίσουν τις ισορροπίες μέσα στις οποίες η όποια επένδυση δε θα πηγαίνει στο βρόντο. Έτσι, η δήλωση του Ιβάν Σαββίδη το 2012, προς το Βαγγέλη Μαρινάκη ότι “δεν ήρθε να πετάει λεφτά σε μια τρύπια λεκάνη” ήταν ακριβώς αυτό που ακολούθησε. Ο ΠΑΟΚ εκτός από ισχυρός ποδοσφαιρικά, που υπήρξε και σε άλλες εποχές, έγινε και ισχυρός στο παρασκήνιο, όχι για να καταδυναστεύσει τους αντιπάλους του, αλλά για να πάρει αυτό που δικαιούνταν.

Εκεί προφανώς ξεκίνησε και ο πόλεμος των αντιπάλων του, όχι μόνο των αντιπάλων του ΠΑΟΚ αλλά και των αντιπάλων της αντίληψης ότι μπορεί να υπάρχει κάτι άλλο σε αυτό το κράτος πέρα από την απόλυτη ασυδοσία τους. Έτσι, σε κρίσιμο σημείο όπου κρινόταν μια τεράστια συμβολική νίκη, η κατάκτηση ενός πρωταθλήματος από την ομάδα της Θεσσαλονίκης, αποφάσισαν να δείξουν τη δύναμη τους να ασυδοτούν μέσα από μια απόφαση σε κομβικής σημασίας αγώνα, με αντίπαλο την ΑΕΚ, που είχε περάσει πλέον στα χέρια ενός άλλου εφοπλιστή και είχαν σβηστεί τα προηγούμενα χρέη της από το αόρατο χέρι του ελληνικού εφοπλιστικού κράτους.

Δύο εβδομάδες μετά από ένα παιχνίδι που ποτέ δεν παίχτηκε, λόγω ενός …χαρτιού, το σκηνικό ξαναστηνόταν στο γήπεδο της Τούμπας για να δοκιμάσει και να παίξει με τα όρια του λαού αλλά και εκείνου που ήρθε και άλλαξε τις “προαιώνιες” ισορροπίες. Μετά από την κατακύρωση ενός γκολ, κοντά στη λήξη της αναμέτρησης, που έφερνε τον ΠΑΟΚ σε θέση ισχύος για την κατάκτηση του πρωταθλήματος, ο διαιτητής και επόπτης, που αμφότεροι είχαν “δείξει σέντρα”, χωρίς να συμβουλευτούν κάποιο βίντεο, αφού τέτοιο πράγμα (VAR) δεν υπήρχε, αποφάσισαν να αλλάξουν την απόφασή τους. Ανεξάρτητα από το αν ήταν οφσάιντ ή όχι εκείνο το γκολ (που δεν ήταν), η αλλαγή της απόφασης έδειχνε ένα και μόνο πράγμα, το μήνυμα από την πρωτεύουσα ότι “θα κάνουμε ό,τι γουστάρουμε, όπως γουστάρουμε, όποτε γουστάρουμε, ακόμα και μέσα στο σπίτι σας”. Αυτή η κατάσταση οδήγησε στην έξαλλη και λανθασμένη αντίδραση του Ιβάν Σαββίδη που εισέβαλε στον αγωνιστικό χώρο και σε μια φωτογραφία φάνηκε το προσωπικό του όπλο. Οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης, από όλα τα παραπάνω επιλεκτικά θυμόντουσαν μόνο το τελευταίο γεγονός, που έδωσε την αφορμή στην ψευτο-ομάδα της ΑΕΚ να μην ξαναεμφανιστεί στον αγωνιστικό χώρο.

Το περιστατικό αυτό είχε το εξής αποτέλεσμα: έκανε ακόμα πιο αγαπητό τον Ιβάν Σαββίδη στη Θεσσαλονίκη, καθώς με την είσοδο του στον αγωνιστικό χώρο εξέφραζε αυτό που χιλιάδες κόσμος ήθελε να κάνει εκείνη τη στιγμή, αλλά δεν είχε τη δύναμη, ενώ ταυτόχρονα άνοιξε έναν ανένδοτο πόλεμο ανάμεσα στη λογική και τον παραλογισμό, το δίκαιο και την αδικία, την αλήθεια και την παραπληροφόρηση, με άλλα λόγια, τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα.

Σε ποδοσφαιρικό επίπεδο ο ΠΑΟΚ την επόμενη χρονιά ήταν μακράν πολύ καλύτερος από κάθε άλλο αντίπαλο ώστε να μη μπορεί κανείς να του στερήσει τον τίτλο, κερδίζοντας το πρώτο νταμπλ με αήττητο πρωτάθλημα στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Αυτό φυσικά ήταν ένα λάθος ασυγχώρητο, αλλά το κυρίαρχο δεν ήταν ένας τίτλος. Ο βασικός προβληματισμός των αντιπάλων του, που χάνοντας στο ποδοσφαιρικό επίπεδο έχαναν αυτό στο οποίο έστησαν την “τοπική” κυριαρχία τους, δηλαδή το να δίνουν τίτλους για να παίρνουν την τυφλή υπακοή φτωχών μαζών, ήταν ότι ο ΠΑΟΚ μπορούσε πλέον να μεγαλώσει τόσο ποδοσφαιρικά, με τη συμμετοχή του στους ομίλους του Champions League, που πλέον κανείς να μη μπορεί να τον φτάσει. Δυστυχώς, μέσα από μια ύποπτη ιστορία ο ΠΑΟΚ δεν τα κατάφερε, αλλά οι αποδείξεις για το τι έγινε σε εκείνη την κλήρωση και σειρά αγώνων με τον Άγιαξ και τα 3 πέναλτι στο Άμστερνταμ θα δοθούν αργότερα από την ιστορική έρευνα.

Τι έκανε τα χρόνια αυτά ο Ολυμπιακός; Ουκ ολίγα. Η καταγραφή γεγονότων και η σύνδεσή τους είναι σοκαριστική. Η ηγεσία του Ολυμπιακού φαίνεται μπλεγμένη σε μια σειρά σκανδάλων που αφορούν στήσιμο αγώνων ποδοσφαίρου, ξέπλυμα χρήματος και διακίνηση ναρκωτικών. Τα σοκαριστικά σκάνδαλα σε συνδιασμό με το γεγονός ότι δεν υπάρχει ποδοσφαιρική ανάταση ανάγκασαν τους εφοπλιστές να παίζουν το παιχνίδι όλο και περισσότερο με τους όρους της ατιμίας, προσπαθώντας να εξαντλήσουν τα περιθώρια της φαντασίας για το πώς μπορούν να παρανομήσουν για να χτυπήσουν τον αντίπαλό τους.

Έτσι φτάσαμε στο σημείο να προσπαθούν να πάρουν από τον ΠΑΟΚ ό,τι πιο πολύτιμο έχει, που δίνει και την ισχύ στον οικονομικό τους αντίπαλο. Με επίθεση στον ίδιο τον Ιβάν Σαββίδη ξεκίνησαν ένα πόλεμο από ψέματα που φυσικά δεν έχει στόχο να δικαιωθεί, παρά μόνο να κηλιδώσει το όνομα του ΠΑΟΚ και μαζί και την περηφάνια εκείνων που καταδυναστεύουν για 200 χρόνια τώρα. Με αφορμή την αγορά ενός ξενοδοχείου, δίπλα από τις εγκαταστάσεις της ΠΑΕ Ξάνθης, από κάποιον που έχει κάποια μακρινή συγγενική σχέση με τον Ιβάν Σαββίδη, προσπαθούν να αποδείξουν σχέση πολυιδιοκτησίας, κάτι που απαγορεύεται. Την ίδια στιγμή, βάζουν τον τοποθετημένο υπουργό τους να τοποθετήσει σε εντεταλμένη αποστολή τα μέλη μιας επιτροπής που δεν αποφασίζει, παρά μόνο προτείνει, που χωρίς καμία δημοσίευση του σκεπτικού της πρότεινε …τον υποβιβασμό του ΠΑΟΚ, δίνοντας πάσα στην Κυβέρνηση να “μετατρέψει” μια ανύπαρκτη ποινή σε αφαίρεση βαθμών. Αυτό που δεν υπολόγισαν στα κέντρα εξουσίας της Αθήνας και του Πειραιά ήταν όμως ότι στη Θεσσαλονίκη ο κόσμος δεν είχε συνηθίσει να καλωσορίζει το δολλάριο και κάτι τέτοια ήταν αφορμή για να ξεσηκωθεί πολύ περισσότερος κόσμος από όσους θα εξεγείρονταν για ένα διαιτητικό σφύριγμα.

Βλέποντας τις ισορροπίες στα ποδοσφαιρικά κέντρα αποφάσεων να βρίσκονται στο …8-6, όπως καταγράφηκαν στην εκλογή προέδρου της Super League, και με το μέλλον πολλών συλλόγων αβέβαιο για την κορυφαία κατηγορία, εφηύραν τη μετονομασία της συμμαχίας σε σχέση ιδιοκτησίας. Αυτό θα μπορούσε να γίνει πιστευτό αν αναφερόταν κανείς σε δικές τους πρακτικές, που είτε αναδείχθηκαν μέσα από τηλεφωνικές επικοινωνίες, είτε αναδείχθηκαν μέσα από το δημόσιο λόγο προέδρων άλλων ομάδων της Θεσσαλονίκης, που πουλούσαν παίχτες με χρήματα που έπαιρναν από καταδικασθέντες για εμπορία ναρκωτικών στο εξωτερικό (Ισπανία) ώστε αυτοί οι ακριβοαγορασμένοι παίχτες να καταλήξουν σε ξακουστή ομάδα των Κυκλάδων.

Έτσι, τη στιγμή που ο Ολυμπιακός δε μπορεί να χτυπήσει ποδοσφαιρικά τον ΠΑΟΚ, τη στιγμή που η κάστα των εφοπλιστών έχει καταπατήσει όλο τον ποινικό κώδικα για να μπορέσει να σταθεί στα πόδια της, σε σημείο που να ελέγχεται η υπόληψη του επίσημου ελληνικού κράτους από διεθνείς οργανισμούς και φυσικά εξωτερικούς ισχυρότερους “συνεταίρους”, αποφασίζουν να βγουν από την τρύπα με ένα φτηνό ψέμα.

Στην προσπάθεια τους αυτή, εκείνοι που παίρνουν ίσες αποστάσεις και σε όλα αυτά βλέπουν απλά ότι “το ποδόσφαιρο είναι βρόμικο”, ότι “τα ίδια κάνει κι ο ΠΑΟΚ” και “μη μαλώνετε για τις ομάδες” προφανώς έχουν τεράστια ευθύνη στήριξης μιας εγκληματικής συμμορίας που δεν καταδυναστεύει το ελληνικό ποδόσφαιρο αλλά το ελληνικό κράτος και τη ζωή όλων όσων ζουν σ’αυτό από την ίδρυση του ως σήμερα. Εκείνοι που λένε “δε νοιάζεσαι για τους μισθούς αλλά θα ξεσηκωθείς για την ομάδα” δε λένε φυσικά ποιος είναι αυτός που κερδίζει στην Ελλάδα από τους εξευτελιστικούς μισθούς, ποιος είναι αυτός που για να ρίξει τα μεροκάματα έβαζε μέσα στα “χωράφια” του τους φασιστές που χτυπούσαν και σκότωναν.

Το ποδόσφαιρο είναι μόνο η αντανάκλαση όσων συμβαίνουν πραγματικά στην κοινωνία. Όταν το 1990 ξεκίνησαν στο Στάδιο Maksimir του Ζάγκρεμπ τα επεισόδια μεταξύ των οπαδών της Δυναμό Ζάγκρεμπ και του Ερυθρού Αστέρα, κανείς ίσως δεν περίμενε ότι ο υποθαλπτώμενος εθνικισμός και από τις δύο πλευρές, που ζει και βασιλεύει 30 χρόνια αργότερα στις ίδιες ομάδες, θα εκφραζόταν σε έναν τεράστιο οδυνηρό πόλεμο που θα άλλαζε για πάντα το χάρτη και τη συλλογική ιστορία και κουλτούρα των Βαλκανίων.

Σήμερα που γράφεται σε ανακοινώσεις ότι “φυτρώνει το λουλούδι της απόσχισης”, όσο αθώο κι αν ακούγεται κάτι τέτοιο και όσο πρόσκαιρο μπορεί να το βρίσκει κανείς μέσα σε μικροπολιτικά παιχνίδια, η αλήθεια είναι ότι ακουμπάει και εκφράζει όλο και μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού της καταδυναστευμένης Θεσσαλονίκης. Για το λόγο αυτό η κυβέρνηση που ωθεί τα πράγματα σε αυτές τις καταστάσεις είναι μια επικίνδυνη κυβέρνηση. Ο “εθνικός διχασμός” που χρησιμοποιείται ως έκφραση από ανιστόρητους και επικίνδυνους πολιτικάντηδες μέσα στη Βουλή, δε θα γίνει για το ποδόσφαιρο, αλλά με αφορμή αυτό μπορεί να εκφραστούν ανεξέλεγκτα και με καταστροφικές συνέπειες οι αρρωστημένες αντιθέσεις που έχουν δημιουργηθεί μεταξύ του Κέντρου και της Θεσσαλονίκης, μιας πόλης που είναι ιστορικά πολύ μεγάλη για να χωρέσει στο ρόλο της υποβάθμισης που βολεύει το διαμετακομιστικό κέντρο του Πειραιά.

Η υπεράσπιση της λογικής, έστω κι αν αυτό φαινομενικά γίνεται με επίκεντρο το ποδόσφαιρο, κρίνει σήμερα όλους μας πολιτικά. Αυτοί που δε γνωρίζουν, να μάθουν. Τα παιχνίδια που παίζονται από τεράστια οικονομικά συμφέροντα μπορούν να κοστίσουν πολύ ακριβά στον ελληνικό λαό και τότε δε θα έχει σημασία που ο Ολυμπιακός κέρδισε ακόμα ένα πρωτάθλημα, έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν είχε!