Press "Enter" to skip to content

Το ιστορικό και υλιστικό “Τρίγωνο της Θλίψης”

Ο Χρυσός Φοίνικας του 2022 ήταν ο μεγεθυντικός φακός που χρειάζεται η Ιστορία, προκειμένου κανείς εστιάζοντας σε μια πάρα πολύ μικρή κλίμακα, σε μικροκοινωνίες, να καταλάβει τις νομοτέλειες της μεγάλης κλίμακας. Φυσικά, όντας καλλιτεχνικό έργο, πέρα από το σχολιασμό και την παρουσίαση των νομοτελειών, παρουσιάζεται και ο παραλογισμός της εξέλιξης των ανθρώπινων εκμεταλλευτικών κοινωνιών, σε ένα ιδιότυπο ξαναγράψιμο του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, με στοιχεία της Καταγωγής της Οικογένειας, του Κράτους και της Ατομικής Ιδιοκτησίας. Ο Östlund δεν είναι κομμουνιστής, μας το λέει καθαρά μέσα από τις λέξεις που ερμηνεύει ο “καπετάν” Woody Harrelson, αποδέχεται όμως τη μαρξιστική αφήγηση της ιστορίας και για κάτι τόσο μεγάλο αφήνει τη δική του παρακαταθήκη στην ιστορία του σινεμά.

5 χρόνια μετά τον πρώτο του Χρυσό Φοίνικα, με το πιο ψυχρό και ντροπαλό “The Square”, που αποτελούσε μια αρκετά σκανδιναβική κριτική των σύγχρονων κοινωνιών, ο Östlund άφησε πίσω κάθε φόβο για να βγει στο προσκήνιο και να μιλήσει χωρίς μαλλιά στη γλώσσα. Αυτή η τόλμη στην τέχνη πρέπει να επιβραβεύεται, καθώς σίγουρα επιβραβεύθηκε το παγκόσμιο κοινό από την εξέλιξη της τόλμης του δημιουργού. Το Triangle of Sadness δεν κρύβει ούτε τις ερωτήσεις, ούτε τις απαντήσεις. Φέρνει σε πρώτο πλάνο την πρόταση του δημιουργού, τη σκέψη του, την ολοκληρωμένη ιστορία του. Αν κάποιος δε θέλει να το καταλάβει, ή θέλει να λοξοκοιτάξει, αυτό είναι δική του υπόθεση, όμως ο δημιουργός δεν αφήνει τίποτα αναπάντητο.

Η αφήγηση “χτίζεται” στα 3 διαφορετικά μέρη, που σαν κουρτίνες ανοίγουν νέους χώρους όπου ο θεατής μπορεί να περιηγηθεί στη φύση των εκμεταλλευτικών συστημάτων. Κάθε χώρος και ένα μεγαλύτερο επίπεδο, πιο βαθύ όσο αφορά την ανάλυση και τη σύγκρουση των ιδεολογιών, πιο αμείλικτο όσο αφορά το διακύβευμα, το μέλλον της ανθρωπότητας. Ο θεατής ωστόσο εισέρχεται σε όλο αυτό μέσα από μια βιτρίνα που μάλλον δεν τον έχει προϊδεάσει για το τι τον περιμένει, που σε συνδυασμό με την καλλιτεχνική βιτρίνα του ταλέντου του Östlund, την υψηλής τεχνικής κινηματογραφική αφήγηση, δεν τον αφήνει να ξανακοιτάξει πίσω του, εγκλωβίζοντάς τον στο θέμα και αναγκάζοντάς τον να ακολουθήσει τα διαρκώς αυξανόμενης δυσκολίας ερωτήματα. Για πολλούς φυσικά αυτή η πορεία είναι απόλαυση, ωστόσο ο δημιουργός δεν αφήνει τίποτα στην τυχαιότητα της επιλογής του θεατή του.

Αυτή η πορεία περιγράφεται στον τίτλο της ταινίας. Το “triangle of sadness” είναι μια ορολογία γνωστή στο χώρο της μόδας για να περιγράψει τις ρυτίδες πάνω από τη μύτη, που συνήθως προέρχονται από τα βάσανα και τις αγωνίες της ζωής. Η αντανάκλαση των πραγματικών συνθηκών στην επιφάνεια του ανθρώπινου δέρματος μπορεί να εξαφανιστεί σε 15 λεπτά με ένα botox. Το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί και στο σινεμά, την τέχνη γενικότερα και την ιδεολογική αντιπαράθεση. Όμως ο δημιουργός παίζοντας με αυτή την ειρωνία δηλώνει από την αρχή τις προθέσεις του.

Στο πρώτο μέρος η ιστορία περιστρέφεται γύρω από ένα νεαρό ζευγάρι στο δικό μας κόσμο, στη δική μας στεριά. Ένα ζευγάρι που έχει βρει έναν τρόπο να επιβιώνει μέσα στο δεδομένο σύστημα και ασχολείται με την ισορροπία των μεταξύ του σχέσεων, προσπαθώντας να τις αναλύσει ως αποτέλεσμα σχέσεων εξουσίας, μεταξύ φύλων, μεταξύ διαφορετικής οικονομικής ισχύος. Εκεί ο Östlund ουσιαστικά ξαναπιάνει τα πράγματα εκεί που τα άφησε στο “The Square”, στην κριτική των σχέσεων σε ένα δοσμένο σύστημα. Κανείς δε μπορεί να φανταστεί το πού θα οδηγήσει αυτό το αθώο πέρασμα από επιχειρηματολογίες που αναμασώνται καθημερινά, διαπερνώντας σχεδόν το σύνολο των παραγωγικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων, τουλάχιστον στο λεγόμενο “δυτικό αναπτυγμένο κόσμο”. Αυτό είναι μόνο ο πρόλογος, η αναψηλάφιση νοημάτων που βρίσκονται στο εποικοδόμημα του εποικοδομήματος, που έχουν την ικανότητα να κρύβουν την ουσία, τη βάση της ανάπτυξής τους, με την οποία λίγοι ασχολούνται με σκοπό να παρατηρήσουν τα φαινόμενα αποτελέσματα και όχι μόνο ως μοτίβα.

Εκεί έρχεται η ώρα να ανοίξει η “πρώτη κουρτίνα”, με την έναρξη του δευτέρου μέρους, που δε βρίσκεται πια στη δική μας γνωστή στεριά, αλλά σε έναν κόσμο που ενώ γνωρίζουμε ότι υπάρχει, οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουμε συναντήσει ποτέ – και μάλλον ούτε πρόκειται. Πάνω σε ένα υπερπολυτελές γιοτ, που κάνει κρουαζιέρα για μικρό αριθμό υπερπλούσιων επιβατών, ξεσκεπάζεται η τεράστια αντίθεση που δημιουργείται από την ταξική εκμετάλλευση. Όχι σε κάποια άλλη εποχή, ή σε κάποιον άλλο κόσμο, αλλά στη δική μας εποχή, στον κόσμο μας. Οι παράλογες απαιτήσεις, η παράλογη εγωιστική ευαισθησία, η παράλογη απληστία των πλουσίων, έχουν θύματα πάντα τους φτωχούς εργαζόμενους. Όλα είναι φτιαγμένα για εκείνους και δεν υπάρχει κανένα όριο στο τι μπορούν να ζητήσουν. Μόνο ένας είναι αυτός που δεν τους κάνει τη χάρη.

Η διαφορά του πλοίου από τη στεριά είναι ότι πάνω σ’αυτό ο απόλυτος άρχοντας είναι ο Πλοίαρχος. Αυτός επιλέγει να τους χαλάσει τη γιορτή, να τους σερβίρει το δείπνο μαζί του τη μέρα του βαρομετρικού χαμηλού, της φουρτούνας και της καταιγίδας, προκειμένου να τους δει να εξευτελίζονται από τη θέση ισχύος που έχει, καθώς με την εμπειρία του μπορεί να στέκεται όρθιος ακόμα κι όταν το κατάστρωμα κλίνει σαν απότομος γκρεμός. Εκεί έρχεται στην αφήγηση και ένα ακόμα επίπεδο αντιπαράθεσης, ανάμεσα στις ιδέες του κόσμου που ζούμε, του εκμεταλλευτικού συστήματος που γνωρίζουμε και στις ιδέες εκείνων που έβλεπαν και βλέπουν την ανάγκη αντικατάστασής του. Ένας Αμερικάνος μαρξιστής, σε καμία περίπτωση ανάμεσα στα θύματα της εκμετάλλευσης, με στοιχεία αυτοπροσωπογραφίας για τον Östlund, απαντάει σε έναν Ρώσο καπιταλιστή, που γνωρίζει τη γελοιότητα ενός συστήματος, την οποία όμως κυνικά εκμεταλλεύεται για ίδιον όφελος.

Τα στοιχεία του σουρεαλισμού δεν είναι μακριά από την ιδεολογική διαπάλη που μένεται εντός της ανθρωπότητας τους τελευταίους 2 αιώνες, που ωστόσο αφήνουν το πλοίο να καταστρέφεται, να δέρνεται από τα κύματα, μέχρι που τελικά βυθίζεται από πειρατές, πολύ απλά γιατί κανείς από αυτούς που είχαν εξουσία εκείνη τη στιγμή δεν έβλεπαν κάποιον σοβαρό λόγο για να το σώσουν. Η αντίθεση έρχεται μέσα από την απόκριση των ανήμπορων πλουσίων, που δε μπορούν να διαχειριστούν την κατάρρευση και της ικανής εργατικής τάξης που ακόμα και την ώρα του ναυαγίου συνεχίζει να δουλεύει, όπως κάνει πάντα για να παρέχει την απόλαυση στους εκμεταλλευτές της.

Και τα πράγματα φτάνουν στο τρίτο μέρος, στο νησί, έναν κόσμο σουρεαλιστικό, όπου μπορεί να ξεδιπλωθεί χωρίς καλύμματα όλος ο παραλογισμός της σύγχρονης Ιστορίας μας. Η μικροκοινωνία που δημιουργείται αντιστοιχεί στη μικρή κλίμακα με την οποία βλέπουμε την Ιστορία μας, καθώς αντιλαμβανόμαστε ως μόνιμες τις συνθήκες κάθε δεδομένης στιγμής. Ο σκηνοθέτης παίζοντας λίγο και με τους ρόλους, ξανανακατεύει την κοινωνική τράπουλα και ξαναπερνάει μέσα σε λίγα κινηματογραφικά λεπτά, περίπου 24 ώρες στον αφηγηματικό χρόνο, την ιστορία της ανθρωπότητας από το πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα στις εκμεταλλευτικές κοινωνίες. Ο πιο ισχυρός, στη δεδομένη περίπτωση μία χαμηλού πόστου εργαζόμενη του πλοίου, γίνεται εξουσιαστής, καθώς οι υπόλοιποι νιώθουν αναγκασμένοι να την ακολουθήσουν για την επιβίωσή τους. Οι σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ τους είναι αυτές που αναπτύσσονται στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες μεταξύ των μελών τους, ανάλογα με τον ρόλο τους. Ακόμα και οι σχέσεις μεταξύ των φύλων και των εισοδημάτων του πρώτου μέρους, έχουν ξαναφτιαχτεί, βασισμένες στις σχέσεις εξουσίας που επικρατούν σ’αυτή τη μικροκοινωνία.

Ξαφνικά, οι ιδέες του Μαρξ, που αντέκρουε ο Ρώσος καπιταλιστής, μοιάζουν τα πιο λογικά λόγια του κόσμου, όχι μόνο για τον ίδιο, που βρίσκεται σε θέση εκμεταλλευόμενου, αλλά και για τον θεατή, που αντιλαμβάνεται τον παραλογισμό της εκμεταλλευτικής σχέσης, όντας έξω από αυτήν, γνωρίζοντας έναν κόσμο μεγαλύτερο από αυτήν. Ωστόσο, ο θεατής που ζει στον καπιταλισμό, στις περισσότερες των περιπτώσεων μοιάζει με τα μέλη της μικρής αυτής κοινωνίας, που μέσα σε πολύ λίγο χρόνο έχουν προσαρμοστεί πολύ εύκολα σε όλες τις νέες σχέσεις, καθώς αυτό φαίνεται να είναι ο μονόδρομος για την επιβίωσή τους. Άραγε υπάρχουν μονόδρομοι και για την επιβίωση του θεατή;

Ακόμα κι αυτό το ερώτημα ο Östlund δεν το αφήνει αναπάντητο. Την τραγική ειρωνία των ηρώων δεν την αφήνει στη γνώση του εξωτερικού παρατηρητή. Την τοποθετεί μέσα στην ταινία του. Η διέξοδος, η οποία είναι γνωστή σε όλους, αν και ξεχασμένη για τους απομονωμένους ναυαγούς, σταματάει να είναι απούσα από την πλοκή. Η ανακάλυψή της όμως φέρνει το μεγάλο δίλημμα της εξουσίας: να δείξει το δρόμο προς τη διέξοδο χάνοντας τα προνόμιά της, ή να εργαστεί με σκοπό να κλείσει αυτό το δρόμο, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει την τελική ολική καταστροφή; Να ψάξει διεξόδους για να οδηγήσει τους υπόλοιπους εκεί, ή να αναζητήσει την αλήθεια προκειμένου να ξέρει πώς να την κρύψει; Για την εξουσία δεν υπάρχει τέτοιο δίλημμα, ούτε στην ταινία, ούτε και στην πραγματικότητα. Το μόνο ερώτημα είναι για τον θεατή, αυτό που θέτει ο δημιουργός στην τελευταία σκηνή, αφήνοντάς μας να σκεφτόμαστε, να μαντεύουμε και ίσως να επιλέγουμε την κατεύθυνση που τρέχει ένας από τους ήρωές του. Η κατεύθυνση αυτή δείχνει και την αναγκαιότητα ιδεολογικής πορείας για τον καθένα, ανάλογα με τη θέση του, αλλά αυτό είναι η απάντηση που είναι ανάγκη να δώσει ο ίδιος ο θεατής, μέλος της εκμεταλλευτικής κοινωνίας στη μικρή ιστορική νησίδα που έλαχε να ζούμε.

Σε κάθε περίπτωση, η σωτηρία δεν ήρθε ποτέ από έξω, στην αφήγηση του Östlund δεν υπάρχει ούτε “από μηχανής θεός”, ούτε “σωτήρας”. Η μη λύση του δράματος είναι σύμφωνη με την εποχή της. Σε μια άλλη κοινωνία ίσως κι ο ίδιος ο δημιουργός να ήθελε ή να μπορούσε να την επινοήσει. Όμως, ερμήνευσε τον κόσμο και άφησε στους υπόλοιπους το καθήκον να τον αλλάξουμε.